• Αθήνα
    Ασθενείς βροχοπτώσεις
    15°C 14.5°C / 16.4°C
    1 BF
    83%
  • Θεσσαλονίκη
    Ελαφρές νεφώσεις
    14°C 12.0°C / 16.4°C
    1 BF
    64%
  • Πάτρα
    Ασθενείς βροχοπτώσεις
    15°C 13.0°C / 15.9°C
    2 BF
    58%
  • Ιωάννινα
    Ελαφρές νεφώσεις
    10°C 9.9°C / 12.0°C
    2 BF
    81%
  • Αλεξανδρούπολη
    Σποραδικές νεφώσεις
    14°C 13.9°C / 15.2°C
    3 BF
    88%
  • Βέροια
    Αυξημένες νεφώσεις
    14°C 11.3°C / 14.8°C
    1 BF
    72%
  • Κοζάνη
    Σποραδικές νεφώσεις
    10°C 10.4°C / 11.2°C
    0 BF
    71%
  • Αγρίνιο
    Αραιές νεφώσεις
    13°C 12.6°C / 14.6°C
    1 BF
    69%
  • Ηράκλειο
    Σποραδικές νεφώσεις
    19°C 17.7°C / 19.8°C
    4 BF
    67%
  • Μυτιλήνη
    Σποραδικές νεφώσεις
    15°C 12.9°C / 14.9°C
    4 BF
    82%
  • Ερμούπολη
    Σποραδικές νεφώσεις
    16°C 13.8°C / 16.6°C
    3 BF
    72%
  • Σκόπελος
    Σποραδικές νεφώσεις
    14°C 12.3°C / 15.6°C
    3 BF
    77%
  • Κεφαλονιά
    Αραιές νεφώσεις
    15°C 12.9°C / 14.9°C
    2 BF
    82%
  • Λάρισα
    Ασθενής ομίχλη
    9°C 8.5°C / 8.9°C
    0 BF
    100%
  • Λαμία
    Αραιές νεφώσεις
    8°C 8.5°C / 13.3°C
    2 BF
    61%
  • Ρόδος
    Αραιές νεφώσεις
    18°C 15.8°C / 18.8°C
    2 BF
    82%
  • Χαλκίδα
    Αραιές νεφώσεις
    16°C 14.7°C / 16.6°C
    1 BF
    67%
  • Καβάλα
    Ελαφρές νεφώσεις
    14°C 13.2°C / 14.4°C
    1 BF
    83%
  • Κατερίνη
    Σποραδικές νεφώσεις
    14°C 12.1°C / 16.5°C
    2 BF
    70%
  • Καστοριά
    Αραιές νεφώσεις
    11°C 10.8°C / 10.8°C
    0 BF
    69%
ΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Γραφές της πόλης

  • A-
  • A+
Διαδρομές και στάσεις στην Αθήνα.

Λογοτεχνία της πόλης ή πόλεις της λογοτεχνίας; Από όποια σκοπιά και να το δεις (περιπατητής κειμένων ή αναγνώστης αστικού ιστού) η γραφή της περιπλάνησης αναχωνεύει ένα διπλό βλέμμα: του αυτόπτη ή αυτήκοου μάρτυρα και του αφηγητή επινοημένων ιστοριών πολεοδομικής πνοής.

Η πεζογραφική μας αθηναιογραφία την τελευταία εικοσαετία. Αυτό είναι το πλαίσιο του σημερινού αφιερώματός μας. Εντός αυτού κινήθηκαν με συναρπαστική ακρίβεια ο πανεπιστημιακός, φιλόλογος και κριτικός λογοτεχνίας Κώστας Καραβίδας, ο φιλόλογος και κριτικός λογοτεχνίας Αριστοτέλης Σαΐνης, ο δοκιμιογράφος και κριτικός λογοτεχνίας Βαγγέλης Χατζηβασιλείου και ο αρχιτέκτονας και πανεπιστημιακός Δημήτρης Φιλιππίδης (ο οποίος εστιάζει στο αρχιτεκτονικό βλέμμα της πόλης).

Ας αναβιώσουμε, λοιπόν, μαζί τους, ας απολαύσουμε, αλλά και ας προβληματιστούμε από τις διαδρομές και τις στάσεις που επέλεξαν οι εξαίρετοι μελετητές-πεζοπόροι στην απτή και φαντασιακή Αθήνα, στην πόλη της ατομικής και συλλογικής μας μνήμης.

Μ. ΦΑΪΣ

Αθηναϊκές μικροϊστορίες

Του Αριστοτέλη Σαΐνη

«υπό τον μαρμαίροντα αττικόν ουρανόν»

Μιχ. Μητσάκης

Αποκρουστική και γοητευτική, καθημερινώς ίδια και αενάως διαφορετική, χωρίς ιδιότητες, όπως στον Μούζιλ, αλλόκοτη όπως στον Κάφκα ή άρρωστη όπως το Οράν του Καμύ, κυκλική όπως το Δουβλίνο του Τζόις ή χρονοτοπικά λαβυρινθώδης όπως οι μητροπόλεις του Μπιτόρ ή του Ρομπ-Γκριγιέ, ακόμα και φανταστική όπως οι «αόρατες πόλεις» του Καλβίνο, η Αθήνα, οι πολυπληθείς λεωφόροι της και οι απόμερες γωνιές της πρωταγωνιστούν σε πολλά πεζογραφήματα της περιόδου.

Η πόλη ως φόντο ή ντεκόρ, ως θέμα ή πρωταγωνιστής (ακόμα και φόρμα όπως το ίδιο το μυθιστόρημα) και ο συγγραφέας-αφηγητής ως «άνθρωπος του πλήθους», μοναχικός περιπατητής, ευαίσθητος ακροατής και εκφραστής της πικρής μοναξιάς αυτού του απορφανισμένου πληθυντικού εγώ των ατέλειωτων λεωφόρων της, στην παράδοση των μεγάλων αθηναιογράφων μας: από τον «αλκοολικό της περιγραφής» Μιχ. Μητσάκη ώς την πρωτοποριακή Ομόνοια 1980 (Κέδρος, 1988) του Γιώργου Ιωάννου που ανέδειξε με πρωτόγνωρο τρόπο τη δυναμική ανθρωπογεωγραφία της «ψυχής» της πόλης. Να το θέμα μας.

