Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Συνταγογραφώντας τον μεταρομαντισμό

  ΜΙΣΕΛ ΟΥΕΛΜΠΕΚ  “ΣΕΡΟΤΟΝΙΝΗ” ♦ Μυθιστόρημα ♦ Μετάφραση: Γιώργος Καράμπελας ♦ Βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ, 2019 ♦ Σελ. 320

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Συνταγογραφώντας τον μεταρομαντισμό

  • A-
  • A+
Η συνταγογράφηση της μεταρομαντικής αγωνίας: οι συνέπειες του λυρισμού στη Σεροτονίνη του Ουελμπέκ.

Το να επιχειρήσει κανείς να μιλήσει για τον Ουελμπέκ ή να περιγράψει το έργο του ισοδυναμεί με το ριψοκίνδυνο εγχείρημα να βαδίσει σε τεντωμένο σκοινί: η προκλητική του λογοτεχνική πορεία, η αντισυμβατική του προσωπικότητα, οι αντιφατικές του πολιτικές δηλώσεις δεν αφήνουν κανένα περιθώριο στο φιλόλογο ή στον κριτικό να πείσει το κοινό του με νέες ερμηνείες ή άγνωστες πληροφορίες για τη ζωή του. Σχεδόν όλοι, φανατικοί αναγνώστες του ή μη, έχουν κάποτε ακούσει για τον εκκεντρικό ποιητή και πεζογράφο και τα εκκεντρικά του βιβλία που φωτογραφίζουν με τρόπο απωθητικά ωμό, σημεία των καιρών.

Σε μια εποχή όπου πενθούμε εξακολουθητικά «τον θάνατο του συγγραφέα», ο Michel Houelbecq αντίθετα ζει και βασιλεύει, λοιδορείται την ίδια στιγμή που αποθεώνεται, εκδίδεται και επανεκδίδεται ανεβάζοντας κατακόρυφα τις εισπράξεις: κάθε φορά που πιάνει την πένα του, η Γαλλία διχάζεται και φωνασκεί πότε για το αντιδημοκρατικό του ήθος, πότε για την ομοφοβία του, το μισογυνισμό, την ξενοφοβία του ή την εμμονική του εξάρτηση από την  πιο σκληρή πορνογραφία. Πέρα όμως από τον πασίγνωστο βιογραφικό του μύθο με τους ταραχώδεις γάμους, τον αλκοολισμό, την κατάθλιψη αλλά και τα εθνικά παράσημα ή την σταθερή λογοτεχνική αναγνώριση και τις αλλεπάλληλες βραβεύσεις, το «τρομερό παιδί» της γαλλικής λογοτεχνίας έχει κερδίσει επάξια τη θέση του στην ιστορία του σύγχρονου γραμματειακού πολιτισμού και είτε τον αποδεχόμαστε ή όχι, ο Ουελμπέκ κατορθώνει πάντοτε να ταράξει τα νερά, να κλονίσει τις βεβαιότητες, να εγκαταστήσει αθόρυβα αλλά δραστικά τους λογοτεχνικούς του ήρωες στην αστική καθημερινότητά μας.

Έτσι συνέβη και με το τελευταίο του βιβλίο. Η Σεροτονίνη, πριν ακόμη φτάσει στους πάγκους των βιβλιοπωλείων και δημιουργήσει ουρές αντάξιες των πωλήσεων του Χάρρυ Πόττερ, έχει ήδη κερδίσει το στοίχημα: μέχρι τις 4 Ιανουαρίου 2019, ημερομηνία της επίσημης κυκλοφορίας του βιβλίου, ο εκδοτικός οίκος έχει επιβάλει ένα είδος εμπάργκο σε πρόδρομες κριτικές ή παρουσιάσεις του μυθιστορήματος, στρατηγική που εξάπτει τους ορίζοντες προσδοκιών του αναγνωστικού κοινού φτάνοντας μέχρι να παραμερίσει στις εθνικές ειδήσεις των οκτώ τον επικείμενο κοινωνικό αναβρασμό των κίτρινων γιλέκων ή την αποπομπή του ακροδεξιού σωματοφύλακα του Μακρόν για να εστιάσει στο επόμενο μπεστ σέλλερ του παραβατικού συγγραφέα της Πλατφόρμας και της Υποταγής.

