Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Με το βαγκνερικό «Λυκόφως των θεών» σε δραστική μουσική σύμπτυξη και ριζική δραματουργική μετάπλαση/παράφραση ξαναχτυπά η γνωστή τριανδρία «κακών παιδιών» Αλέξανδρος Ευκλείδης, Δημήτρης Δημόπουλος και Χαράλαμπος Γωγιός. Ο πρώτος συνέλαβε την ιδέα και σκηνοθέτησε την παράσταση, ο δεύτερος συνέγραψε το κείμενο και ο τρίτος έκανε τη μουσική προσαρμογή/μεταγραφή διατηρώντας τον μουσικό χαρακτήρα όπερας και διηύθυνε την εκτέλεση.

Η νέα παραγωγή υπό τον πιασάρικο τίτλο «Το λυκόφως των χρεών» πρωτοπαρουσιάστηκε στις 6/10/2017 ως εναρκτήρια της νέας σεζόν από τη χρηματοδοτούμενη από το Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος Εναλλακτική Σκηνή της κρατικά επιχορηγούμενης ΕΛΣ. Παρακολουθήσαμε τη διάρκειας περίπου δυόμισι ωρών παράσταση στις 8/10/2017, αποκομίζοντας πολωμένα ανάμεικτες -από άριστες έως αρνητικές- εντυπώσεις.

Εξελίσσοντας σε ευρύτερη, φιλόδοξα μεγαλύτερη κλίμακα τη δοκιμασμένη συνταγή παλιότερων, επιτυχημένων συνεργασιών τους («Yasou Aida», «Νέα Ελλάδα (Τhe making of)»), οι τρεις συνδημιουργοί συνδύασαν σκόπιμα ετερόκλιτο υλικό, αισθητική και πρακτικές για να δημιουργήσουν ένα απερίφραστα πολιτικό μουσικό έργο, που απηχούσε στενά και φανερά αντιλήψεις και απόψεις για την ελληνική κρίση συγκεκριμένης, μικρής μερίδας του πολιτικού κόσμου και των (δυνάμει) ψηφοφόρων της.

Η απολύτως ευανάγνωστη συμβολική αφήγηση ξετυλίχτηκε σε ουσιαστικά μηδενική απόσταση από την τρέχουσα πολιτικο-οικονομική κατάσταση, αγνοώντας συνειδητά ότι η Ιστορία, και μάλιστα αυτή που γεννιέται ζεστή από τη μήτρα του παρόντος, είναι ιδιαίτερα ασταθές και εύφλεκτο υλικό.

Τι είδαμε

Η ιδιαίτερα φροντισμένη σκηνική δραματουργία (Ευκλείδης, Δημόπουλος, Τριανταφυλλοπούλου) αντικατέστησε την πρωτότυπη βαγκνερική με μια κατασκευασμένη, συμβολική αφήγηση, άλλοτε σε επιτηδευμένο, δήθεν αφελές ύφος και αισθητική επίμονα διδακτικού (σχολικού, πολιτικού) σκετς και άλλοτε σε ύφος/αισθητική λαϊκής επιθεώρησης.

Καρικατούρα, γελοιοποίηση και ευτελισμός χρησιμοποιήθηκαν συστηματικά ως εργαλεία σχολιασμού καταστάσεων, χαρακτηρισμού σκηνικών χαρακτήρων και υπονόμευσης υποτίθεται σάπιων ή ψευδεπίγραφων αξιών, ενώ συχνή εμφάνιση έκαναν λαϊκιστικά κλισέ και παραπλανητικά γενικευτικοί αφορισμοί αντιευρωπαϊκής ρητορικής: ο επίβουλος ξένος, η Ελλάς που έδωσε τα πάντα στην Ευρώπη κ.λπ.

Ουσιαστικά σκηνοθέτης και λιμπρετίστας άδειασαν το βαγκνερικό πρωτότυπο από το περιεχόμενό του (συγκαλυμμένη κριτική της πρωτοκαπιταλιστικής κοινωνίας) για να γεμίσουν το κουφάρι με τη δική τους ιδεολογική δευτερολογία (εκ του ασφαλούς κριτική της αποτυχίας της εγχώριας εκδοχής του παρασιτικού καπιταλισμού).

Σε τεχνικό επίπεδο, η κατά περίπτωση αντιστοίχηση των χαρακτήρων προς τα βαγκνερικά τους πρωτότυπα και η αντιστοίχηση της δράσης τους προς όσα συμβαίνουν στο «Λυκόφως των θεών» ήταν θαυμαστά ξεκάθαρη και υποδειγματικά επεξεργασμένη: οι τρεις Μελίνες ως φρουροί του πεπρωμένου της φυλής (Μοίρες), η Ελλάς ως ηρωική, θυσιαστική Βρουγχίλδη, ο Σωτήρης ως αφελής, εξαπατώμενος ήρωας Ζίγκφριντ/(Τσίπρας), ο εγκληματίας Μέρτεν ως Χάγκεν /(Γερμανία), η αφελής Γκουτρούνε ως Λογική, ο δόλιος Εκσυγχρονισμός-Μέτερνιχ ως άπληστος Γκούντερ/Αλμπεριχ, ο τρεις Σουλιώτισσες ως Κόρες του Ρήνου κ.ο.κ.

Κάτι μεταξύ αθηναϊκού Μνημείου στον Αγνωστο Στρατιώτη (αλλά και στο Βερολίνο του Χίτλερ!) και γερμανικής Βαλχάλας, το αρχιτεκτονικό σκηνικό του Κωνσταντίνου Ζαμάνη όπως επίσης και τα εύστοχα καρατερίστικα κοστούμια του υπηρέτησαν πιστά την όλη ιδέα. Ομοίως οι υπερτονισμένα θεατρικοί φωτισμοί και τα φωτιστικά εφέ της Μελίνας Μάσχα.

Τι ακούσαμε

Αριστη από κάθε άποψη και σε κάθε της λεπτομέρεια ήταν η μεταγραφή/σύμπτυξη του κολοσσιαίων μεγεθών βαγκνερικού πρωτοτύπου για εννεαμελές σύνολο μουσικών και έντεκα μονωδούς από τον συνθέτη Χαράλαμπο Γωγιό˙ μάλιστα σε τέτοιο βαθμό που, υπό διαφορετικές συνθήκες, θα μπορούσε κάλλιστα να προσφέρει μια σοβαρή, πλήρη παρουσίαση της «Τετραλογίας» σε εκδοχή δωματίου… Ομως, διατηρώντας την αναπαλλοτρίωτη ευγένεια και το δραματικό βάρος του ρομαντικού πρωτοτύπου, μοιραία η προσαρμογή «κλότσαγε» συστηματικά ως ξένο σώμα από επάνω της τον ευτελή, εύκολα προβοκατόρικο λόγο και το επιθεωρησιακής αισθητικής θέαμα…

Αυτά τουλάχιστον για όσους γνωρίζουν καλά, κατανοούν σε βάθος και σέβονται το βαγκνερικό πρωτότυπο. Δεδομένης της σκόπιμα στρεβλωτικής, συστηματικής δυσφήμησης του Βάγκνερ στην Ελλάδα και, βεβαίως, αφού η «Τετραλογία» ουδέποτε παρουσιάστηκε σε εγχώρια παραγωγή, οι υπόλοιποι θεατές (φαντάζομαι) απλώς υπέμειναν την άγνωστη αυτή μουσική ως μακρύ, σχολαστικό, στομφώδες soundtrack… Πολύ καλοί ήσαν όλοι οι μονωδοί, άριστη η μουσική εκτέλεση/άθλος από το μουσικό σύνολο υπό τον Γωγιό.