«Η μεγάλη πόλη υπαγορεύει με χίλια στόματα», γράφει ο Κωστής Παπαγιώργης, «αρκεί να θελήσει κανείς το ρόλο του γραμματέα» και με μια διασταλτική προσέγγιση, αναζητάμε, λοιπόν, όχι μόνο καθαρές μορφές της λογοτεχνίας της αστικής περιπλάνησης, αλλά και την παρουσία και το ρόλο του αστικού χωροχρόνου στη σύγχρονη πεζογραφία.

Κάθε αναδρομή σε σχετικά κείμενα οφείλει να ξεκινήσει από τον συγγραφέα που «έχει γράψει πολλά για την Αθήνα και συχνά στα βιβλία του αναφέρεται μια γνωστή πλατεία», όπως περιγράφει ο ίδιος τον εαυτό του· μ’ άλλα λόγια, τον «Βικτωριανό» και Κυψελιώτη μανιώδη αθηναιογράφο Μένη Κουμανταρέα. Δεν είναι ο μόνος. Η Αθήνα έχει συχνά πρωταγωνιστικό ρόλο στα μυθιστορήματα του Αλέξανδρου Κοτζιά και της Μάρως Δούκα, είναι πανταχού παρούσα στα βιβλία του Αλέξη Πανσέληνου, και σε συγκεκριμένους χώρους του αθηναϊκού κέντρου επιστρέφει πάντα ο Βασίλης Αλεξάκης.

Σε συνεχή κίνηση βρίσκονται οι δύο κεντρικοί χαρακτήρες στον Αχρηστο Δημήτρη (Μεταίχμιο, 1998) του Γιώργου Συμπάρδη, στην Εύα (Πατάκης, 2009) της Ερσης Σωτηροπούλου η νυχτερινή περιπλάνηση στη ζοφερή περιθωριακή Αθήνα αποτελεί ένα μικρό διάλειμμα στην ασφυκτική ζωή της εγκλωβισμένης ηρωίδας, ενώ στο μεταξύ μυθοπλασίας και δοκιμίου αφήγημα του Σωτήρη Δημητρίου Τα οπωροφόρα της Αθήνας (Πατάκης, 2005), ο λαϊκός αθώος «βαδιζομανής» αφηγητής, με μότο τη φράση «Μάτια να έχεις και πόδια να βαδίζεις», χαρτογραφεί τη σύγχρονη απορφανισμένη από αισθήματα πόλη.

Η πόλη του Αχιλλέα Κυριακίδη «τρέχει» πάντα «σαν σκέψη που χτυπάει και φεύγει», μ’ έναν «πονηρό» κινηματογραφικό ενεστώτα, επιτρέποντας μέσα από το ετερόκλητο στροβιλιζόμενο πλήθος των ανθρώπων της ν’ αναδύονται κάθε τόσο αλλόκοτα πλάσματα (Τεχνητές αναπνοές, Πόλις, 2003), ενώ ο Γιάννης Ευσταθιάδης (Κλεινόν, Μελάνι, 2016) μας θυμίζει ότι κάθε περιήγηση στο αστικό τοπίο είναι αναπόφευκτα ταξίδι στο χρόνο και την Ιστορία. Αγκιστρωμένο στο ρυμοτομικό σχέδιο της πόλης δεν είναι και το ανασκάλεμα της ιστορικής μνήμης στο Αντρες χωρίς άντρες (Πατάκης, 2020) του Νίκου Δαββέτα ή και στα διηγήματα της Ελισάβετ Χρονοπούλου (Ο έτερος εχθρός, Πόλις, 2017);

Καλειδοσκοπικός αθηναιογράφος είναι φυσικά και ο Δημήτρης Φύσσας, που γνωρίζει την πόλη καλύτερα από την τσέπη του, ενώ οι ψυχογεωγραφικές ασκήσεις του Γιώργου Ικαρου Μπαμπασάκη, με τη δηλωμένη ντεμπορική τους γραμμή, διαβάζονται ως συνέχεια των ιστοριών του Χρήστου Βακαλόπουλου, το παθιασμένο βλέμμα του οποίου δεν καθρεφτίζει απλώς την αστική εμπειρία, αλλά την ανακατασκευάζει [Νέες Αθηναϊκές ιστορίες (Εστία, 1988)].

Το «παραμιλητό» της Αθήνας, «μουσικό χαλί» σε πολλά βιβλία του «λυσσαλέου περιπατητή» («που υποφέρει από πολύ εαυτό») Μισέλ Φάις, διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στο μεγάλο πρότζεκτ του προς μια «αυτοβιογραφία του πλήθους» και ακούγεται ολοκάθαρα στο Η πόλη στα γόνατα (Πατάκης, 2002), ένα βιβλίο-λεύκωμα με φωτογραφίες αστέγων της Αθήνας, σχολιασμένες από σπαράγματα θεατρογενών μονολόγων.

Η σχέση έλξης - άπωσης με την πόλη μας, η άναρχη και απότομη μεταμόρφωσή της από συσσωματώσεις γειτονιών σε μητρόπολη, η παρουσία του «άλλου» δίπλα μας, θεματοποιήθηκε σε πολλά μυθιστορήματα της περιόδου και εντάθηκε όσο πλησιάζαμε στην κρίση. Θυμίζω τις σχολιασμένες από φωτογραφίες του Καμίλο Νόλλας «νέες αθηναϊκές ιστορίες» του Κώστα Κατσουλάρη (Μικρός δακτύλιος, Ελληνικά Γράμματα, 2007), ενώ με την υβριδική προσπάθεια (ημερολόγιο, δοκίμιο, μαρτυρία, φωτογραφία) του Χρήστου Χρυσόπουλου Φακός στο στόμα (Πόλις, 2012) βρισκόμαστε ακριβώς στην καρδιά της κρίσης.

Η φθορά του πολεοδομικού ιστού γίνεται πλέον μεταφορά της οικονομικής κατάρρευσης και της κοινωνικής παρακμής. Εδώ οι νυχτερινές περιπλανήσεις στην Αθήνα της κρίσης στην Ακρα ταπείνωση (Καστανιώτης, 2015) της Ρέα Γαλανάκη, στο Η πόλη και η σιωπή (Καστανιώτης, 2013) του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη και, κυρίως, στη νουβέλα Η Βικτώρια δεν υπάρχει (Νεφέλη, 2013) του Γιάννη Τσίρμπα: ένα εσωτερικό ταξίδι με τελικό προορισμό τη σχεδόν δυστοπικά υποβαθμισμένη πλατεία του αθηναϊκού κέντρου.

Παρομοίως η Κατερίνα Παπαντωνίου γειώνει την αφήγησή της στον αναγνωρίσιμο πολεοδομικό ιστό του παρηκμασμένου κέντρου (Σκοτεινό ασανσέρ, Τόπος, 2016), και ο ήρωας στο Ενυδρείο (Κίχλη, 2014) του Γιώργου Κουτσούκου αναζητά εμμονικά σε δρόμους και πλατείες της πόλης το ερωτικό αντικείμενο του πόθου του. Αδιάκοπη η κίνηση και στις είκοσι τέσσερις φέτες της αστικής ζωής στο σπονδυλωτό μυθιστόρημα 24 του Γιάννη Γορανίτη (Πατάκης, 2017), αλλά και στο Εκεί που ζούμε (Πατάκης, 2019) του Χρήστου Κυθρεώτη όπου διαγράφονται αδιέξοδοι κύκλοι στη νοτισμένη ήττα και την παρακμή Αθήνα.

Στο Οι τυφλοί (Καστανιώτης, 2017) του Νίκου Μάντη πρωταγωνιστής αναδεικνύεται η μητροπολιτική Αθήνα, η οποία, με το συνεχώς επεκτεινόμενο αρτηριακό της σύστημα, αποτελεί «έναν κολοσσιαίο εγκέφαλο από μπετόν, χώμα, γλίτσα και άσφαλτο που μέσα του συνωστίζονται οι άνθρωποι με την ίδια συχνότητα που συνωθούνται οι φευγαλέες σκιώδεις σκέψεις μες στο κεφάλι ενός παρανοϊκού», στο ρηµαγµένο αστικό τοπίο της Αθήνας μαίνονται οι συγκρούσεις ακροδεξιών και αντιεξουσιαστών (Τάκης Καµπύλης, Γίγαντες και φασόλια, Καστανιώτης, 2019), ενώ στο μυθιστορηματικό χρονικό Το Blues της ανεργίας (Κέδρος, 2016) του Παναγιώτη Βλάχου το κέντρο της πόλης προβάλλει ως πεδίο συγκρούσεων και μετασχηματισμών, και η πλατεία ως χώρος έκφρασης, θυμού και εξέγερσης.

Στην παράδοση του μεγάλου αθηναιογράφου Γιάννη Μαρή κινείται μεγάλο μέρος της σύγχρονης παραγωγής αστυνομικών αφηγημάτων: από τον Πέτρο Μάρκαρη και τον Σέργιο Γκάκα (Οι στάχτες, Καστανιώτης, 2004) στον Μάρκο Κρητικό (Το μπλουζ της πεταλούδας, Μεταίχμιο, 2021) και τον αστικό ιστό ως «έρημη χώρα» και «εγκόσμια κόλαση». Ο πρώτος, μάλιστα, επεκτείνει το αθηναιογραφικό του ενδιαφέρον και εκτός μυθοπλασίας, σε αμιγώς περιηγητικά κείμενα όπως στη συλλογή Η Αθήνα της μιας διαδρομής (Γαβριηλίδης, 2013): σύντομοι περίπατοι γύρω από τους σταθμούς του ΗΣΑΠ αποδεικνύονται ο πιο σύντομος τρόπος να γνωρίσει κανείς την πόλη και την κοινωνική της διαστρωμάτωση.

Κι ενώ ο Ηλίας Καφάογλου (Πεζός, ένας μικρός επαναστάτης, Υψιλον, 2016) πλέκει το εγκώμιο του στοχαστικού περιπατητή, και το πρόσφατο τρίπτυχο έργο του «αθηναιοκεντρικού αθηναιογράφου» Νίκου Βατόπουλου χαρτογραφεί συστηματικά και με «αστική συγκίνηση» το άστυ, αναδεικνύοντας λανθάνουσες και αθέατες πλευρές του [Περπατώντας στην Αθήνα (2018), Μικροί δρόμοι της Αθήνας (2019), Στο βάθος του αιώνα, Μεταίχμιο, 2020)], τα τελευταία χρόνια το σχετικό ενδιαφέρον αυξάνεται. Μετά την οικονομική και την πανδημική κρίση, ο δημόσιος χώρος και η εμπλοκή μαζί του αποκτά νέα χαρακτηριστικά και φέρνει νεότερους ανθρώπους σε σχετικούς προβληματισμούς (βλ. την πρόσφατη αρθρογραφία του Στέλιου Παπαγρηγορίου).

Από αυτή την άποψη, αναμφίβολα ξεχωρίζει το φιλόδοξο πρότζεκτ του Νικήτα Σινιόσογλου που συνομιλεί επί ίσοις όροις με τις μεγάλες στιγμές της λογοτεχνίας της αστικής περιπλάνησης, θεωρητικοποιώντας στοχαστικά το είδος. Τελευταίο του ίχνος σε μορφή βιβλίου, η περίφημη ήδη «δοκιμή περιπλάνησης» Λεωφόρος Νάτο (Κίχλη, 2019), όπου και η κρυφή αναλογία ανάμεσα στους δρόμους της συνείδησης και τις λεωφόρους της πόλης εξερευνάται μέχρις εσχάτων.

ΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Αθηναϊκές δυστοπίες και ουτοπίες

Του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου (*)

Η Αθήνα κυριαρχεί σε πολλές σελίδες της πεζογραφίας της τελευταίας εικοσαετίας, εκείνο, όμως, στο οποίο θέλω να εστιάσω για τις ανάγκες του παρόντος αφιερώματος είναι οι αθηναϊκές δυστοπίες και ουτοπίες, υπό την ευρεία έννοια των δύο όρων. Στις δυστοπίες (πυκνώνουν σαφώς όταν περνάμε στη δεύτερη δεκαετία του χρονικού μας φάσματος), μπορεί να διακρίνουμε τα πιο διαφορετικά στοιχεία: από τη σύγχρονη μητρόπολη που είναι βυθισμένη σε μια εγκληματική δραστηριότητα η οποία ξεπερνά κάθε φαντασία, και από τη σκοτεινά αλληγορική μυθολογία των υπόγειων ποταμών και διακλαδώσεων του αθηναϊκού άστεως μέχρι την εικόνα μιας πρωτεύουσας καθώς ταξιδεύει επικίνδυνα προς το κοντινό της μέλλον. Στις ουτοπίες θα συναντήσουμε ένα ευφρόσυνο λογοτεχνικό παιχνίδι, που έχει ως σκοπό του την υπέρβαση της καταθλιπτικής καθημερινότητας.