Η υπόθεση της Σεροτονίνης στα βασικά της συστατικά δεν διαφέρει πολύ από εκείνες των προηγούμενων ευπώλητων μυθιστορημάτων του Ουελμπεκ: με φόντο το Παρίσι αλλά και την ειδυλλιακή Νορμανδία, στο κέντρο του θριαμβεύοντος αστισμού αλλά και την πιο βαθιά παρακμή της αγροτικής γαλλικής υπαίθρου, ένας νευρωτικός μεσήλικας, καταθλιπτικός, αλκοολικός και σεξομανής ως προσήκει, έρχεται αντιμέτωπος με τους δαίμονές του αναμετρώντας τις ήττες και τους έρωτές του. Καταπιεσμένος από το γελοία ρομαντικό του όνομα, ο Florent-Claude Labrouste,  υψηλόβαθμος συμβασιούχος στο Υπουργείο Γεωργίας μηχανεύεται την εξαφάνισή του από τα εγκόσμια περιφέροντας την άδεια του ύπαρξή πότε σε ασφυκτικά δωμάτια ξενοδοχείων και πότε στην ερημωμένη γαλλική εξοχή. Με μόνο εφόδιό του ένα μικροσκοπικό θαυματουργό χάπι «με μια εγκοπή στη μέση», το περίφημο Captorix, το οποίο αυξάνει τις τιμές της σεροτονίνης στο αίμα αλλά επηρεάζει τη λίμπιντο, ο ήρωας οχυρώνεται σε μια λυτρωτική παθητικότητα που του επιτρέπει να νοσεί χωρίς να πεθαίνει, να θυμάται χωρίς να υποφέρει οργανώνοντας το παρελθόν του σε αφηγηματικά κεφάλαιο με κυρίαρχο φόντο τις ερωτικές/ σεξουαλικές του κορυφώσεις.

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο αιρετικός Ουελμπέκ πλέκει τον αφηγηματικό ιστό του μυθιστορήματός του γύρω από ένα φάρμακο. Οι καταθλιπτικοί του ήρωες ή μάλλον οι καταθλιπτικοί του αντιήρωες συχνά καταφεύγουν σε μία λεπτομερή φαρμακολογία εγκωμιάζοντας τα παυσίλυπα που κατευνάζουν τη θλίψη τους αλλά ναρκώνουν και τη διάθεση τους για ζωή. Στη Σεροτονίνη το φάρμακο δεν αποτελεί μια απλή επινόηση, μια εύκολη ανακύκλωση ενός οικείου συγγραφικού τεχνάσματος: πάνω στις ενδείξεις και τις αντενδείξεις της δομείται όλη η αφήγηση, έτσι ανοίγει στην πρώτη σελίδα ο κύκλος της εξιστόρησης και έτσι κλείνει στην τελευταία.  Το «φάρμακον», η φαρμακεία  έτσι όπως την υπερασπίζει ο πλατωνικός Φαίδρος και έτσι όπως την κατανοεί ρηξικέλευθα ο Ντερριντά, στο κείμενο του Ουελμπέκ συγχωνεύει και τις δύο γλωσσικές σημασίες που την απαρτίζουν: είναι και ίαμα και δηλητήριο, είναι και θεραπεία και καταδίκη.

Είναι ένα μικρό λευκό χάπι, οβάλ, με μια εγκοπή στη μέση.

Δεν δημιουργεί, ούτε μεταμορφώνει· ερμηνεύει. Ό,τι ήταν οριστικό, το κάνει παροδικό· ό,τι ήταν αναπόφευκτο, το κάνει απλώς πιθανό. Δίνει μια νέα ερμηνεία της ζωής – λιγότερο πλούσια, πιο τεχνητή, με μια ορισμένη ακαμψία. Δεν δίνει κα- μία μορφή ευτυχίας, ούτε καν πραγματικής ανακούφισης, η δράση του είναι εντελώς άλλης φύσης: μετατρέπει τη ζωή σε μια διαδοχή από τυπικότητες, σου επιτρέπει να ξεγελιέσαι.

