Ο Ζ, η γυναίκα του, ο ανακριτής, ο Αρχιδεινόσαυρος, οι δύο δολοφόνοι, ο Γρύλος κι ο Κάβουρας, ο Τίγρης που πηδά στην καρότσα για να τους αποτρέψει. Μια δολοφονία που σημάδεψε τη σύγχρονη πολιτική ιστορία της χώρας, πρόσωπα που έγιναν πρωταγωνιστές στο φανταστικό ντοκιμαντέρ ενός εγκλήματος και η αιχμηρή ματιά μιας από τις πλέον ταλαντούχες νέες σκηνοθέτριές μας.
Οι προ καιρού συζητήσεις της με τον Γιώργο Κουμεντάκη είχαν αίσιο τέλος κι έτσι η Κατερίνα Ευαγγελάτου συνεργάζεται με την Εθνική Λυρική Σκηνή και μάλιστα με ένα έργο πολλαπλώς απαιτητικό. Το μικρό κορίτσι με τα μακριά μαλλιά που τριγυρνούσε στο «Ολύμπια» από μικρούλα, καθώς ο μπαμπάς της έχει γράψει τη δική του ιστορία στον οργανισμό, παρουσιάζει οσονούπω την πρώτη της σκηνοθεσία για όπερα στην Ελλάδα και τη δεύτερη της καριέρας της.
Το εμβληματικό μυθιστόρημα του Βασίλη Βασιλικού «Ζ» κάνει πρεμιέρα στις 2 Μαρτίου στην Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ, σε λιμπρέτο Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη, μουσική Μηνά Μπορμπουδάκη (ο ίδιος μαζί με τον Νίκο Βασιλείου θα διευθύνουν). Στην παραγωγή συμμετέχει ένα καστ αναγνωρισμένων λυρικών πρωταγωνιστών, ενώ τον ρόλο του Ζ κρατά ο ηθοποιός Δημήτρης Παπανικολάου.
Τοποθετημένη στη δεκαετία του ’60, η υπόθεση της όπερας «Ζ» εκτυλίσσεται σε δύο επίπεδα: της δράσης και των ιδεών. Από το πατημένο γκάζι του τρίκυκλου μέχρι τις εικόνες της ασπρόμαυρης τηλεόρασης, όλα μετουσιώνονται σε ήχο, άλλοτε νευρώδη με ηλεκτρισμό και άλλοτε σπηλαιώδη με ηλεκτρονικά στοιχεία.
Σε κάθε περίπτωση η μουσική είναι εκεί για να τονίζει την ανθρώπινη διάσταση, ενώ η ατμόσφαιρα μοιάζει με εφιάλτη. Το ποιητικό στοιχείο διαπερνά το σκηνικό της Εύας Μανιδάκη, οι χώροι διεισδύουν ο ένας στον άλλο και με λεπτές χειρονομίες το εσωτερικό γίνεται εξωτερικό και ο ιδιωτικός χώρος δημόσιος.
«Βρήκα έτοιμο λιμπρέτο και μουσική. Συγχρόνως δεν κρύβω ότι δεν είχα διαβάσει το βιβλίο, είχα μόνο ακούσει μυθικές ιστορίες. Από την άλλη, την ταινία του Γαβρά πρέπει να την είδα κάποια στιγμή στα 16 μου και σίγουρα δεν τη θυμόμουν καλά. Οπότε η μελέτη πήγε σύννεφο. Από την πρώτη στιγμή τρελάθηκα με το έργο», λέει η Κατερίνα Ευαγγελάτου.
Τη μουσική θα τη χαρακτήριζα συνταρακτική, μοντέρνα, επηρεασμένη από τη σύγχρονη ηλεκτρονική σκηνή και βαθιά θεατρική, καθώς γράφτηκε για να εξυπηρετήσει ένα κείμενο. Το λιμπρέτο θεωρώ ότι είναι μια συμπυκνωμένη εκδοχή του βιβλίου, που αφήνει μεν αρκετά πράγματα απ’ έξω, αλλά στέκεται πιστά απέναντι στην ιστορία, την ατμόσφαιρα, την ανάλυση των ηρώων
• Ενα έργο με τόσο ιστορικό βάρος πώς λειτουργεί για μια σκηνοθέτρια της γενιάς σας;
Εγώ ποτέ δεν δεσμεύομαι από τη χρονική, ιστορική, ακόμα και γλωσσική απόσταση από κάτι. Δεν είναι λόγος για να διστάσω. Κοιτάζω πάντα να επιλέγω πράγματα που το καθένα για δικό του λόγο με κεντρίζει γι’ αυτό που είναι και θεωρώ ότι σε συνδυασμό με την οπτική μου θα προσφέρει κάτι στον σύγχρονο θεατή. Σε κάθε δουλειά, η συνομιλία ημών με το εκάστοτε κείμενο είναι το ζητούμενο. Το «Ζ» δεν το θεώρησα ποτέ τροχοπέδη.
• Αν αναδείξεις παραπάνω την ηρωική πλευρά του έργου δεν κινδυνεύεις να γίνεις γραφικός;
Καταλαβαίνω πώς το λέτε αλλά εδώ ο πρωταγωνιστής Ζ είναι μια προσωπικότητα τόσο λαμπερή που δίνει διαχρονική διάσταση σε όλα. Είχε όραμα σε μια πολύ σκοτεινή εποχή και μάλιστα λίγο πριν γίνει ακόμα σκοτεινότερη. Τα ντοκουμέντα δείχνουν ότι μιλάμε για μια εξαίρεση σε όλα του: στον τρόπο που ασκούσε την ιατρική, στον πολιτικό του λόγο, στην αθλητική του καριέρα.
Αρα είναι ένας άνθρωπος με όραμα. Αρα σε εκείνες τις εποχές ένας άνθρωπος βαθιά επικίνδυνος. Ο ίδιος επίσης θεωρούσε τον εαυτό του φιλειρηνιστή, ιδιότητα αδιανόητη εκείνη την εποχή βαθιάς πόλωσης. Ηταν πάνω από τα κόμματα, μια φυσιογνωμία υπεράνω όλων, που υπερπηδούσε τις μικροκομματικές στενότητες.
• Από την άλλη, ο λογοτέχνης Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης όρισε ως βασικό κλειδί για το λιμπρέτο του τη λέξη «οικονομία». Ηταν και σκηνοθετική κατεύθυνση;
Η οικονομία στους ρόλους, στα λόγια, στις πληροφορίες είναι αναπόφευκτη γιατί διαφορετικά θα διαρκούσε πέντε ώρες η παράσταση και μάλλον θα πηγαίναμε για βαγκνερική εκδοχή του «Ζ». Εχει όμως να κάνει και με τη σύγχρονη σκηνική πραγματικότητα.
Ας πούμε, οι τρεις δημοσιογράφοι που αναφέρει το βιβλίο συμπυκνώνονται στο έργο μας σε ένα πρόσωπο. Το ίδιο και οι αξιωματούχοι. Με τον τρόπο αυτό φτιάχνεται μεν ένας χαρακτήρας, αλλά στο πρόσωπό του αποδίδονται χαρακτηριστικά περισσότερων του ενός. Και αυτό εξυπηρετεί μια πιο σύγχρονη λογική στη σκηνή.
• Σας βοηθά το γεγονός ότι καταπιάνεστε με μια γνωστή ιστορία;
Παρεμπιπτόντως αυτή την ιστορία και πολλές ακόμα που αφορούν σκοτεινές στιγμές αυτού του τόπου δεν τη διδασκόμαστε σε κανένα σχολείο. Κι άρα, δεν είμαι σίγουρη πόσοι την ξέρουν ή πόσοι είναι ανοικτοί στην αλήθεια.
Περισσότεροι προτιμούν να την αποσιωπούν, όπως και άλλες πολλές. Υπάρχουν άνθρωποι που ακόμα δεν πιστεύουν ότι αυτό ήταν μια οργανωμένη δολοφονία κι επιμένουν ότι ήταν δυστύχημα. Αυτό είναι τρομερό αν σκεφτείς τα ντοκουμέντα που έχουν δημοσιοποιηθεί – και δεν μιλάω καν για όσα έχουν αποσιωπηθεί. Δυστυχώς δεν είμαστε λαός ανοικτός στην έρευνα και στις πολλαπλές αναγνώσεις της Ιστορίας. Ισως είναι θέμα τεμπελιάς.
• Ο Β. Βασιλικός χαρακτηρίζει το βιβλίο του «φανταστικό ντοκιμαντέρ ενός εγκλήματος», που «υπακούει στους νόμους ενός έργου φαντασίας αλλά αποτελεί και υπεύθυνη αντιγραφή της πραγματικότητας». Το ίδιο συμβαίνει και με το δικό σας έργο;
Φυσικά, διότι κάθε φορά οι άνθρωποι που μεταφέρουν μια ιστορία την εμπλουτίζουν, την εξηγούν, την πάνε παρακάτω. Στην όπερά μας για παράδειγμα υπάρχουν ολόκληροι διάλογοι, στίχοι, που είναι δημιουργίες του λιμπρετίστα και κατά κάποιον τρόπο αποτελούν φιλτραρισμένες ερμηνείες των γεγονότων. Δεν έχει κανείς πρόθεση να αμφισβητήσει -η γραμμή παραμένει αυτή που ορίζει το βιβλίο-, να προσθέσουμε πράγματα θέλουμε.
• Το βιβλίο αφορά τη δολοφονία του βουλευτή της ΕΔΑ, Γρηγόρη Λαμπράκη. Πιστεύετε πως σήμερα μπορούν όλα πια να γίνουν όπερα;
Θα σας απαντήσω με μία φράση που έλεγε ο πατέρας μου: «Ενας καλός σκηνοθέτης μπορεί να κάνει παράσταση ακόμα και τον τηλεφωνικό κατάλογο».
Με αυτή τη λογική, με ένα ενδιαφέρον πολιτικό ή ιστορικό γεγονός από έναν δυνατό συγγραφέα μπορείς να κάνεις πολλά, γιατί έχει γίνει ένα μεγάλο βήμα στη δραματουργία. Δεν μπορώ να πω αν γενικά με ενδιαφέρουν έργα που αφορούν ή φωτίζουν φέτες της Ιστορίας. Περισσότερο με απασχολεί αν είναι βαθιά ανθρώπινο, αν εστιάζει στους χαρακτήρες.
• Ο τρόπος που δουλέψατε πόσο άλλαξε τώρα που απέναντί σας είχατε τραγουδιστές και όχι ηθοποιούς;
Είναι η δεύτερη φορά που τολμώ να κάνω όπερα. Η πρώτη ήταν στο Περμ με τον Θοδωρή Κουρεντζή, όπου ανεβάσαμε τα «Παραμύθια του Χόφμαν», τα οποία έχουν κρατηθεί στο ρεπερτόριό τους επί πέντε χρόνια. Είμαι πολύ περήφανη που το έργο μου ζει κάπου μακριά μου. Τώρα, αν συγκρίνω την όπερα με το θέατρο, θα σας πω ότι κάτι χάνεις, κάτι κερδίζεις.
Στο λυρικό θέατρο παίρνεις τεράστια συγκίνηση και πληρότητα που σου προσφέρουν η μουσική και οι δυνατότητες έκφρασης που έχει ένας λυρικός ερμηνευτής με μόνο όπλο -κυρίως- τη φωνή του. Μου λείπει, όμως, από την άλλη η ενασχόλησή μου με τον λόγο, καθώς αγαπώ πολύ τη δουλειά που γίνεται με το κείμενο. Σκεφτείτε πως με τους ηθοποιούς που δουλεύω ξεκινάω τις πρόβες μιας παράστασης συλλαβίζοντας λέξη λέξη το κείμενο.
Εδώ μου έρχονται σχετικά έτοιμοι και παρόλο που υπάρχει σημαντική δουλειά να γίνει στο υποκριτικό σκέλος, δεν μπορώ να επιμείνω στη λεπτομέρεια ούτε και να δουλέψω στο ίδιο βάθος γιατί με περιορίζουν οι μουσικοί κανόνες. Οι παύσεις για παράδειγμα επιβάλλονται από τη μουσική και τον συνθέτη.
• O βουλευτής Ζ ήταν μαχητικός, ατίθασος, αυτό που λέμε ενοχλητικός. Σήμερα συναντάτε τέτοιους χαρακτήρες;
Σε όλες τις εποχές υπάρχουν αυτές οι εξαιρέσεις, απλώς εγώ θεωρώ ότι η δική μας θα τις είχε περισσότερη ανάγκη. Δεν τις παράγει μεν όπως τότε, διότι τη δεκαετία του ‘60 η πολιτική μας κουλτούρα ήταν πολύ διαφορετική.
Η Αριστερά ήταν Αριστερά, είχε μια μεγαλύτερη καθαρότητα κι ακεραιότητα, ήταν ιδεολογικά προσηλωμένη σε έναν στόχο και απόλυτα συνδεδεμένη με το καλλιτεχνικό ρεύμα της εποχής σε Ελλάδα και Ευρώπη. Σήμερα, καθώς ο κόσμος έχει χάσει την πίστη του σε πολιτικές, στα κόμματα, ακόμα και στον άνθρωπο, η εποχή γεννάει άλλους ήρωες. Δύσκολα πια γεννιέται μια μεγάλη προσωπικότητα γιατί κι εμείς πια δύσκολα πιστεύουμε σε αυτήν. Είναι πολλαπλά προδομένος ο σημερινός άνθρωπος για να μπορέσει να εμπιστευτεί τυφλά.
• «Αναλογιζόμενοι ότι είναι όμορφη η ζωή όταν κάθε στιγμή είσαι έτοιμος να πεθάνεις». Δεν είναι λίγο παρωχημένη αυτή η δονκιχωτική αντιμετώπιση;
Είναι η φράση με την οποία τελειώνει η παράσταση. Δεν θεωρώ ότι οι άνθρωποι πρέπει να πεθαίνουν για να δείχνουν την αφοσίωσή τους, ωστόσο ας μην το βγάζουμε τελείως εκτός πλαισίου. Αυτό το λέει ο Λαμπράκης ως μια φωνή από το υπερπέραν, ως μια μνήμη που συνεχίζει. Προφανώς και δεν μπορεί να το κάνει ο καθένας αυτό.
Απλώς έχουμε ανάγκη από κορυφές που θα κάνουν τις ακραίες πράξεις. Κορυφή δεν σημαίνει απαραίτητα ηγέτης. Κορυφή -για μένα- είναι κι αυτός που δεν υπέγραψε στη Μακρόνησο και υπέμεινε τα βασανιστήρια. Δυστυχώς η θυσία είναι μια εξαφανισμένη έννοια στη ζωή μας, ήδη από τη γενιά των γιαγιάδων μας, ούτε καν των γονιών μας. Ποιος θυσιάζεται για τον άλλον σήμερα;
Στο πολυδαίδαλο «Ζ» του Β. Βασιλικού
Πριν η Κατερίνα Ευαγγελάτου δεχτεί να σκηνοθετήσει την οπερατική μεταφορά του βιβλίου του Βασίλη Βασιλικού, ο λογοτέχνης Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης ανέλαβε την απαιτητική συγγραφή του λιμπρέτου. Μπαίνοντας στο πολυδαίδαλο μυθιστόρημα και με την πεποίθηση πως θα έπρεπε να χτίσει ένα κείμενο σαφώς πιο περιορισμένο σε έκταση, όρισε ως βασικό κλειδί τη λέξη «οικονομία»: «Οικονομία στους ρόλους, στα λόγια, στις πληροφορίες.
Οικονομία όχι όμως και στα αισθήματα ή στους κρυφούς συλλογισμούς των προσώπων». Χαράσσοντας κοινή κατεύθυνση με τον Μηνά Μπορμπουδάκη, αποφάσισαν να δώσουν έμφαση στο προσωπικό σύμπαν των ηρώων τους και να το αναδείξουν στην παράσταση σχεδόν ισότιμα με τη δράση και την «αστυνομική» ανέλιξη της ιστορίας, σε ισορροπία με τον τεράστιο πολιτικό αντίκτυπο των γεγονότων της εποχής.
«Η ανθρώπινη φύση», λέει ο ίδιος ο Χατζηγιαννίδης, «ικανή για το πιο υψηλό και το πιο ποταπό, φαντάζει απελπιστικά αναλλοίωτη στο πέρασμα των δεκαετιών».
Οσο για τον εξαιρετικά ταλαντούχο Κρητικό συνθέτη Μηνά Μπορμπουδάκη, είναι μόλις 43 ετών, ήδη διεθνής και πολύ συχνά έλκεται από φιλοσοφικά́, μυθολογικά́ και λογοτεχνικά θέματα τα οποία μεταφράζει σε νότες.
Αυτή τη φορά, εξερευνώντας τα ηχοτοπία της ταραγμένης δεκαετίας του 1960, δημιούργησε ένα ηχητικό τοπίο για το οποίο αποκαλύπτει: «Γκάζια, ο ψίθυρος μιας γυναίκας, παραμορφωμένες φωνές στα μεγάφωνα, πέτρες που χτυπάνε κλειστά παντζούρια, εσωτερικές φωνές και ρυθμικοί θόρυβοι από τις ράγες ενός τρένου μας ταξιδεύουν σε ηχότοπους που ξεδιπλώνονται σε δύο επίπεδα, στον κόσμο των σκέψεων και στην πραγματικότητα, θέτοντας το αναπάντητο ερώτημα: Γιατί;».
Εναλλακτική Σκηνή ΕΛΣ, Κέντρο Πολιτισμού Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος. Παραστάσεις 2, 3, 8, 10, 11, 15, 17, 18 Μαρτίου & 14, 15, 17, 18 Απριλίου. Ωρα έναρξης: 20.30. Συμμετέχει το σύνολο σύγχρονης μουσικής Ergon Ensemble.