Η κοινωνικοπολιτική προβληματική του Ανδρέα Αποστολίδη (γεν. 1953) θα προβάλει σε όλη της την έκταση με το μυθιστόρημα Λοβοτομή (Αγρα, 2002). Το δίχτυ της της πλοκής (με αναρίθμητους ήρωες και πλήθος ασύνδετα εκ πρώτης όψεως επεισόδια) εξαπλώνεται σαν αράχνη από τη μιαν άκρη της Αθήνας στην άλλη. Μια χαοτική μητρόπολη, που συμπεριλαμβάνει στους κόλπους της από παράνομα ιατρικά κυκλώματα, ντόπια ή ξένη μαφία, κίτρινο Τύπο και πάσης λογής κερδοσκοπίες μέχρι υποκλοπές, εμπορία ανθρώπινων οργάνων και λαθρεμπόριο πετρελαίου, σ’ ένα όργιο βασανιστηρίων, εμπρησμών και φόνων. Με μιαν αφήγηση που υιοθετεί το παγερό ύφος της υπηρεσιακής έκθεσης των αρμοδίων αρχών ή τη λαχανιασμένη γλώσσα του αστυνομικού ρεπορτάζ, ο Αποστολίδης ανοίγει τον δρόμο για ένα κοινωνικοπολιτικό αστυνομικό μυθιστόρημα, όπου η πόλη μετατρέπεται σε προνομιακό σκηνικό της δράσης.

Με το υβριδικό του αφήγημα Τα οπωροφόρα της Αθήνας (Πατάκης, 2005), ο Σωτήρης Δημητρίου (γεν. 1953) θα κινηθεί μεταξύ διηγήματος και μυθιστορήματος, βασισμένος σ’ ένα εγώ το οποίο αποκλίνει από το σύμπαν χάρη σε ένα βλέμμα ποιητικού περιθωρίου – το βλέμμα ενός μανάβη με ποιητική όραση, που θα πρωταγωνιστήσει σε μια σειρά από εξαιρετικά σύντομα επεισόδια. Πρόκειται για τους σταθμούς που θα κάνει ο μανάβης περιπλανώμενος στην πόλη, αποζητώντας μια νότα χαλάρωσης για το άχθος της καθημερινότητας. Εκείνο που εισπράττει ατυχώς ως απάντηση γι’ αυτή την ονειρική εκδοχή της Αθήνας είναι το μάγκωμα, η βουβαμάρα και η καθήλωση. Αλλά ο ήρωας του Δημητρίου δεν θα καμφθεί και θα αντιμετωπίσει περιπαικτικά την περιρρέουσα άρνηση: ανεβαίνοντας στα δέντρα και κάνοντας πλάκα με τους περαστικούς, μπαίνοντας στο λεωφορείο χωρίς να επικυρώσει το εισιτήριό του (και περιμένοντας να τον πιάσει ο έλεγχος), πετώντας νεράντζια και ελιές στις γάτες ή παριστάνοντας το αυτοκίνητο (εφοδιασμένος με ένα φωσφορούχο μπουφάν και μια κόρνα) υπό συνθήκες ασφυκτικής κυκλοφορίας.

Στη νουβέλα Τέσσερις μαρτυρίες για την εκταφή του ποταμού Ερρινυού (Εστία, 2016) της Αντζελας Δημητρακάκη (γεν. 1968), τα υπόγεια νερά της Αθήνας υπερβαίνουν τα όρια του αστικού μύθου. Ο Ερρινυός είναι το υπόγειο ποτάμι που πρωταγωνιστεί στο βιβλίο, αλλά δεν ανήκει στην πραγματική σφαίρα της αθηναϊκής γεωγραφίας. Και μόνο από το όνομά του, που παραπέμπει στις χθόνιες θεότητες Ερινύες, τσιμπώντας κάτι κι από την αρχαία έννοια του ρου, μπορούμε να υποθέσουμε πως αποτελεί οντότητα μυθική και φαντασιακή – κι ας τρέχουν (όποτε τρέξουν) τα νερά του σε μιαν επίσης φανταστική των Δυτικών Συνοικιών που αναπλάθει ωστόσο με ρεαλιστική ενάργεια τη δεκαετία του 1980 σε μιαν εξίσου ρεαλιστική (και άκρως ταξική) Αθήνα· τη μεγαλούπολη στην οποία μεγαλώνουν τέσσερις έφηβες της εποχής. Ψάχνοντας τον ποταμό Ερρινυό για τον οποίο έχει κάνει λόγο η καθηγήτριά τους, οι ηρωίδες θα βρουν τρόπο για να κατεβούν κάτω από τη γη και να συναντήσουν την ξερή κοίτη του. Ξαφνικά όμως οι υδάτινοι όγκοι θα πλημμυρίσουν την άδεια κοίτη και οι όχι ασκόπως πρωτύτερα μαυροφορεμένες θα μεταβληθούν σε τραγικά πρόσωπα, πενθώντας δια βίου την απώλειά τους και πληρώνοντας με πανάκριβο τρόπο την προσπάθειά τους να ξεφύγουν από το κολαστήριο της γειτονιάς και της πόλης τους.

Στο μυθιστόρημα Οι τυφλοί (Καστανιώτης, 2017) του Νίκου Α. Μάντη (γεν. 1976) διακρίνουμε, μεταξύ άλλων, τη διείσδυση στο εσωτερικό του γήινου φλοιού, ικανή να φτάσει μέχρι τον μινωικό λαβύρινθο. Κρίσιμο εν προκειμένω ρόλο θα διεκδικήσει και η ιστορία των υπόγειων στοών, διακλαδώσεων και ποταμιών της Αθήνας (μαζί με όλη τη μυθολογία της, όπως και στη νουβέλα της Δημητρακάκη). Ο Μάντης συνενώνει σε ένα αφηγηματικό σπιράλ χωρίς ρωγμές και κενά τα διαφορετικά χρονικά κομμάτια της νεότερης Αθήνας, αρχίζοντας από τις ακροδεξιές ομάδες που δραστηριοποιήθηκαν στο άνω διάζωμα της πλατείας Συντάγματος το καλοκαίρι του 2011 και φτάνοντας μέχρι τον Απρίλιο του 1972 και τις επετειακές εκδηλώσεις της δικτατορίας στο Καλλιμάρμαρο. Πρωταγωνιστής, ένας ακροδεξιός πράκτορας που υπηρέτησε ως εύζωνος της Βασιλικής Φρουράς και έχει δίχρωμα μάτια: μια μάσκα για όλες τις τρομώδεις μεταμορφώσεις της εξουσίας.

Στο μυθιστόρημα Γίγαντες και φασόλια (Καστανιώτης, 2019) του Τάκη Καμπύλη (γεν. 1962) η Αθήνα είναι μια φτωχοποιημένη πρωτεύουσα, που ζει με πληθωριστικό νόμισμα και σπαράσσεται από τις πολιτικές συγκρούσεις μεταξύ αναρχικών και ακροδεξιών. Σε μιαν Αθήνα εξωφρενικής πολιτικής και ιδεολογικής πόλωσης, όπου τίθεται εν αμφιβόλω ακόμα και το μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη, με την Ακροδεξιά να στέκει μιαν ανάσα από τον θώκο της εξουσίας, οι αναρχικοί, που εμφορούνταν κάποτε από ένα ριζοσπαστικό όραμα αλλαγής του κόσμου, έχουν μετατρέψει την επαναστατική βία σε εργαλείο μηδενικής άρνησης και καταστροφής των πάντων – εξ ου και η αναφορά στο μυθιστόρημα Δεν γίνονται αυτά εδώ του Σίνκλερ Λιούις, που εστιάζει στην ευάλωτη σχέση της δημοκρατίας με τη βία και την τρομοκρατία. Το στοιχείο που δεσπόζει στην αφήγηση είναι το ζοφερό (σαν κάδρο από το μέλλον) αθηναϊκό τοπίο, με ένα πολιτικό σύστημα στα πρόθυρα της κατάρρευσης το οποίο βάλλεται ποικιλοτρόπως: από τα ρεύματα της μετανάστευσης, από τα fake news και από τα ναρκωτικά.

(*) Ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου είναι κριτικός λογοτεχνίας στην εφημερίδα Το Βήμα της Κυριακής.

ΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Αθηναιογραφία της κρίσης

Του Κώστα Καραβίδα

Η μεγάλη παράδοση αθηναιογραφίας στη νεοελληνική πεζογραφία συμβαδίζει με την ανάπτυξη, την επέκταση και τις μεταμορφώσεις της πρωτεύουσας από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι σήμερα. Φυσικά, οι πόλεις της λογοτεχνίας δεν ταυτίζονται με τις υπαρκτές. Ομως οι λογοτεχνικές αφηγήσεις μυθοποιούν, επανακαθορίζουν και ανασημασιοδοτούν τον αστικό χώρο. Οι μεταλλάξεις της Αθήνας και οι κοινωνικές διεργασίες, από την «εκσυγχρονιστική» δεκαετία του 1990 με τα έργα υποδομών και την προετοιμασία των Ολυμπιακών Αγώνων μέχρι την κρίσιμη δεκαετία του 2010 με τη χρεοκοπία και το μεταναστευτικό, γονιμοποίησαν νέες πεζογραφικές αναπλάσεις της αστικής εμπειρίας προς δύο κατευθύνσεις: την Αθήνα ως συνεκδοχικό σκηνικό της κρίσης και ως αφορμή για στοχαστική περιπλάνηση και συγκινησιακή καταβύθιση.

Από τους παλαιότερους μεταπολιτευτικούς συγγραφείς, ο Δημήτρης Νόλλας, δοκιμασμένος στην αθηναιογραφία από το ξεκίνημά του, επανέρχεται συχνά στην ποιητική του δρόμου. Στον Κήπο στις φλόγες (Ικαρος, 2017), τρίτο και πιο άμεσα αναφερόμενο στην κρίση μέρος της τριλογίας Δύσκολοι καιροί, άστεγοι και παρίες, ακτιβιστές καλλιτέχνες και μετανάστες, «νεοάθλιοι των Αθηνών» γύρω από τον Αγιο Παύλο και την Ομόνοια, αλλά και στις υπώρειες του τσιμεντένιου Υμηττού και στα ξεχειλωμένα Μεσόγεια εγγράφουν συναισθήματα οργής και μίσους σε μια πόλη πάσχουσα. Η παθολογία του αθηναϊκού άστεως πρωταγωνιστεί και στην Πύλη εισόδου (Πατάκης, 2019) της Μάρως Δούκα. Η συγγραφέας υιοθετεί ένα αμφιθυμικό βλέμμα που δεν υποκύπτει στη νοσταλγία για την πόλη που αλλάζει και τις «γειτονιές» που γίνονται «περιοχές». Η κεντρική ηρωίδα κινείται στο ζωηρό Παγκράτι και το «αναβαθμισμένο» στο «κατρουλιό και τη λίγδα» Μεταξουργείο, στην Ομόνοια με τους λυπημένους και κουρασμένους διαβάτες και τους γοητευτικούς μετανάστες, στο Σύνταγμα και την Ερμού με τους ανέκφραστους και μουδιασμένους περαστικούς. Στην πληγωμένη Αθήνα των αγανακτισμένων διεισδύει και η Ρέα Γαλανάκη. Με την Ακρα Ταπείνωση (Καστανιώτης, 2015) στρέφεται στο παρόν και καταγράφει την επικαιρότητα εν θερμώ, με λοξή ματιά και ποιητικές απολήξεις, εστιάζοντας στη νύχτα της διαδήλωσης που κάηκε η Αθήνα (12.2.2012). Η Γαλανάκη στοχάζεται το ιστορικό και μυθικό υπόβαθρο της πόλης που επινόησε την αρχαία, αλλά και τη σύγχρονη, χωρίς κάθαρση, τραγωδία.

Τα αστυνομικά μυθιστορήματα του Πέτρου Μάρκαρη ακτινογράφησαν όψεις της κρίσης πριν τα μνημόνια. Στο Νυχτερινό Δελτίο (Γαβριηλίδης, 1995), τη μόλυνση, το μεταναστευτικό και το κυκλοφοριακό. Στην Αμυνα ζώνης (1998), τον κόσμο των νυχτερινών κέντρων και των ποδοσφαιρικών ομάδων. Στον Βασικό Μέτοχο (2006), το διαπλεκόμενο μιντιακό σύστημα. Οι αθηναϊκοί δρόμοι είναι το σκηνικό της «Τριλογίας της Κρίσεως» (2010-2014), ενώ αμφιθυμική σχέση καταγράφεται στη συλλογή διηγημάτων Αθήνα πρωτεύουσα των Βαλκανίων (2004) και στην Αθήνα της μιας διαδρομής (2013), οδηγό πόλης για το ευρωπαϊκό κοινό, αρχικά γραμμένο στα γερμανικά, όπου οι διαδρομές του ηλεκτρικού αποκαλύπτουν κοινωνικές διαστρωματώσεις από τον λαϊκό Πειραιά έως την αστική Κηφισιά.