Τι θέλει να πει εδώ ο ποιητής; Τι πραγματεύεται η Σεροτονίνη του; Είναι όντως μια πραγματεία περί ευτυχίας;, είναι ένας ύμνος της παραίτησης;, ένα παράφορο εγκώμιο της ακηδίας, μια ναρκισσιστική επιθυμία βεβήλωσης του λογοτεχνικού ύφους, όπως σπεύδουν να επισημάνουν σε όλους τους τόνους οι επικριτές του;  Οφείλει κανείς να παραδεχτεί ότι οι κρίσεις τους δεν είναι εντελώς αβάσιμες. Είναι αλήθεια ότι και στη Σεροτονίνη ο Ουελμπέκ καταφεύγει σε γνώριμα του μονοπάτια που καταντούν σχεδόν αυτοματισμοί, είτε αφορούν τη θεματική, είτε αφορούν τις υφολογικές επιλογές. Όπως και οι προηγούμενοι του πρωταγωνιστές, ο ήρωάς του ή το alter ego του (άλλος εκρηκτικός μηχανισμός επικρίσεων) εκθέτει με την ίδια ακριβώς εφηβική αυθάδεια που το έκαναν και όλοι οι άλλοι την βέβηλη παθητικότητά του, χλευάζει με την ίδια ορμή τα μικροαστικά ιδεώδη του έρωτα, της θρησκείας, της οικογένειας.

Εκμαυλιστής, διαφθορέας, εν δυνάμει δολοφόνος ο Florent-Claude Labrouste δεν είναι παρά μια ακόμη αντανάκλαση του εξεγερμένου, του κατηραμένου και του αποσυνάγωγου σ' έναν απομαγευμένο κόσμο, ή αν προτιμάτε, ένα κακέκτυπο του εξεγερμένου, του κατηραμένου και του αποσυνάγωγου. Είναι αλήθεια επίσης ότι για να στηθεί εκ νέου αυτό το κλίμα της απολεσθείσας γιορτής, ο συγγραφέας ναρκισσευόμενος με τα πράγματα και την ιστορική συγκυρία, κλείνει το μάτι στον αναγνώστη και επιστρατεύει αντιλογοτεχνικές πρακτικές, παραβιάζει το συντακτικό, ακκίζεται σε λαϊκή αργκό, με λίγα λόγια, κάνει ηθελημένα να τρίζουν τα κόκκαλα των προγόνων και την ακαδημαϊκή Γαλλία σύσσωμη ν' ανατριχιάζει από φρίκη.  Η ίδια φρίκη συμπαρασύρει και συσπειρώνει εναντίον του τους πολιτικά ορθοφρονούντες, τους φεμινιστές, τους οικολόγους που βλέπουν να ισοπεδώνεται συστηματικά στις σελίδες της Σεροτονίνης κάθε ιερό σχήμα ανάγνωσης και εννόησης του κόσμου, κάθε εθνικό αφήγημα και κάθε παραμυθητική ιδεολογία.

Αυτός άλλωστε είναι κι ο στόχος του συγγραφέα. Να υπονομεύσει την θεωρητική ορθοφροσύνη, να προβάλει πεισματικά την μεταμοντέρνα περιπέτεια του παρόντος σαν μια αμετάβατη αίσθηση ματαιότητας, κόπωσης και κορεσμού. Όπως δηλώνει ο ίδιος,  «κάθε φορά που εντοπίζω μια φυλετική συμπεριφορά, γίνομαι σαρκαστικός και αντιπαθής. Ποτέ μου δεν έτυχε ν' ανήκω σε οποιαδήποτε φυλή και αισθάνομαι βαθύτατη περιφρόνηση για όσους επέτρεψαν στον εαυτό τους να εγκλωβιστούν σε τέτοιου είδους ιδιοποίηση, να ενστερνιστούν μια ηλίθια υποκουλτούρα εξ ολοκλήρου προκαθορισμένη από την μόδα και τους κανόνες της αγοράς».1

Με την ίδια περιφρόνηση κι απέχθεια θα αντιμετωπίζει ο αφηγητής της Σεροτονίνης κάθε υπόνοια ελπίδας κοινωνικής, προσωπικής ή πολιτικής, με τον ίδιο σαρδόνιο σαρκασμό θα περιγράφει ηδονικά σχεδόν τον ξεπεσμό της αριστοκρατίας και της εκφυλισμένης αστικής τάξης. Κι όσα κι αν δικαίως του προσάψουν οι κριτικοί για την έλλειψη ύφους, την ηδονοβλεπτική του μέθοδο της αφήγησης, δεν μπορεί κανείς να παραβλέψει ότι στην πλοκή και στη σύλληψη της Σεροτονίνης, και ίσως εδώ περισσότερο απ' ό,τι στα άλλα του βιβλία, αναγνωρίζεται δια της ψηλάφησης σχεδόν η «εξεγερμένη ουσία του ρομαντισμού».

Πέρα από τα στερεοτυπικά πολιτικά αδιέξοδα της νεωτερικότητας που επαναλαμβάνονται εμμονικά στο μυθιστόρημα κι όσο κι αν το τοπίο με τους γυάλινους ουρανοξύστες της συνοικίας Beaugrenelle που στοιχειώνουν οι γιαπωνέζες ηγερίες του Florent-Claude παραπέμπει στον άχαρο 21ο αιώνα και στην πολυπολιτισμικότητα του, η αγωνία του ήρωα και η αναμέτρησή του με τα υπαρξιακά ζητήματα του έρωτα και θανάτου επαναφέρει στο σύγχρονο λογοτεχνικό προσκήνιο το ρομαντικό πεπρωμένο ως πλοκή και ως φιλοσοφία.2

Κάτω από αυτή την οπτική, η Σεροτονίνη θα μπορούσε κάλλιστα να θεωρηθεί ένα roman de formation, ένα μυθιστόρημα μαθητείας που τυλίγεται διαρκώς γύρω από τον εαυτό του, που αποτυπώνει την εξωτερική πραγματικότητα μέσα από τη συνεχή αναδίπλωση του εγώ, που επιστρέφει στην εσωτερική βίωση με την ίδια ευλάβεια που πρέσβευαν οι ρομαντικοί. Αρθρωμένη ως εξομολόγηση η αφήγηση πλάθεται σύμφωνα με τα τεχνάσματα του ρομαντικού εγωτισμού και πότε αφήνεται στον ελεγειακό τόνο της αναπόλησης του παρελθόντος (ο Florent-Claude θα πενθήσει μεθοδικά τους νεκρούς έρωτές του) και πότε αποκτά έναν τόνο πικαρικό ενεργοποιώντας την μηχανή της σάτιρας, του αυτοσαρκασμού, της αυτοειρωνείας3 (ο Florent-Claude θα διασκεδάζει με τη θλίψη του και θ' αναλώνεται με χιούμορ σε ασήμαντες καθημερινές λεπτομέρειες που θα λειτουργούν σαν ένα φιλικό χτύπημα στην πλάτη, ένα τοπίο ταύτισης με τον μέσο αναγνώστη).

Έτσι, όπως στις εξομολογήσεις του Ρουσσώ όπου η ανάμνηση και η αναδρομή στο παρελθόν λειτουργούν θεραπευτικά και μεταφέρουν το ποιητικό υποκείμενο σ' έναν χρόνο παραδείσιας αθωότητας όπου όλα ήταν ακόμη πιθανά, έτσι και στη Σεροτονίνη, ο ήρωας ταξινομεί προσεκτικά τις αναμνήσεις του, βάζει σε τάξη το υλικό του σε μια προσπάθεια να απομονώσει και να κατανοήσει με αστυνομική ακρίβεια τη στιγμή που η ευτυχία του διέφυγε:

Γνώρισα την ευτυχία, ξέρω τι είναι, μπορώ να μιλήσω γι’ αυτή μετά λόγου γνώσης, και γνωρίζω και το τέλος της, αυτό που επέρχεται συνήθως. Σου λείπει ένα μόνο ον και όλα είναι «ερημιά» όπως έλεγε ο άλλος, και ο όρος «ερημιά» είναι λίγος, ακούγεται κάπως σαν απομίμηση 18ου αιώνα, δεν υπήρχε ακόμα τότε η υγιής εκείνη βία του γεννώμενου ρομαντισμού, η αλήθεια είναι πως σου λείπει ένα μόνο ον και όλα είναι νεκρά, ο κόσμος είναι νεκρός και είσαι κι εσύ νεκρός, ή έχεις μεταμορφωθεί σε ανθρωπάκι από πηλό, και οι άλλοι είναι κι αυτοί ανθρωπάκια από πηλό, απολύτως απρόσβλητα από τη θερμότητα και τον ηλεκτρισμό, τίποτα τότε δεν μπορεί να σε αγγίξει, παρά μόνο οι εσωτερικές οδύνες, απόρροια του διαχωρισμού του αυτόνομου σώματός σου, αλλά δεν είχα φτάσει ακόμα εκεί, το σώμα μου προς το παρόν συμπεριφερόταν αξιοπρεπώς, ήταν απλώς που ήμουν μόνος, κυριολεκτικά μόνος, και δεν αντλούσα καμία ευχαρίστηση απ’ τη μοναξιά μου, ούτε απ’ την ελεύθερη λειτουργία του πνεύματός μου, είχα ανάγκη από αγάπη, και δη αγάπη με πολύ συγκεκριμένη μορφή, είχα ανάγκη από αγάπη γενικά στη θεωρία το ζήτημα επιδέχεται λύση αλλά στην πράξη όχι πια, και νά πώς πεθαίνει ένας πολιτισμός, χωρίς φασαρίες, χωρίς κινδύνους ούτε δράματα και με πολύ λίγη αιματοχυσία, ένας πολιτισμός πεθαίνει απλώς από κόπωση, επειδή μπούχτισε με τον εαυτό του, τι μπορούσε να μου προτείνει η σοσιαλδημοκρατία προφανώς τίποτα, μόνο μια διαιώνιση της έλλειψης, ένα κάλεσμα στη λήθη.

Μηδενιστής και τραγικά ηττημένος, ο ήρωας της Σεροτονίνης δεν είναι τόσο κυνικός όσο θέλει να φαίνεται. Αγωγός μιας συλλογικής απομάγευσης από το ευρωπαϊκό όνειρο, θύμα μιας παρωχημένης αθωότητας ο Florent-Claude με το γελοίο μελοδραματικό όνομα, με τη γελοία δημοσιοϋπαλληλική καριέρα και τις αχαλίνωτες ερωτικές επιδόσεις, ο μισάνθρωπος, μισογύνης, ομοφοβικός μανιώδης καπνιστής και ανώνυμος αλκοολικός Florent-Claude επανεφευρίσκει τη ρομαντική μελαγχολία του 19ου αιώνα, την καθιστά επίκαιρη ξανά κι αυτό από μόνο του δεν είναι λίγο. Σαν άλλος Chateaubriand στις Εξομολογήσεις ενός παιδιού του αιώνα, επιδεικνύει τις πληγές του και συνειδητοποιεί πως τελικά η Σεροτονίνη κάνει «για λίγο να μη νιώθεται η πληγή» αλλά δεν υποκαθιστά το Θεό, δεν γιατρεύει το ανεπούλωτο τραύμα του κενού.

Ο Θεός ασχολείται μαζί μας στην πραγματικότητα, μας σκέφτεται κάθε ώρα και στιγμή, και μας δίνει οδηγίες εξαιρετικά ακριβείς, μερικές φορές. Αυτά τα ξεσπάσματα αγάπης που φουσκώνουν στα στήθη μας μέχρι που μας κόβουν την ανάσα, αυτές οι στιγμές φώτισης, αυτές οι στιγμές έκστασης, οι ανε- ξήγητες βάσει της βιολογικής μας φύσης ως απλών πρωτευόντων, είναι εξόχως πρόδηλα σημάδια.

Και καταλαβαίνω, σήμερα, την οπτική του Χριστού, την επανειλημμένη δυσαρέσκειά του μπροστά στη σκληρότητα των καρδιών: έχουν όλα τα σημάδια και δεν τα λαμβάνουν υπόψη. Πρέπει στ’ αλήθεια να δώσω τη ζωή μου κι από πάνω γι’ αυτούς τους βρομιάρηδες; Πρέπει στ’ αλήθεια να γίνω τόσο ξεκάθαρος;

Φαίνεται πως ναι.

 * Η Μ. Βασιλειάδου είναι Επίκουρη καθηγήτρια Νεολληνικής Φιλολογίας στο ΑΠΘ.


1. Michel Houellebecq, «C'est ainsi que je fabrique mes livres» [«Έτσι φτιάχνω τα βιβλία μου»], απόσπασμα από συζήτηση με τον Frédéric Martel στο περιοδικό NRF n° 548 (Ιανουάριος 1999).

2. Βλ. σχετικά Agathe Novak-Lechevalier, Houelbecq, l'art de la consolation, Stock, Paris, 2018.

3. Βλ. Jean Starobinski, La relation critique, Gallimard, Paris, 20013, σ. 123-4.

ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Ντελίβερι
Δώδεκα διηγήματα που μετεωρίζονται από την αγωνία της πλοκής στην αγωνία της ύπαρξης, από το σκοτεινό απόθεμα του ήρωα στο σκοτεινό απόθεμα της τρέχουσας πραγματικότητας. Το «μαύρο» νήμα ξετυλίγει ο Βαγγέλης...
Ντελίβερι
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Περιδιάβαση σε ένα άχρονο αμερικανικό τοπίο
Στη σπουδαία, διάρκειας μισού αιώνα καριέρα του, ο Αμερικανός Σαμ Σέπαρντ άφησε βαθύ το στίγμα του και διέπρεψε ως ηθοποιός, σκηνοθέτης, θεατρικός συγγραφέας και πεζογράφος, κερδίζοντας πολλές τιμές και...
Περιδιάβαση σε ένα άχρονο αμερικανικό τοπίο
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Διελκυστίνδα πάνω από το κενό
Η διάλεξη του Μαξ Βέμπερ για την «πολιτική ως επάγγελμα», μαζί με την (επίσης υπό επανέκδοση από τις εκδόσεις Δώμα) διάλεξή του για την «επιστήμη ως επάγγελμα», είναι τα κείμενα στα οποία ο ώριμος Βέμπερ...
Διελκυστίνδα πάνω από το κενό
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Οψεις του συνομιλείν
Δύο βιβλία που κυκλοφόρησαν πρόσφατα επιβεβαιώνουν με τον πιο αποστομωτικό τρόπο ότι οι συνεντεύξεις μπορεί να είναι διαχρονική, σπουδαία υπόθεση. Και απολαυστική. Τόσο για τον δημοσιογράφο που τις παίρνει,...
Οψεις του συνομιλείν
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
«Ποιος κολυμπά, ρε Τάκη;»
Δώδεκα διηγήματα που μετεωρίζονται από την αγωνία της πλοκής στην αγωνία της ύπαρξης, από το σκοτεινό απόθεμα του ήρωα στο σκοτεινό απόθεμα της τρέχουσας πραγματικότητας. Το «μαύρο» νήμα ξετυλίγει ο Δημήτρης...
«Ποιος κολυμπά, ρε Τάκη;»
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Μνήμη Χριστόφορου Λιοντάκη (1945-2019)
Τυχαία αγγίγματα, αμήχανες κινήσεις, φανερές και κρυφές προθέσεις και επιθυμίες, φράσεις που η κάθε λέξη τους μοιάζει σταματημένη χειρονομία, η αχανής μοναξιά της πόλης και της νύχτας, όλα στην ποίηση του...
Μνήμη Χριστόφορου Λιοντάκη (1945-2019)

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας