Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ραδιοφωνική παραγωγός που παρακολουθεί πολλά χρόνια τον χώρο του έντεχνου και του λαϊκού τραγουδιού μου είπε: «Είναι πρώτη στο είδος της. Φωνάρα, μοναδική σκηνική παρουσία, αξιοθαύμαστες αντοχές. Η Αννα Βίσση δεν έγινε τυχαία η ιέρεια της ελληνικής ποπ. Οποιος το αμφισβητεί είναι τουλάχιστον μέγας ψεύτης, μικρόψυχος, συμπλεγματικός».

Τελικά, παρά τις συζητήσεις γύρω από κατηγορίες και είδη στο ελληνικό τραγούδι, η Αννα Βίσση αποτελεί, μάλλον, ένα είδος από μόνη της. Μετράει 40 χρόνια πετυχημένης εμπορικά δισκογραφίας με πάμπολλες συνεργασίες -από τον Μίκη Θεοδωράκη και τον Σταύρο Κουγιουμτζή έως τον Νίκο Καρβέλα. Τραγουδίστρια, περφόρμερ με τα live της ή τα μιούζικαλ. Κι ακόμα εξιτάρει την περιέργεια να τη δει κανείς στη σκηνή.

Πολύ γρήγορα εγκατέλειψε στις αρχές της δεκαετίας του ’90 το έντεχνο για να στραφεί στην ποπ, εγκαινιάζοντας ουσιαστικά έναν νέο μουσικό χώρο, που προϊόντος του χρόνου πλημμύρισε κι από άλλες, εκατοντάδες φωνές, με εκείνη όμως πάντα να ηγεμονεύει. Αδιαπραγμάτευτη εκπρόσωπος του είδους.

Και τώρα που αυτός ο χώρος στόμωσε, η Βίσση πάει γι’ άλλα. Προς το παρόν στη ροκ όπερα του Νίκου Καρβέλα «Καμπάνες του Εντελβάις», που μόλις ανέβηκε στο «Πάνθεον».

Ξεκινώντας μια κουβέντα με την Αννα Βίσση αναρωτιέσαι πώς θα διακρίνεις το αληθινό πρόσωπο από το κατασκευασμένο είδωλο της «απόλυτης Ελληνίδας σταρ». Αναρωτιέσαι πώς αντέχει κανείς τη φθορά από μια τέτοια υπερκατανάλωση της δημόσιας εικόνας του; Δεν υπάρχει προσωπικό κόστος;

«Εχω αποκτήσει ανοσία πια, σαν να έχω κάνει εμβόλιο. Δεν μου αρέσει -αντί με τη δουλειά μου- να ασχολούνται με χίλια άλλα παράπλευρα πράγματα, έρωτες, κουτσομπολιά. Αλλά έχω σιωπηρά αποδεχτεί ότι πρόκειται για μέρος του παιχνιδιού, αυτού που σε κάποιους αρέσει να ονομάζουν σόου μπιζ. Φυσικά υπάρχουν εξαιρέσεις. Σοβαροί άνθρωποι, όσο αυστηροί κι αν είναι στη γνώμη τους. Τώρα έγινα ξανθιά για να παίξω μια Γερμανίδα. Δραστική αλλαγή, που δεν ταιριάζει και σε όλα τα δέρματα. Αρχισαν να ασχολούνται με τις τρίχες… Δεν πουλάω την πλατινέ κουπ της Αννας Βίσση. Τον ρόλο πήγα να πλησιάσω μιας ψυχρής καταθλιπτικής Γερμανίδας. Και η ίδια είδα κι έπαθα να συνηθίσω το ξανθό. Ξύπνησα την επομένη και νόμιζα ότι ζούσε μια άλλη μέσα στο σπίτι».

• Αλλά δύσκολα φαντάζεται κάποιος ότι οι υπηρεσίες του σταρ σίστεμ δεν στρώνουν καριέρες, δεν είναι χρήσιμες.

Φυσικά και έτσι είναι. Στη δεκαετία του ’90 έκανα τις μεγάλες επιτυχίες. Αναλογίζομαι την εικόνα μου από τότε και λέω: Θεέ μου, τι είναι αυτά; Αλλά η εποχή μάς είχε συνεπάρει. Ρούχα ανατολίτικα, καφτάνια, ψεύτικες ελιές, χαϊμαλιά, βάτες στους ώμους που μας έκαναν να «πετάμε» κυριολεκτικά. Μα δικαιολογείται από την ηλικία. Την επιτυχία θα τη χαρείς, δεν σκέφτεσαι το μετά. Τώρα όλα αυτά μου φαίνονται απίστευτα γραφικά. Οσοι νομίζουν ότι προκαλώ ή μου αρέσει να ασχολούνται με το αν είμαι όμορφη κ.λπ. κάνουν λάθος. Πίστεψέ με, δεν είμαι τέτοιος άνθρωπος. Δεν ωριμάζω απολαμβάνοντας τη συνεχή και ανόητη διαφήμιση της εικόνας μου.

• Με τον Νίκο Καρβέλα δημιουργήσατε ένα καινούργιο μουσικό είδος στην Ελλάδα, την ποπ σκηνή.

Δουλέψαμε μαζί. Ο Καρβέλας βρίσκει τη μελωδία, κάθεται στο πιάνο, παίζει. Εγώ ακούω, συνεργαζόμαστε στην ενορχήστρωση, ερμηνεύω και συγχρόνως σκέφτομαι τον τρόπο παρουσίασης. Το άκουσμα ενός τραγουδιού με πηγαίνει στην εικόνα, μου φτιάχνει ένα σενάριο. Γι’ αυτό και οι τόσες μεταμορφώσεις μου. Μου άρεσε το δραματικό στοιχείο, υπήρχε πάντα μια θεατρικότητα στις κινήσεις μου.

• Δεν ξεκινήσατε όμως έτσι. Στην προ Καρβέλα εποχή ήσαστε η ανερχόμενη δύναμη στο έντεχνο λαϊκό τραγούδι.

Λοιπόν, εγώ το διάστημα εκείνο το βρίσκω τυχαίο. Δεν ήταν αυτό που ήθελα. Γι’ αυτό δεν κατάλαβαν για πότε έφυγα. Μικρή ακόμα υπέγραψα σε μια εταιρεία που είχε τον Νταλάρα και την Αλεξίου. Τους έφυγε μια μέρα η Λαβίνα και με πήραν μέσα στη νύχτα να τραγουδήσω τα «Λιανοτράγουδα». Ούτε είχα συνείδηση ότι ήταν κάτι που με εξέφραζε ούτε φυσικά ότι επρόκειτο για κάτι κακό. Αλλά δεν ήταν το καλύτερό μου. Μπήκε σαν σίφουνας ο Νίκος Καρβέλας στη ζωή μου, τον ερωτεύτηκα με όλη τη σημασία της λέξης, έγινε ο συνθέτης, ο μέντοράς μου. Ενιωσα αμέσως οικεία, σαν να είχα αναμνήσεις από το μέλλον. Εκεί δονήθηκα εγώ. Μου μίλησε για τους Λεντ Ζέπελιν, τους Ντορς, ακούγαμε ροκ εντ ρολ, εκπροσώπους της σκηνής των fifties. Αυτά ήταν τα βιώματά μου.

• Πολλοί, όμως, υποστηρίζουν ότι αν είχατε μείνει στο έντεχνο θα κάνατε σπουδαία καριέρα.

Με μια έννοια θεωρώ τιμητικό να το ακούω. Με μια άλλη λυπάμαι, γιατί μοιάζει να μην καταλαβαίνουν και να μη θέλουν να αναγνωρίσουν τι εκπροσωπώ: το άλλο είδος που λέγεται ποπ ή ροκ σκηνή. Εκεί που ανήκουν οι Ρόλινγκ Στόουνς, οι Μπιτλς, που ακούς υπέροχα φωνητικά και στίχους. Δεν είναι τόσο βαθυστόχαστοι ή επαναστατικοί, αλλά είναι διαφορετικά ωραίοι. Ολα τα είδη όταν τα υπηρετείς με σοβαρότητα είναι υπέροχα. Αρκεί να μη μισείς ό,τι δεν καταλαβαίνεις. Αυτό, ναι, με τρελαίνει.

• Μα δεν έχετε πει τραγούδια δεύτερα, απλοϊκά, αφελή;

Εχω πει κάποια. Μισό λεπτό, όμως. Μήπως δεν έχουν πει «τραγουδάκια» η Αλεξίου, η Γαλάνη, η Πρωτοψάλτη; Εχω τραγουδήσει τις «Τσούλες», αλλά επίσης και τα «Δώδεκα», «Δεν θέλω να ξέρεις», «Παραλύω». Δεν δέχομαι ότι η Αρβανιτάκη για παράδειγμα ανήκει «εδώ» και η Βίσση «εκεί». Τα πέντε απλοϊκά τραγούδια δεν με καθιστούν μη ποιοτική. Τέχνη και κακοτεχνία συναντάς σε κάθε είδος. Κι έπειτα ας μη μιλάμε τόσο περί έντεχνου, αφού στην τελική υπάρχει το θέμα που ονομάζεται οικονομικό. Ολα εκεί καταλήγουν.

• Εννοείτε ότι οι αμοιβές συνδέονται άμεσα με την ποιότητα;

Ξέρω καλά πώς λειτουργεί το σύστημα. Δεν είναι μόνο τα τραγούδια, αλλά και οι χώροι, οι συνεργασίες. Βλέπεις τραγουδιστές ασυνεπείς, αντιφατικούς με τις εξαγγελίες τους περί έντεχνου. Ο Νταλάρας, για παράδειγμα, τι δουλειά είχε να δουλέψει με τον Ρέμο; Γιατί το έκανε; Για τα φράγκα το έκανε.

• Η πίστα, όμως, δεν καθορίζει το στίγμα του καλλιτέχνη;

Ποτέ δεν έκανα πίστα, αυθεντικά μπουζούκια, όπως η Πάολα – μια χαρά το κάνει. Εγώ στράφηκα στο σόου, μεγάλες παραγωγές στις ίδιες ώρες και στους ίδιους χώρους που χρησιμοποιούσαν και οι έντεχνοι όπως λες. Στον Βοτανικό τη μια χρονιά ήταν η Αλεξίου, την επόμενη εγώ και τη μεθεπόμενη ο Αντύπας. Δεν υποτιμώ κανέναν καλλιτέχνη. Ο καθένας κάνει τη δουλειά του όπως νομίζει. Υπάρχουν τα καθαρόαιμα μπουζούκια, υπάρχουν και τα σόου με ωραίους ήχους, φωτισμούς, ενορχηστρώσεις. Και φυσικά, τα τραγούδια. Γιατί έχω πει ωραία λαϊκά τραγούδια, που με συγκινούν, όπως και το κοινό. Μια τραγουδίστρια είμαι, παιδιά. Ηρεμήστε. Τον έρωτα τραγουδάω. Πότε με λαϊκό τρόπο και πότε πιο ροκ. Αν μου το καταλογίζετε ως πρόβλημα, για μένα είναι χαρά.

• Ισως επειδή η φωνή σας θεωρήθηκε άξια για κάτι πάνω από την ποπ.

Εκεί είναι που διαφωνούμε. Αυτό που εσύ ονομάζεις ποιοτικό, έντεχνο, δεν πρόκειται για κάτι «πάνω», αλλά για κάτι άλλο. Δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι πάνω από το «Παραλύω». Το θεωρώ σπουδαίο τραγούδι, με έχει χαρακτηρίσει. Το «Δώδεκα» είναι Βίσση, το τραγουδάω 40 χρόνια και ο κόσμος χαίρεται, κλαίει, τραγουδάει. Είμαι ήρεμη, χωρίς ενοχές. Δεν αντιστέκομαι στο κλασικό τραγούδι, γι’ αυτό δεν καταλαβαίνω την επίθεση στο είδος μου. Θαυμάζω τον Μίκη Θεοδωράκη και μου αρέσει που τον ακούω από τη Μαρία Φαραντούρη. Υπήρχε λόγος να τον τραγουδούσα κι εγώ; Οπως μου αρέσει και ο Μισέλ Λεγκράν. Η καριέρα μου είναι αυτή γιατί αυτό έγραψε η μοίρα. Στην Κύπρο άκουγα κλασική μουσική, έκανα μπαλέτο. Με αφορούν το μιούζικαλ, το ροκ. Δεν μεγάλωσα με τον Καζαντζίδη. Ομως όταν τον άκουσα είπα: Θεέ μου, τι φωνάρα! Το ίδιο είπα και για τον Φρανκ Σινάτρα.

• Το χειρότερο που βιώσατε τόσα χρόνια στη νύχτα;

Ο τρόπος που πετάνε τα λουλούδια κι αυτή η ανόητη ταξική διαφορά μεταξύ πρώτου τραπεζιού και εξώστη που ένιωσα μια-δυο φορές. Εβλεπα επάνω τα παιδιά κρεμασμένα από κάθε λέξη του τραγουδιού, ενώ οι κύριοι του πρώτου τραπεζιού καλαμπούριζαν με τον μετρ. Δεν μου άρεσε, αλλά ήξερα πως ο λογαριασμός τους θα πλήρωνε τους μουσικούς, τα έξοδα ίσως του μαγαζιού για ένα βράδυ. Ε, αυτή τη διαφορά δεν την έχω ισοφαρίσει ακόμα μέσα μου. Παλιότερα τα λουλούδια είχαν μια ομορφιά. Τώρα πια η χειρονομία μοιάζει πρόστυχη, σε κάνει να νιώθεις σαν στριπτιζέζ.

• Σας έχουν μιμηθεί. Ενοχληθήκατε;

Είδα πράγματα παρόμοια ή εμπνευσμένα από τη δουλειά μου, δεν με πειράζει. Περισσότερο με ενοχλεί η αυθαίρετη ερμηνεία ότι δήθεν ενοχλούμαι. Το θεωρώ υποτιμητικό για μένα. Η ανανέωση με ενδιαφέρει. Κάτι θα σκαρφιστώ, μια εντελώς καινούργια ιδέα. Τώρα σκέφτομαι το θέατρο, ίσως και την πρόζα. Προς το παρόν αφιερώνομαι στην παράστασή μας.

• Η ηλικία που έχετε σας αρέσει;

Γεννήθηκα το 1957, είμαι 57 χρόνων. Σκέφτομαι πιο καθαρά, πιο ψύχραιμα. Πράγματα που άλλοτε τα ξεπετούσα, τώρα με βασανίζουν. Ξαναβλέπω τα δεδομένα ρεαλιστικά. Δεν αλλάζω χαρακτήρα, αλλά τη θερμοκρασία μου απέναντι σε κάποια πράγματα. Κάνω πια δεύτερες, τρίτες σκέψεις, χωρίς να ακυρώνω την ομορφιά του αυθορμητισμού. Οχι ότι επιλέγω την ασφάλεια, η λέξη μού μυρίζει συντήρηση, επανάληψη, θάνατο. Δεν ερωτεύομαι πια εύκολα κι αυτό δεν με ενοχλεί καθόλου. Ξέρω πως αν ερωτευτώ σ’ αυτή την ηλικία θα είναι ο υπέρτατος έρωτας. «Οι Γέφυρες του Μάντισον» είναι το αγαπημένο μου κινηματογραφικό θέμα. Ενας γοητευτικός φωτογράφος του «Νάσιοναλ Τζεογκράφικ» καταφέρνει να αφυπνίσει μια απλή νοικοκυρά. Ενας τέτοιος τύπος θα ήθελα να μου κεντρίσει το μυαλό, την καρδιά. Ποιον να περιμένω; Τον Αμπράμοβιτς;…

• Μια κανονική γυναίκα δηλαδή;

Φυσικά. Βρε ας ερχόταν ένας Κλιντ Ιστγουντ στη ζωή μου… Μα έχω ερωτευτεί τέτοιους ανθρώπους. Τζαζίστες, ζωγράφους, τύπους από τα Εξάρχεια, όλοι άφραγκοι… Οι έρωτές μου δεν είναι ανάλογοι του δήθεν μύθου ή της δημόσιας εικόνας μου. Δεν κρύφτηκα όταν είχα δεσμό. Γιατί να στερηθώ μια κανονική ζωή; Θέλω να πάω σινεμά, να φάω ποπ κορν, να με φιλήσει ο αγαπημένος μου. Θέλω να περπατήσω αγκαλιά. Δεν είμαι πολιτικός – τι να φοβηθώ; Νιώθω σαν μια κανονική γυναίκα με καριέρα κάτω από τα φώτα της δημοσιότητας. Nothing else.

• Ο Νίκος Καρβέλας είναι η σιγουριά σας;

Είναι ο άνθρωπος που θέλω κάτι να του πω, αλλά δεν μπορώ να το κάνω λέξεις και μια μέρα έρχεται εκείνος και μου το παρουσιάζει. Τον αισθάνομαι οικογένεια, κυρίως τώρα που έφυγε ο πατέρας μου. Μιλάω μαζί του για πράγματα πρακτικά, χωρίς να παρακάμπτω τη γυναίκα του, συχνά μάλιστα κάποια θέματα τα λύνω με την Αννίτα. Εχουμε και την κόντρα μας. Σαν ντο και σι, δυο νότες κοντά η μία στην άλλη, που όμως αν τις παίξεις μαζί φαλτσάρουν. Τώρα, όπως στους «Δαίμονες» και στη «Μάλα», νιώθω ξανά στο φυσικό μου περιβάλλον. Μου αρέσει ο κόσμος της σύνθεσης, της όπερας. Σε μια άλλη ζωή θα ήθελα να είμαι σοπράνο. Το λιμπρέτο είναι υπέροχο, η σκηνοθεσία, η δράση όλων μας στη σκηνή. Πιστεύω ότι δύσκολα ο Καρβέλας θα γράψει κάτι καλύτερο.

• Περήφανη γιαγιά πλέον;

Η κόρη μου ζει από 17 χρόνων στην Αμερική. Είναι ευτυχισμένη, βρήκε τον δρόμο της. Δεν είναι η κόρη του Καρβέλα και της Βίσση με ό,τι αυτό συνεπάγεται εδώ. Πάντα την ενοχλούσε το αλλόκοτο της ιστορίας. Μου λείπουν. Απ’ την άλλη, κι αυτό καλό μού φαίνεται. Η έλλειψη, ο πόνος, η απουσία είναι συναισθήματα που σε κάνουν να νιώθεις ζωντανός. Ετσι κι αλλιώς, η ζωή είναι μια αρένα με άγρια θηρία. Παλεύεις καθημερινά. Αλλά πιστεύω ότι χρειάζεται η απειλή, ο φόβος, για να νιώσεις ότι αξίζεις, ότι τα καταφέρνεις.

«Το πολύ χρήμα είναι κιτς»

• Σας αρέσει η νέα κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ;

Οσο αρέσει σε εκείνους που επιθυμούν την αλλαγή ελπίζοντας στην ισχύ των εξαγγελιών. Δεν είναι διπλωματική απάντηση. Μου αρέσει το μήνυμα που έστειλαν στην Ευρώπη: να μας ακούτε, να μας υπολογίζετε. Θα ήθελα να αποκατασταθεί ο πληγωμένος κόσμος. Η δουλειά μου είναι να διασκεδάζω τους ανθρώπους. Κι αν αυτοί δεν είναι καλά, δεν θα διασκεδάσουν. Δεν το λέω υπολογιστικά ή εγωκεντρικά. Ο κόσμος να βγει ξανά έξω, να χαρεί, πολύ καιρό καθίσαμε μέσα σ’ ένα σύννεφο μελαγχολίας και καταναγκασμού. Κι αυτός ο μονόπλευρος τρόπος εξόφλησης του χρέους, σαν θηλιά στον λαιμό μας… Θέλω να δω αν υπάρχει κι άλλος τρόπος. Να αλλάξουν τα πράγματα σωστά και γρήγορα. Μην περάσουν κι άλλα χρόνια φθοράς.

• Να φορολογηθεί λοιπόν ο πλούτος;

Δεν ξέρω πόσο λαϊκίστικο θα ακουστεί, αλλά γιατί να μη μοιραστεί αυτός ο πλούτος; Ασε που το πολύ χρήμα είναι κιτς. Κατευθύνει τη ζωή σου κακόγουστα. Η μετάβαση δε από το καθόλου στο πολύ χρήμα είναι ακόμα χειρότερη. Απεχθάνομαι το είδος των νεόπλουτων.