Την ατμόσφαιρα μιας πιο αθώας και ανέμελης Αθήνας, στη δεκαετία του 1950, αναπλάθουν αποδραματοποιημένα και με άξονα οικογενειακές σχέσεις και ιστορίες ενηλικίωσης ο Αλέξης Πανσέληνος [Ελαφρά ελληνικά τραγούδια (Μεταίχμιο, 2018)] και ο Γιώργος Συμπάρδης [Αδέλφια (Μεταίχμιο, 2018)]. Ο Πανσέληνος σχολιάζει τη φθορά της πόλης στην Κρυφή πόρτα (2014, Μεταίχμιο), ενώ οι ήρωες του Συμπάρδη στην Υπόσχεση γάμου (Μεταίχμιο, 2011) δίνουν πνοή στην πόλη περιπλανώμενοι με τον ηλεκτρικό σε Φάληρο, Καλλιθέα, Ταύρο, Μοσχάτο. Υιοθετώντας οπτική flâneur, ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης στην Καινούργια πόλη (Πατάκης, 2017) ψυχογραφεί την πόλη και μας γυρίζει στην Αθήνα του 1990, δεκαετία της διαφήμισης, του lifestyle και της ιδιωτικής τηλεόρασης, που καθόρισε τις επόμενες, ενώ στα Οπωροφόρα της Αθήνας (Πατάκης, 2005) ο Σωτήρης Δημητρίου, «βαδιζομανής» και αισθαντικός περιπατητής αθηναϊκών δρόμων, συνθέτει την ιδιότυπη φλανερί του εσωτερικού μετανάστη, που το βλέμμα του αποσπά μια αδιόρατη αστική πλευρά: τα οπωροφόρα δέντρα. Κατεξοχήν αστικά τα διηγήματα του Κώστα Κατσουλάρη [(Μικρός δακτύλιος. Νέες Αθηναϊκές Ιστορίες (Ελληνικά Γράμματα, 2007)· Νυχτερινό ρεύμα (Πόλις, 2015) μιλούν για το χάος των σχέσεων και τη δυσκολία συνύπαρξης πριν και μετά την κρίση στη σύγχρονη Αθήνα. Στο στήθος μέσα χάλκινη καρδιά (Μεταίχμιο, 2018) οι νυκτοπορίες του καθηγητή αναδεικνύουν με ζωντάνια και αντιστικτικά στο αρχαίο κλέος τα στενά του Κολωνού και της Ακαδημίας Πλάτωνος ως θέρετρο συγκρούσεων μεταξύ χρυσαυγιτών, αντιεξουσιαστών και αλβανών μεταναστών.

Η πρόσληψη της Αθήνας από τους νεότερους συγγραφείς υπήρξε μάλλον μονοσήμαντη ως χώρου κοινωνικών εντάσεων. Στη νουβέλα Η Βικτώρια δεν υπάρχει (Νεφέλη, 2013) του Γιάννη Τσίρμπα ο ρατσισμός και η βία προβάλλονται στην εξπρεσιονιστικά σκιαγραφημένη Πλατεία Βικτωρίας. Στα διηγήματα της συλλογής Κάτι θα γίνει, θα δεις (2010, Πόλις) του Χρήστου Οικονόμου παρουσιάζονται με σκληρό ρεαλισμό και έμφαση στο ψυχικό αποτύπωμα ιστορίες λαϊκών ανθρώπων της εργατικής τάξης στην πάλαι ποτέ Β΄ Πειραιά (Νίκαια-Κερατσίνι-Πέραμα…). Πιο πολυεπίπεδη είναι η αντιμετώπιση της πόλης στο μυθιστόρημα Εκεί που ζούμε (2019, Πατάκης) του Χρήστου Κυθρεώτη, όπου ο κεντρικός ήρωας περιπλανιέται αγχωμένος στον καφκικό λαβύρινθο των αθηναϊκών δρόμων για να προλάβει τις υποχρεώσεις της δικής του Bloomsday. Οι θορυβώδεις ήχοι της πόλης και των πολυκατοικιών διαπλέκονται με εικόνες και συναισθήματα που παράγει η καθημερινή ζωή στην πρωτεύουσα, ενώ τα Δικαστήρια της Ευελπίδων εγγράφονται ως ετεροτοπία της κρίσης. Η Αθήνα πρωταγωνιστεί και στον ιδιότυπο αφηγηματικό κόσμο του Νίκου Μάντη. Στη μελλοντολογική δυστοπία Αγρια Ακρόπολη (Καστανιώτης, 2013) προσγειωνόμαστε στη Νέα Αθήνα του 2159 μ.Χ., ενώ στην τριλογία Πέτρα, ψαλίδι, χαρτί (2014), Οι τυφλοί (2017) και Σφάλμα συστήματος (2019) παρουσιάζεται με ειρωνική και παρωδιακή διάθεση η ταραγμένη Αθήνα της δεκαετίας.

Ιδιότυπη κατηγορία αθηναιογραφίας συγκροτούν αφηγήματα όπου η αστική περιπλάνηση εξελίσσεται σε μεταφορά για τα όρια της γραφής και τη συγγραφική περιπέτεια. Ο στοχαστικός Φακός στο στόμα (Πόλις, 2012) του Χρήστου Χρυσόπουλου, αξιοποιώντας και τη φωτογραφία, αποτυπώνει τη θραυσματική συνθήκη της πρωτεύουσας (άστεγοι, ρακοσυλλέκτες, ναρκομανείς, αδέσποτα) και χαρτογραφεί διαδρομές δίπλα σε ανθρώπινα ερείπια. Υβριδικό αφήγημα που ενσωματώνει τη φωτογραφία, στο μεταίχμιο δοκιμίου, λογοτεχνίας και αυτοβιογραφίας είναι και η Λεωφόρος ΝΑΤΟ (Κίχλη, 2019) του Νικήτα Σινιόσογλου. Γραφή περιπλάνησης γύρω από τα αστικά υπολείμματα και αναζήτηση του εαυτού στις ρημαγμένες γωνιές της πόλης, στον αχαρτογράφητο (μη) τόπο της Λεωφόρου ΝΑΤΟ στον Ασπρόπυργο. Φωτογραφικό, κοινωνιολογικό και ποιητικό είναι και το βλέμμα του Μισέλ Φάις στην Αθήνα, αποτυπωμένο σε ποικίλες μορφές λόγου: στο θεατρικό Το παγκάκι του κανένα. Παραμιλητό της Αθήνας (Πατάκης, 2014), τα σενάρια για τις ταινίες Delivery και Αθήνα-Κωνσταντινούπολη του Παναγιωτόπουλου, αλλά και στο φωτογραφικό λεύκωμα με σύντομα αφηγήματα Η πόλη στα γόνατα (Πατάκης, 2002).

ΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Οταν όλα αλλάζουν και όλα μένουν τα ίδια

Του Δημήτρη Φιλιππίδη

Η αθηναιογραφία και οι ηδονές της περιπλάνησης είναι ήδη γνωστές από τον ελληνικό 19ο αιώνα, με επιφυλλιδογράφους σε συνδυασμό με ιστοριοδίφες, δεινούς περιπατητές της νεαρής ακόμα πόλης. Οι συμβολές τους ήταν συντομογραφικές περιγραφές εντυπώσεων-βιωμάτων ή ιστορικών επεισοδίων. Στον μεσοπόλεμο, στα παραπάνω προστέθηκε η πληθώρα δημοσιευμάτων του ιστορικού Κώστα Μπίρη (Αι Αθήναι από του 19ου εις τον 20όν αιώνα, [1966] Μέλισσα, 1996). Αυτές οι τάσεις μεταπολεμικά εξακολούθησαν να είναι ενεργές, όπως αποδεικνύουν σχετικά δημοσιεύματα στον τύπο και ο πολλαπλασιασμός τίτλων ιστορικών αναδιφήσεων και αναμνήσεων ή λευκωμάτων από ιστορικούς αρχιτεκτονικής όπως ο Α. Παπαγεωργίου-Βενετάς [Αθηνών αγλάισμα. Εξέλιξη, προβλήματα και μέλλον του αθηναϊκού τοπίου (Ερμής, 1999)· Ο αθηναϊκός περίπατος και το ιστορικό τοπίο των Αθηνών (Καπόν, 2004)· Ο κήπος της Αμαλίας (Ικαρος, 2008)]. Στο πείσμα τέτοιων θαρραλέων τεκμηριώσεων διαχρονικά, ευρύτατη διάδοση γνώρισαν μεταπολεμικά κομψές καταστροφολογίες για τη σύγχρονη «απάνθρωπη» πόλη της αστυφιλίας και της αλλοτρίωσης. Τη σύγχρονη Αθήνα πλέον δεν την υμνούσαν αλλά έψαχναν τρόπους απόδρασης από την «κόλασή» της.

Ο αντίλογος πολιτογραφήθηκε στην Ελλάδα χάρις στην ώσμωση ευρωπαϊκών ιδεολογικών αναθεωρήσεων το 1960. Για παράδειγμα, οι ιταλικής παιδείας Γ. Σημαιοφορίδης, Γ. Τζιρτζιλάκης και Αλ. Χριστοφέλλης, μέσα από ποικίλες δράσεις, κυρίως αρθρογραφώντας, αντέστρεψαν τα ώς τότε στερεότυπα βάζοντας στη θέση τους μια ανανεωμένη συζήτηση για τη μοντέρνα μητρόπολη. Γιατί με αυτό τον τρόπο όφειλαν οι ευαίσθητοι πιστοί της σύγχρονης Αθήνας να τη «διαβάσουν». Από εκεί θα πήγαζε η φιλολογία για το παλίμψηστο του ιστού της πόλης διαχρονικά και η αναζήτηση σταθερών μέσα του, αναδεικνύοντας εμβληματικά κτίσματα όπως το εργοστάσιο Φιξ στη Συγγρού. Κανείς πια υποψιασμένος δεν μιλούσε για την «ομορφιά» της πόλης της μνήμης, αυτά έμοιαζαν ξεπερασμένα.

Ομως το 1960 είχε φέρει και άλλες ουσιαστικές αλλαγές που αποτυπώθηκαν στη στροφή της αρχιτεκτονικής σκέψης προς τη στέγαση αστέγων μαζών του Τρίτου Κόσμου. Χρησιμοποιώντας μια περισσότερο κοινωνιολογική προσέγγιση, οι Α. Ρωμανός, Κ. Χατζημιχάλης, Λ. Λεοντίδου μεταφέρουν αγγλοσαξονικές προσεγγίσεις για αυθαίρετη δόμηση στην ελληνική σκηνή, υποδεικνύοντας ότι εκεί βρισκόταν ένα αναξιοποίητο υπόδειγμα αστικής ζωής. Ο λόγος για αυθαίρετα λειτούργησε παράλληλα ως μια νέα «διεθνής» που αργότερα θα κατέληγε σε διάφορα κινήματα για την πόλη. Ετσι εμφανίστηκαν πιο ριζοσπαστικές τάσεις, των σιτουασιονιστών για παράδειγμα του Guy Debord, που εδώ θα αναπτύσσονταν μέσα στην πιο πρόσφατη οικονομική κρίση, τροφοδοτώντας κινήματα διαμαρτυρίας. Μέσα σε αυτό το κλίμα κινήθηκε και η ομάδα αστικού νομαδισμού των Ελ. Τζιρτζιλάκη, Ν. Καζέρου κ.ά., που οργάνωναν δρώμενα μέσα στην πόλη [Νομαδική Αρχιτεκτονική, Περπατώντας σε ευάλωτα τοπία (futura, 2018)]. Την ίδια χρονιά όμως κυκλοφορούσε μια εις βάθος ανάλυση του μικρόκοσμου του παλιού κέντρου της πόλης [Ζωή Ε. Ρωπαΐτου, Ο κόσμος της Ευριπίδου και των πέριξ. Ευριπίδου, Ψυρρή και Γεράνι: ένας περίπατος (Εστία, 2018)].

