Η «Λουτσία ντι Λαμερμούρ» (1835) του Ντονιτσέτι συγκαταλέγεται στις απολύτως εμβληματικές όπερες του πρώτου ιταλικού ρομαντισμού, ανήκει στον πυρήνα του διεθνούς λυρικού δραματολογίου και η θεματική διαθέτει όψεις καίρια φεμινιστικού ενδιαφέροντος.
Επίσης, όπως είναι ιστορικά τεκμηριωμένο, υπήρξε μια από τις σταθερά, εξ αρχής και διαχρονικά δημοφιλέστερες όπερες για το ελληνικό κοινό: ήταν η όπερα με την οποία εγκαινιάστηκε στις 6 Ιανουαρίου 1840 το Θέατρο Αθηνών ή Θέατρο Μπούκουρα, το πρώτο συστηματικό θέατρο της Αθήνας και η μόνη χειμερινή αίθουσα της πρωτεύουσας μέχρι τα εγκαίνια του Δημοτικού Θεάτρου Αθηνών το 1888, κατείχε κεντρική θέση στο δραματολόγιο του Γ’ Ελληνικού Μελοδράματος αλλά και σε αυτό της νεοσύστατης Λυρικής Σκηνής ήδη από τα χρόνια κατά τα οποία αυτή ήταν μέρος του Εθνικού Θεάτρου και μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1960.
Αδιαφιλονίκητες ερμηνεύτριες του κεντρικού ρόλου κατά τα πρώτα χρόνια της Λυρικής ήσαν οι υψίφωνοι Φραντσέσκα Νικήτα και Φανή Παπαναστασίου, ενώ αργότερα παρέλαβαν τον πρωταγωνιστικό ρόλο κυρίως η Ρούλα Φωκιανού και η Ελένη Γκάγκα-Σπυροπούλου.
Στη συνέχεια η όπερα επανήλθε για δύο μόλις καλλιτεχνικές περιόδους, το 1981 και 1982, δίνοντας την ευκαιρία στην Τζένη Δριβάλα και τη Φώφη Σαραντοπούλου να λάμψουν, κάθε μια με τα δικά της μέσα.
Εκτοτε χάθηκε από το δραματολόγιο της ΕΛΣ. Ως παρένθεση, παραγωγή του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών την καλλιτεχνική περίοδο 2001/02 έδωσε μία ακόμα ευκαιρία σε Ελληνίδα τραγουδίστρια να αποκαλύψει το ταλέντο της: ήταν η Μάτα Κατσούλη, η οποία ερμήνευσε τον ρόλο, παραλαμβάνοντάς τον από την Τζουν Αντερσον.
Η μικρή αυτή ιστορική αναδρομή κρίθηκε σκόπιμη, μια και η πιο πρόσφατη, συναυλιακή παρουσίαση της όπερας ήταν στραμμένη προς το παρελθόν, όπως θα δούμε παρακάτω. Πραγματοποιήθηκε στις 13/3 στο Μέγαρο Μουσικής, στο πλαίσιο αφιερώματος στη Μαρία Κάλλας. Η κατάμεστη αίθουσα έδειξε εύγλωττα την απήχηση και το ενδιαφέρον για το έργο.
Ο Αρης Χριστοφέλλης, που επέβλεψε καλλιτεχνικά το ακρόαμα, ισορρόπησε με πραγματισμό αφ’ ενός τη βούληση/επιθυμία για μια ζωντανή παρουσίαση της «Λουτσίας», αφ’ ετέρου τις σημερινές δυνατότητες των συγκεκριμένων Ελλήνων μονωδών.
Η επιλογή ως πρωταγωνίστριας της Βασιλικής Καραγιάννη, με λαμπερή φωνή κρυστάλλινης χροιάς και μεγάλη άνεση στις υψηλές νότες, «δικαιολογήθηκε» εύστοχα με την επιλογή μιας «vintage» αισθητικής τραγουδιού για υψίφωνο-αηδόνι, που περιέλαβε πλήθος διανθίσεων βασισμένων σε ιστορικές ηχογραφήσεις των αρχών του 20ού αιώνα, προσδίδοντας στο ακρόαμα ειδικό ιστορικό ενδιαφέρον.
Τα διανθίσματα είχαν επιλεγεί προσεκτικά και προστέθηκαν με μέτρο, ώστε να μην πλήξουν το ήθος και την αισθητική της μουσικής, αλλά ταυτόχρονα να αξιοποιούν τις αρετές της πρωταγωνίστριας. Ταυτόχρονα, το τραγούδι της Καραγιάννη δεν ήταν απλά διακοσμητικό, αλλά στηριζόταν εξίσου στην ψυχολογική ερμηνεία της ηρωίδας.
Από την υπόλοιπη διανομή εύκολα ξεχώρισε ο μουσικότατος, ρωμαλέος, καλαίσθητα στιλιζαρισμένος Ενρίκο του Τάση Χριστογιαννόπουλου, βαρύτονου που διαπρέπει στο εξωτερικό. Ο ρόλος μοιάζει να ταιριάζει άριστα στη φωνή του και η αισθητική του τραγουδιού ήταν απολύτως ταιριαστή.
Ηχηρός και αξιόπιστος υπήρξε ο Ραϊμόντο του βαθύφωνου Τάσου Αποστόλου. Τον κομβικό και απαιτητικό ρόλο του Εντγκάρντο έφερε ο τενόρος Γιάννης Χριστόπουλος, τον Αρτούρο και τον Νορμάνο τραγούδησε ο τενόρος Γιάννης Καλύβας, την Αλίζα η Ελένη Βουδουράκη.
Η απόδοση των χορωδιών του Δήμου Αθηναίων και της ΕΡΤ υπήρξε απλώς αξιοπρεπής, ενώ ο Λουκάς Καρυτινός διηύθυνε την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών με το γνωστό σφρίγος και δυναμισμό, αναδεικνύοντας τα τόσα αξιομνημόνευτα μέρη της όπερας: όχι μονάχα τις άριες και τα λυρικά ντουέτα, αλλά εξίσου τα δραματικά μέρη, όπως την περίφημη «σκηνή της τρέλας» της πρωταγωνίστριας, την εξαιρετική και ευρηματική τελική σκηνή του Εντγκάρντο, το σεξτέτο και τη συνακόλουθη «σκηνή της κατάρας».
Υποθέτει κανείς ότι οι περικοπές σκηνών, όπως αυτή ανάμεσα σε τενόρο και βαρύτονο, ή τμημάτων και επαναλήψεων από άριες και ντουέτα σχετίζονταν επίσης με πρακτικές παλαιότερων δεκαετιών, στις οποίες αναφερόταν η συγκεκριμένη παραγωγή.