Έτσι, το κρίσιμο σημείο ρήξης ανάμεσα στην παράδοση της καταξιωμένης αθηναιογραφίας ως «είδος» και στις νεότερες τάσεις ήταν εκεί όπου ο λόγος για την πόλη έπαψε να είναι καταγραφικός ή βιωματικός, και μετατράπηκε σε παρεμβατικό, συνδεμένο άμεσα με την πράξη. Αλλά αυτή η «μετάλλαξη» δεν σήμαινε και την εξαφάνιση της πατροπαράδοτης αθηναιογραφίας. Αντίθετα, όλα τα είδη συνυπήρχαν, το καθένα με το κοινό του. Ετσι, η όποια αθηναιογραφία έχει επιβιώσει στην πρόσφατη περίοδο, ακολουθούσε παρορμητικά, σαν γενική κατεύθυνση, τα κοινωνικά ρεύματα που δημιουργούνταν και μπορεί να αρκούνταν σε απλή αυτογνωσία (βιβλία-οδηγοί όπως της Λ. Μιχελή, Η Αθήνα των Ανωνύμων, Δρώμενα 1991) ή σε φωτογραφικές καταγραφές, κολλάζ και λευκώματα, όπως ο Δ. Τσουμπλέκας (έκθεση «Future Athens», αίθ. «Ιλεάνα Τούντα», 2004) και ο Γ. Γερόλυμπος («Ορθογραφίες», ΚΠΙΣΝ, 2017), καταλήγοντας στη συμμετοχή σε συλλογικές δράσεις με πολιτική ή μη χροιά. Αναδύθηκαν νέες κοινωνικές ομάδες που οργάνωναν πρωτοβουλίες αυθόρμητων επεμβάσεων στην πόλη από τη βάση, όπως για παράδειγμα οι άδολοι atenistas μετά το 2015.

Ασφαλώς, δεν ήταν όλοι που έγραφαν άρθρα ή έβγαζαν βιβλία εκθέτοντας τις εμπειρίες τους. Για άλλη μια φορά, δεν ήταν η λογοτεχνία που έσερνε το χορό. Αρχικά τα ασπρόμαυρα φιλμ του ελληνικού κινηματογράφου, λίγο αργότερα η καταλυτική τηλεόραση ανέλαβαν να περάσουν τα μηνύματα στις πλατιές μάζες. Το Facebook στο τέλος θα επέβαλε νέους ρυθμούς διείσδυσης στην κοινωνία. Ορισμένες πάντως αυτονομημένες ομάδες για παράδειγμα εξακολουθούσαν να εκφράζονται με γκράφιτι-συνθήματα στους τοίχους. Κάτω από τέτοιες συνθήκες συνύπαρξης, κάθε επιμέρους κατεύθυνση θα επηρεαζόταν μοιραία από το γενικότερο κλίμα. Χωρίς έκπληξη πάντως παρατηρούμε ότι η αθώα, γραφική, κάπως ρετρό και γι’ αυτό «ρομαντική» αθηναιογραφία παρέμεινε έμμεσα προσφιλής απασχόληση πολλών τις πρόσφατες δεκαετίες. Από την άλλη μεριά, η ίδια θεματική θα έπαιρνε μια πιο υποψιασμένη, ρεαλιστική μορφή στον τύπο και σε βιβλία, όπου ξεχώρισε ο Νίκος Βατόπουλος [το πιο πρόσφατο: Στο βάθος του αιώνα. Ενα αφήγημα για την Αθήνα (Μεταίχμιο, 2020)].

Πλάι στη μετεξέλιξη της αθηναιογραφίας και της έντεχνης περιπλάνησης, αναπτύχθηκαν οι συστηματικές πια, εξαντλητικές έρευνες από ιστορικούς της αρχιτεκτονικής και πολεοδομίας. Ας αναφερθούν δειγματοληπτικά ο Βασίλης Κολώνας, με την καταγραφή της ζωής στην πόλη αποτυπωμένη σε ιστορικά κτίρια [Το μέγαρο του Μετοχικού Ταμείου Στρατού (ΠΙΟΠ, 2006)], ο Μανώλης Κορρές, με αναλύσεις τοπογραφικών στοιχείων του λεκανοπεδίου, συνδυάζοντας εμπνευσμένα αρχαιολογία με αρχιτεκτονική [Οι χάρτες της Αττικής του J. A. Kaupert (Μέλισσα, 2008)], και από τους νεότερους, οι Γ. Αίσωπος και Π. Δραγώνας, με συμμετοχές σε διεθνείς εκθέσεις.

Κλείνοντας μια τέτοια επισκόπηση, νόμιμα κανείς διερωτάται ποια ήταν η θέση της τεχνολογίας στη διαμόρφωση των νέων αντιλήψεων για την πόλη, που εμφανίζονται με καταιγιστικούς ρυθμούς τα τελευταία χρόνια, επηρεάζοντας έμμεσα και την αθηναιογραφία. Να τις είχε προκαθορίσει η επιτάχυνση της ειδησεογραφίας μέσα από τις διάφορες τεχνολογικές μετεξελίξεις της; Αν ισχύει κάτι τέτοιο, τότε δεν αποτελεί έκπληξη ότι τα πιο τολμηρά, ερεθιστικά, συναρπαστικά κείμενα με θέμα τον οδηγό της πόλης ήταν εκείνα τα βραχύβια που δημοσιεύονταν με ανελέητο ρυθμό σε έντυπα του free press ή του διαδικτύου. Η αθηναιογραφία βέβαια πλήρωσε το τίμημα: μετασχηματίστηκε σε οδηγό γαστριμαργίας όπως και η περιπλάνηση, όπου κανείς πλέον εξερευνά την οθόνη κάποιας εφαρμογής στο κινητό.

Ακολουθήστε μας στο Google news
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Ανάμεσα στην ατομική και συλλογική μνήμη
Μετά τη βραβευμένη με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος συλλογή διηγημάτων Η τρισέγγονη της Αραπίνας και άλλες ιστορίες (Εστία, 2017), ο Γιώργος Κυριακόπουλος πραγματοποιεί το δεύτερο λογοτεχνικό του βήμα με το...
Ανάμεσα στην ατομική και συλλογική μνήμη
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Πλατωνικές μεταφράσεις
Ο πλατωνικός Μένων είναι ο 61ος τόμος της Βιβλιοθήκης Αρχαίων Συγγραφέων των εκδόσεων Στιγμή – αισίως. Τη μετάφραση και τον σχολιασμό, αλλά και το αναθεωρημένο αρχαίο κείμενο, υπογράφει ο Παύλος Καλλιγάς.
Πλατωνικές μεταφράσεις
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Η θεωρία των αλλοτριωμένων πραγμάτων
Το μέσο αυτής της κατά Μπένγιαμιν «αποκαταστατικής» κριτικής είναι η «διαλεκτική εικόνα», η έννοια που συνέχει περισσότερο από κάθε άλλη τις καταχωρίσεις της «Δεσμίδας Ν», όντας άλλωστε εκείνη που υπήρξε...
Η θεωρία των αλλοτριωμένων πραγμάτων

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας