Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Γιώργος Ιωάννου, «Ο Χριστός αρχηγός μας…»
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Γιώργος Ιωάννου, «Ο Χριστός αρχηγός μας…»

  • A-
  • A+

Περί των κατηχητικών λόγος στοργικός και πάνυ ωφέλιμος.

Η Χριστιανική Κίνηση, το σύνολο δηλαδή των δραστηριοτήτων της θρησκευτικής  οργάνωσης   «Η Ζωή», με όλες τις υποοργανώσεις της, αριθμεί στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια δεκάδες χιλιάδες ενεργά μέλη.

Τα περιοδικά και τα βιβλία της κυκλοφορούν σε εκατοντάδες χιλιάδες αντίτυπα –τα στοιχεία αυτά, ειδικότερα για τα περιοδικά,  δηλώνουν πολύ περισσότερο αγοραστές παρά αναγνώστες, σε μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι αυτό ισχύει για έντυπα άλλων εκδοτών.

Η Αδελφότης θεολόγων η «Ζωή» ιδρύεται το 1907 και εκτινάσσεται αριθμητικά μέσα στην Κατοχή. Έχει μια παράλληλη πορεία δηλαδή με το ΚΚΕ: το μικρό κόμμα γίνεται μεγάλο μαζικό κίνημα επίσης στα χρόνια της Κατοχής, και μάλιστα με τρόπο που παρουσιάζει ομοιότητες: συμπαραστέκονται και τα δύο στον λαό που δοκιμάζεται, οργανώνουν συσσίτια για να αντιμετωπίσουν την πείνα.

Υπάρχουν και πολλές άλλες ομοιότητες ανάμεσά τους, αλλά οι διαφορές είναι βεβαίως περισσότερες. Στέκομαι σε μία από αυτές, η οποία  ενδιαφέρει την αποψινή μας συζήτηση.

Οι αριστεροί που μετείχαν στην Αντίσταση, μέσα από τις οργανώσεις του ΚΚΕ, την ΕΠΟΝ, το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ ή, κατόπιν στον Εμφύλιο, μέσα από τον ΔΣΕ, διηγήθηκαν αργότερα οι ίδιοι την ιστορία τους, τα κατορθώματα και τα παθήματά τους, τις νίκες και τις ήττες τους, τις προσδοκίες και τις απογοητεύσεις τους.  Διαθέτουμε  αμέτρητα κείμενα σχετικών προσωπικών μαρτυριών.

Οι χριστιανοί της Κίνησης, αντίθετα,  δεν διηγήθηκαν τη δική τους, δεν κατέθεσαν τίποτε στην κοινή τράπεζα της δημόσιας συζήτησης. Οι κομμουνιστές και οι αριστεροί έγραψαν την ιστορία τους, γιατί προφανώς ήταν περήφανοι για αυτήν και πίστευαν ότι άξιζε να την μεταδώσουν.

Οι χριστιανοί της Κίνησης γιατί άραγε δεν διηγήθηκαν τη δική τους; Είχαν λόγο να μην είναι περήφανοι για αυτήν; Τόσο πολύ μάλιστα που να θέλουν να την αποκρύψουν; Ήταν άνθρωποι διαπαιδαγωγημένοι στην ταπεινή ανωνυμία και δεν μπορούσαν να μιλήσουν πρωτοπρόσωπα;

Θα μπορούσα να πολλαπλασιάσω τις απορίες αυτές και η απάντηση στο αρχικό ερώτημα να  γίνεται όλο και πιο δύσκολη. Ένα πάντως είναι βέβαιο: όταν δεν  διηγηθείς εσύ ο ίδιος τη δική σου ιστορία, θα την διηγηθούν άλλοι, με τον δικό τους τρόπο και τις δικές τους επιδιώξεις.

Η πρώτη ουσιαστικά προσωπική μαρτυρία για την Κίνηση γράφεται από τον Γιώργο Ιωάννου: «Ο Χριστός αρχηγός μας...», Πρωτεύουσα των προσφύγων  (Κέδρος, 1984),  το τελευταίο βιβλίο του που εκδόθηκε όσο ζούσε. Τρία χρόνια αργότερα θα κυκλοφορήσει το Καταφύγιο ιδεών του Χρήστου Γιανναρά (Δόμος, 1987).

Η περίοδος την οποία καλύπτει το αφήγημα του Ιωάννου είναι από το 1943 ώς το 1948 (σ. 180), από τα τελευταία μαθητικά του χρόνια δηλαδή ώς τα πρώτα πανεπιστημιακά στη Φιλοσοφική Σχολή Θεσσαλονίκης, από τα δεκαέξι ώς τα εικοσιένα του (ο ίδιος λογαριάζει διαφορετικά και ασύμπτωτα με τις παραπάνω χρονολογίες: «ένα παιδί που μπήκε εκεί στα δεκαπέντε του και βγήκε περίπου στα δεκαεννιά του», σ. 114).

Ο Γιανναράς, οχτώ χρόνια νεότερος από τον Ιωάννου, πρωτοπάει στο κατώτερο κατηχητικό στην κατοχική Αθήνα  το 1943, όταν δηλαδή ο Ιωάννου αρχίζει να πηγαίνει στα συσσίτια, αλλά θα φύγει από τη Ζωή, αρκετά αργά, το 1964. Δεν είναι η στιγμή απόψε να συνεξετάσουμε τις δύο μαρτυρίες.

Το πεζογράφημα «Ο Χριστός αρχηγός μας...» δεν είναι το πρώτο στο οποίο ο Ιωάννου κάνει λόγο για την Κίνηση ή, αλλιώς, όπως λέει ο ίδιος, για τα κατηχητικά.[¹]

Στα προηγούμενα πεζογραφήματά του όμως, ο τόνος, όταν δεν ήταν ουδέτερος και περιγραφικός, ήταν συχνά  επικριτικός. Εδώ όλα είναι διαφορετικά. Ξεκαθαρίζει ευθύς εξαρχής, από  την πρώτη σελίδα, ότι δεν θα ανταποκριθεί στην αναμονή να αποκαλύψει και να διακωμωδήσει, «για να γελάσουμε».

Θα εξηγήσει μάλιστα πως όσα σκληρά έγραψε εναντίον των κατηχητικών στα προηγούμενα γραπτά του, αληθινά όλα τους, αποτελούν ακόμη και αυτά ωστόσο έκφραση συμπάθειας, γιατί του αρέσει να πειράζει εκεί που συμπαθεί.

Άλλο αυτό και άλλο η φριχτή παραγνώριση, η κακότητα πέρα για πέρα, η διάθεση για εξόντωση και κονιορτοποίηση, απλώς επειδή πρόκειται περί πιστών χριστιανών. Αυτό όχι μόνο το αρνούμαι αλλά και το αποκρούω, όπου και αν το συναντήσω. Και το συναντώ αρκετά συχνά να εκπέμπεται από πλάσματα φριχτά, κουτά, ανίδεα, κακά, που δεν ξέρουν πού πάνε τα τέσσερα, με ζωές ανακατωμένες, σκοτεινές, άστατες, στηριγμένες πάνω στην ασυνέπεια και την ανακρίβεια. Αυτοί ανοίγουν τη στοματάρα τους και λένε: «Τα κατηχητικά! Οι παπάδες!». Όχι, αυτοί δεν έχουν δικαίωμα να μιλάνε γιατί είναι εμπαθείς και αμαθείς. Ούτε καν δικαίωμα σε απάντηση δεν έχουν, παρά μόνο στην περιφρόνησή μας. (σ. 113-114).

Όσο όμως και αν δεν κάνει το χατίρι των ανίδεων, άλλο τόσο δεν θα χαριστεί και στην Κίνηση. Θα πει τα πράγματα όπως ακριβώς τα εννοεί αυτός.

Θα διαγράψω εν συνεχεία τη διαδρομή του Ιωάννου στη χριστιανική Κίνηση της Θεσσαλονίκης και θα σχολιάσω ορισμένες παρατηρήσεις και κρίσεις του.

Η σχέση του Ιωάννου με τα κατηχητικά ξεκινάει προπολεμικά, όταν είναι μαθητής στην τετάρτη δημοτικού και πηγαίνει στο κατώτερο κατηχητικό που γίνεται στην Αχειροποίητο, από κάποιον λαϊκό Ζωικό. Η οικογένεια δεν είναι θρησκευόμενη, και ο μικρός Γιώργος  Σορολόπης  πηγαίνει στο κατηχητικό, όπως πήγαιναν πολλά καλά παιδιά των λαϊκών κυρίως στρωμάτων, την εποχή εκείνη και αργότερα.

Όσοι έχουν φοιτήσει στα κατηχητικά γνωρίζουν ότι βασικό στοιχείο τους ήταν το τραγούδι, όχι το ψάλσιμο, το τραγούδι.

Αντιγράφω λίγες αράδες από το φυλλάδιο Εγκόλπιον του μαθητού (Εκκλησιαστικά κατηχητικά σχολεία, Αθήνα 1953, σ. 37): «Λοιπόν, τραγουδάτε, παιδιά. Γεμίστε την ατμόσφαιρα απ’ τα αγνά θούρια κι εμβατήρια –έτσι την καθαρίζετε από πολλά μικρόβια. Πλημμυρίστε τα σχολεία σας και τα σπίτια σας, τους δρόμους, τα εργοστάσια, απ’ το όμορφο τραγούδι. Ας αντηχήσουν οι πολιτείες και οι κάμποι της βασανισμένης χώρας μας από το ενθουσιαστικό σας τραγούδι».

Το στοιχείο αυτό της ζωής των κατηχητικών δεν θα διαφύγει από την προσοχή του Ιωάννου:

Στα κατηχητικά τραγουδούσαμε τόσο δυνατά και τόσο με την ψυχή μας, ώστε ένιωθες τον νου σου να ψηλώνει. Ποτέ μου δεν ξανατραγούδησα έτσι. (σ. 118)

Δεν είναι λοιπόν διόλου τυχαίο που ένα τέτοιο τραγούδι των κατηχητικών δίνει τον τίτλο στο αφήγημα και παίζει μεγάλο ρόλο σε αυτό, στην κορυφαία σκηνή του τέλους. Τα τραγούδια ήταν δικά τους, των κατηχητικών, δεν τα τραγουδούσαν άλλοι. Είχαν δηλαδή και αυτοί τα δικά τους τραγούδια, όπως όλες οι οργανώσεις. Βασική αποστολή τους, πέρα από την ίδια την ευχαρίστηση, ήταν η καλλιέργεια του ενθουσιασμού. Έψελναν και λίγους εκκλησιαστικούς ύμνους, αλλά δεν είχαν μέσα τους την απήχηση που είχαν τα δικά τους τραγούδια (βλ. και  σ. 131).

Τόσο έχει διαποτιστεί ο Ιωάννου από τα χορωδιακά τραγούδια των κατηχητικών που, όταν αργότερα στα συσσίτια έψελναν το «Πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν...», δεν του αρέσει καθόλου.

Βρίσκει το τροπάριο καλογερικό, ένα μελανό σημείο των συσσιτίων, ένα μουγκρητό που καταμαύριζε τα πάντα (σ. 125). Παραξενεύομαι, γιατί το τροπάριο αυτό της Αρτοκλασίας είναι από τα πιο λαοφιλή της Εκκλησίας, είναι η Διεθνής της Εκκλησίας –ενώ το «Τη Υπερμάχω...» είναι ο εκκλησιαστικός εθνικός ύμνος-, και το ψάλλει πάντα όλο το εκκλησίασμα με ορμή και πάθος.

Η σχέση του Ιωάννου με τα κατηχητικά θα ατονήσει και θα διακοπεί με την κήρυξη  του πολέμου. Οι περισσότεροι κατηχητές άλλωστε έχουν στρατευτεί. Θα επανασυνδεθεί μαζί τους μέσω των συσσιτίων. «Άρχων των συσσιτίων, ο μέγας και πολύς Αθανάσιος Φραγκόπουλος» (σ. 122), ο οποίος επόπτευε πάντα από το γραφείο του την αίθουσα όπου έτρωγαν τα παιδιά.

Τούτη την αίθουσα, που θα αναδυθεί και αυτή στη σκηνή του τέλους,  ο Ιωάννου θα την περιγράψει αναλυτικά και συγκινημένα:

[...] η αίθουσα εξαιρετικά καθαρή και ταχτοποιημένη. Από τη μια άκρη ώς την άλλη, έτσι όπως έμπαινες, βρίσκονταν κατά το πλάτος της μακριά τραπέζια, πολύ μακριά, με πάγκους από δω κι από κει. Τα τραπέζια είχαν πράσινα καθαρά τραπεζομάντιλα από φτηνό ύφασμα, στερεωμένα από κάτω με πινέζες. [...] Στον βορεινό τοίχο βρισκόταν πραγματικά κάτι το θαυμάσιο. Από το ταβάνι, το πολύ υψηλό ταβάνι, ώς κάτω έπεφτε ένα τεράστιο γαλάζιο παραπέτασμα και στο φόντο αυτό ένας θαυμαστός Εσταυρωμένος, μεγάλος πολύ, αλλά σε αναλογίες όχι καταπιεστικές ως προς την αίθουσα. Ήταν ένας Εσταυρωμένος «δυτικής» τέχνης, αρκετά ρεαλιστικός, μα σίγουρα διόλου γλυκερός. [...] Τον συμβολισμό του Εσταυρωμένου με το φόντο του τον κατάλαβα αρκετά γρήγορα, μα δεν μιλούσα. [...] Ο Εσταυρωμένος της αίθουσας ήταν ο σκλαβωμένος, φυλακισμένος, τουφεκισμένος και πεινασμένος ελληνικός λαός. Το γαλάζιο του φόντου χρησίμευε ως επιγραφή: «ΕΛΛΑΔΑ». Το πράσινο πανί των τραπεζιών μας συμβόλιζε την ελπίδα, που αντιπροσωπεύαμε εμείς, τα νεαρά μα ατροφικά βλαστάρια των Ελλήνων. Ο Χριστός αναστήθηκε και ο λαός θα αναστηνόταν. Έπρεπε, λοιπόν, να κάνουμε κουράγιο, να φροντίζουμε τον εαυτό μας και να διατηρούμε την ελπίδα αυτή. Σ’ αυτό το περιβάλλον ετελείτο το μέγα μυστήριο, που δεν είχε πράγματι καμιά σχέση με τη φοβερή λέξη «συσσίτιο». Δίκαιο είχαν αυτοί που μιλούσαν με θαυμασμό. (σ. 122-123)

Δεν επρόκειτο λοιπόν ακριβώς για συσσίτια, δεν χόρταιναν απλώς την πείνα τους τα μικρά παιδιά, ετελείτο μυστήριον μέγα. Ποιο είναι αυτό;

Ο Ιωάννου έχει καταλάβει σωστά: Η καινούργια Ελλάδα, η  αναγεννημένη χριστιανική Ελλάδα,  μετά τον πόλεμο.  Αυτό πράγματι ήταν το όραμα της Κίνησης.

Προσάπτουμε –και δικαίως- στις θρησκευτικές οργανώσεις μια ελεγκτική και καταπιεστική στάση έναντι των μελών τους, καθώς επίσης και έναν πειθαναγκαστικό προσηλυτισμό. Αυτά ωστόσο αφορούν άλλου είδους σχέσεις με την Κίνηση, όχι τα συσσίτια.

Οι ομιλίες που μας έκαμναν ήταν ιδιαίτερα διακριτικές και καθόλου στομφώδεις. Περί το τέλος του φαγητού μάς έλεγαν μερικά λόγια πάνω σε κάποιο θέμα. Τα θέματα δεν είχαν τίποτε από τη λαϊκή ορθοδοξία, όπως την ξέρουμε. Δεν έγινε ποτέ λόγος ούτε για καλογερίστικες υπερβολές ούτε για τυπολατρίες. Η ποιότητα ήταν σταθερή και σίγουρη.

Το κατηχητικό μάς το υπενθύμιζαν, αλλά σε τόνο φαινομενικά αδιάφορο. Τα περισσότερα παιδιά του συσσιτίου δεν πατούσαν στο κατηχητικό. Αλλά κανείς –κανείς και ποτέ!- δεν έθεσε θέμα. Δεν έτρωγαν μόνον αυτοί που πήγαιναν στο κατηχητικό –κάθε άλλο.

Η λέξη «διώξιμο» δεν υπήρχε. Πιθανώς, θα ακούγονταν αν παρουσιαζόταν εκεί μέσα ηθικά παραπτώματα, αλλά δεν έπνεε καθόλου τέτοιο πνεύμα. (σ. 127)

Ο Ιωάννου θα προχωρήσει πιο μέσα στην Κίνηση. Τον Μάρτιο του 1944 θα ενταχθεί στην «Αδελφοσύνη», το τμήμα δηλαδή της Κίνησης που απευθυνόταν σε μαθητές του Γυμνασίου.[²]

Έχει σημασία το ύστερο σχόλιο του για την ένταξη αυτή:

Αμέσως πρέπει να πω πως η είσοδός μου αυτή στην «Αδελφοσύνη» στάθηκε αποφασιστική για τη διαμόρφωσή μου και τη ζωή μου. Η ζωή μου θα ήταν διαφορετική – δεν ξέρω, αν καλύτερη ή χειρότερη- εάν δεν έμπαινα εκεί. (σ. 130)

Κάτι που έχει παίξει διαμορφωτικό ρόλο στη ζωή σου είναι εξ ορισμού μη απαρνήσιμο. Μένει πάντα εκεί, ακόμη και όταν ρητά το απαρνηθείς. Ο Ιωάννου προτιμάει, σοφότερα από άλλους, να το αναγνωρίζει παρά να το αποσιωπά. Ξέρει πάντως πως δεν διαθέτει τα προσόντα που απαιτούνται για να αναδειχθεί σε σπουδαίο στέλεχος της Κίνησης.

Τα προσόντα που είχαν μεγάλη πέραση στην Κίνηση ήταν: Πρώτα· ρητορική δεινότητα. Δεύτερον· κινησιακό λεξιλόγιο και περιεχόμενο, αποχτημένο από τα εκεί ακροάματα και τις μελέτες των εντύπων της «Ζωής» και των βιβλίων, ιδίως του Σεραφείμ Παπακώστα. Τρίτον· καλή φωνή, για να συμβάλεις στην ομορφιά των συγκεντρώσεων και των λειτουργιών. Και τέταρτον· κρυφή ζωηρότητα, καλυμμένη με άφθονη ιεροπρέπεια. (σ. 132)

Σχολιάζω το δεύτερο που αληθεύει για όλες τις οργανώσεις, κάθε ιδεολογικής κατεύθυνσης. Για να αναδειχθείς ως στέλεχός τους πρέπει να μιλάς τη γλώσσα τους, την ιδιόλεκτό τους, την οποία εξάλλου μαθαίνεις ταχύτατα. Η ιδιόλεκτος αυτή αποτελεί αναγνωριστικό στοιχείο ταυτότητας, και αν δεν τη μιλάς σημαίνει ότι δεν έχεις ενσωματωθεί, ότι δεν ανήκεις πλήρως, ότι έχεις μείνει λίγο ώς πολύ απέξω.

Λίγους μήνες μετά την προσχώρηση του Ιωάννου στην «Αδελφοσύνη», θα έρθει το τέλος πολέμου, τα Δεκεμβριανά, και τα πράγματα θα αγριέψουν. Η Κίνηση θα πάρει ενεργό μέρος στην ιδεολογική και πολιτική σύγκρουση.

Δεν γίνεται καμιά ανοιχτή προπαγάνδα. Είναι σ’ αυτά πάντοτε πολύ προσεχτικοί. Τα πάντα δείχνουν πως είναι δικτυωμένοι με τη δεξιά, αλλά με τα ανώτερα κλιμάκια της δεξιάς. Κάτι λαϊκές οργανώσεις, Βεν και τέτοια, τις περιφρονούν αγρίως. Είπε μάλιστα ο πατήρ Λεωνίδας και κάτι σχετικό, για το πώς απέκρουσε τις προτάσεις τους για συνεργασία και κοινή δράση.

Τα κατηχητικά, τουλάχιστον στη Θεσσαλονίκη, συνδέονται από τότε, λόγω ίσως του Παρασκευόπουλου, που είχε μεγάλο βαθμό στο στρατό, συνδέονται κατευθείαν με τους στρατηγούς και τα επιτελεία. (σ. 147)

Η Κίνηση, που μέχρι τότε ήθελε να μείνει εκτός πολιτικής, κατά την ακραία πολωμένη και πολωτική  περίοδο της εμφύλιας διαμάχης, κάνει την πολιτική επιλογή της: προσχωρεί πλήρως στη βασιλική, δεξιά και αντικομμουνιστική πλευρά. Ουαί και αλίμονο σε όποιον τολμούσε, μέσα στην Κίνηση,  να πει ότι ο πόλεμος είναι εμφύλιος, έπρεπε να πιστεύει και να λέει πως ο πόλεμος είναι αμυντικός έναντι του ένοπλου και ξενοκίνητου κομμουνισμού.

Το 1946 ο Ιωάννου μπαίνει πρώτος από τα αγόρια στην Φιλοσοφική Σχολή Θεσσαλονίκης. Η πορεία εφεξής για έναν κινησιακό είναι προδιαγεγραμμένη: πρέπει τώρα να γίνει μέλος της Χριστιανικής Φοιτητικής Ενώσεως (ΧΦΕ).

Τη χρονιά εκείνη κυκλοφορεί η περίφημη Διακήρυξις της Χριστιανικής Ενώσεως Επιστημόνων, έργο κυρίως του Αλέξανδρου Τσιριντάνη, την οποία πρέπει  τα μέλη της ΧΦΕ να τη διαδώσουν σε όλη την Ελλάδα, πράγμα που θα πετύχουν.

Στον Ιωάννου δεν  αρέσει καθόλου αυτό το κείμενο (σ. 150), ομολογεί ότι δεν μπόρεσε να διαβάσει ούτε πέντε σελίδες «από αυτή τη φριχτή μακαρονάδα» (σ. 169), θα συμμετάσχει ωστόσο και αυτός στην προσπάθεια για την ευρεία διάδοσή του. Εκ των υστέρων θεωρεί ότι «η δημοσίευσή της ήταν σωστή ενέργεια, γιατί προκάλεσε συζητήσεις και αντιθέσεις» (σ. 170).

Ο φοιτητής Ιωάννου παίρνει μέρος στις δραστηριότητες της ΧΦΕ, έχει αρχίσει όμως να ασφυκτιά πια μέσα στην Κίνηση και θέλει να φύγει: Αλλά το πράγμα δεν ήταν και τόσο απλό. Όλη μου η ζωή ήταν μονταρισμένη πάνω σ’ αυτή την προϋπόθεση. (σ. 176)

Η ρήξη όμως με μια ομάδα ή κοινότητα δεν είναι ποτέ εύκολη υπόθεση, γιατί έχουν εν τω μεταξύ αναπτυχθεί φιλικές σχέσεις και έχουν δημιουργηθεί ψυχικές και ηθικές δεσμεύσεις. Αντί λοιπόν να φύγει κάνει ένα ακόμη βήμα πιο μέσα και γίνεται κατηχητής: αναλαμβάνει κατώτερο κατηχητικό στην εκκλησία του Αγίου Παύλου. Όταν ωστόσο  τεθεί σε κίνηση μέσα σου ο μηχανισμός της εξόδου, τίποτε δεν μπορεί να τον σταματήσει. Ψάχνεις απλώς την αφορμή που θα σου δώσει το έρεισμα ή το πρόσχημα να φύγεις. 

Ο Ιωάννου βρίσκει τον λόγο που του χρειαζόταν στη στάση της Κίνησης απέναντι στον Εμφύλιο. Την αφορμή του τη δίνει ένα κατηχητόπουλό του που του είπε ότι οι χωροφύλακες έπιασαν τον αδερφό του (σ. 176).

Θα  ανακοινώσει λοιπόν στον Φραγκόπουλο την απόφασή του να πάψει να είναι κατηχητής λόγω της στάσης τους στον Εμφύλιο, παίρνοντας θάρρος να ξεστομίσει αυτή την κουβέντα από τον Αυγουστίνο Καντιώτη που τον άκουσε με τα αυτιά του να λέει στον Φραγκόπουλο ότι ο πόλεμος που ρήμαζε την Ελλάδα ήταν εμφύλιος (σ. 176).

Η άποψη αυτή αποτελούσε casus belli. Η πλήρης και ολοτελής στράτευση της Κίνησης στη μάχη κατά των κομμουνιστών, ήταν η βασική κολόνα πάνω στην οποία στηριζόταν το παν εκείνη τη στιγμή. (σ.178)

Δεν γινόταν πια να μείνει άλλο στην Κίνηση, δεν τον χωρούσε. Θα πάψει λοιπόν να πηγαίνει στις συγκεντρώσεις της ΧΦΕ, θα χάσει τους φίλους και τις παρέες του, θα υποστεί την καραντίνα. Μετά από  λίγους μήνες θα αναρτηθεί στο φοιτητικό εντευκτήριο ανακοίνωση ότι διαγράφεται λόγω απουσιών (σ.180):

Έτσι έληξε η σχέση μου με τα κατηχητικά (σ. 180).

Ας είμαστε πάντως δίκαιοι –και με τον Ιωάννου και με την Κίνηση. Μπορεί ο λόγος που προβάλλει ο Ιωάννου να είναι ηθικοπολιτικός, στην πραγματικότητα όμως άλλο είναι αυτό που τον έδιωξε ουσιαστικά από την Κίνηση.

Ακόμη δηλαδή και αν η Κίνηση θεωρούσε εκείνο τον πόλεμο εμφύλιο, ο Ιωάννου πάλι θα έφευγε, γιατί ασφυκτιούσε μέσα εκεί, όπως θα ασφυκτιούσε κάθε νέος άνθρωπος που διάβαζε λογοτεχνία και δεν του αρκούσαν τα ψυχωφελή αναγνώσματα της Ζωής, που ήθελε να δει σινεμά το οποίο απαγορευόταν,[³] που ήθελε να ακούσει και άλλα τραγούδια εκτός από εκείνα του κατηχητικού.

Η Ζωή ήταν μια οργάνωση αυστηρού ελέγχου της ιδιωτικής ζωής των ανθρώπων, σε όλες τις πτυχές της. Το στενόχωρο και μικρόψυχο ζωικό περιβάλλον δεν μπορούσε να χωρέσει έναν ζωντανό νέο άνθρωπο, με διαβάσματα και αναζητήσεις.

Κυρίως δεν μπορούσε να χωρέσει έναν ομοφυλόφιλο.  Αν δεν έφευγε, θέλω να πω, το 1948, θα έφευγε ένα δυο χρόνια μετά.

Ο Γιώργος Ιωάννου θα εξηγήσει ο ίδιος τι είναι αυτό που αποπειράθηκε να κάνει σε τούτο το πεζογράφημά του:

Αυτά που εξέθεσα παραπάνω δεν αποτελούν, βέβαια, την ιστορία της Χριστιανικής Κινήσεως Θεσσαλονίκης, ούτε πολύ περισσότερο καμιά καταγγελία της. Είναι απλώς η άποψή μου –άποψη ενός μυγιάγγιχτου, αλλά προσεχτικού ίσως εφήβου, πασπαλισμένη τώρα από το χρόνο και τις διευθετήσεις του.  (σ. 180)

Είναι ασφαλώς η προσωπική άποψή του, με όλες τις ιδιοτροπίες του –δεν χάνει ευκαιρία να χύνει το δηλητήριό του κατά του Μαρωνίτη και του Χριστιανόπουλου-, αλλά οπωσδήποτε η άποψη ενός ανθρώπου που ξέρει για ποιο πράγμα μιλάει. Αληθινή προσωπική μαρτυρία: αποδίδει με ακρίβεια τα πράγματα και ταυτόχρονα αποτυπώνει έντονα το δικό του πρόσωπο.

Ο Ιωάννου δεν αντλεί από μελέτες και γραψίματα άλλων, δεν παραπέμπει σε κανένα ζωικό κείμενο, όλα όσα γράφει είναι καρπός της παρατηρητικότητάς του. Αντιλήφθηκε πολύ σωστά αυτό που ήταν και αυτό στο οποίο εξελισσόταν η Κίνηση και το απέδωσε με λεπτότητα και αποχρώσεις. Αν υπήρχε περιθώριο, θα σας διάβαζα  μιάμιση σελίδα (σ. 156-157) για την στάση της Κίνησης έναντι της Ορθόδοξης παράδοσης και του μοναχισμού για να δείτε την οξυδέρκειά του.

Θα αρκεστώ σε  λίγες μόνο  αράδες:

Οι πνευματικοί μας ηγέτες [...] πρέσβευαν ξεκάθαρα και αταλάντευτα  ένα χριστιανισμό βασισμένο στη λογική και την επιστήμη. Μόνον τα βασικά δόγματα εδέχοντο ότι προσεγγίζονται διά της πίστεως. Όλα τα άλλα, με την επιστήμη και τη λογική. Ο χριστιανός πρέπει να είναι ζωηρός, δραστήριος, πρακτικός και εάν θέλει να μονάζει, να μονάζει μέσα στην κοινωνία, χωρίς να πολυφαίνεται. (σ. 157)

Κάτι παραπάνω: ο Ιωάννου στο αριστουργηματικό αυτό πεζογράφημα επιδιώκει να δημιουργήσει μύθο για όλα όσα έζησε τότε στην Χριστιανική Κίνηση, να πλάσει τον μύθο τους και τον μύθο της εποχής του, για να μπορέσει ακριβώς να εκφράσει την εσώτερη αλήθειά της:

Προσπαθώ να πιάσω το διαρκές μέσα στο πιο εφήμερο και να επισυνάψω τα μη συναπτόμενα και να συσχετίσω τα μη συσχετιζόμενα και να δημιουργήσω –κυρίως αυτό- να δημιουργήσω μύθο για όλα αυτά, ή μάλλον συνεκτική ατμόσφαιρα μύθου, που μετά μεγάλης χαράς βλέπω διαρκώς να στεριώνει, [...] μολονότι πολλά πράγματα και γεγονότα τα εκθέτω συχνά κατά το δοκούν, διότι αυτό το δοκούν έχει πια τώρα σημασία (σ. 115, βλ. και σ. 114)

Αυτό το «δοκούν» του ταλαντούχου συγγραφέα είναι εκείνο ακριβώς που κάνει ώστε τούτη η μαρτυρία να γίνεται αληθινή λογοτεχνία.

Η ατμόσφαιρα  του μύθου που αποτυπώνεται στο «Ο Χριστός αρχηγός μας...», η αλήθεια του μύθου,  καλύτερα, είναι πάνω από όλα η ευγνωμοσύνη για όλους εκείνους που φρόντισαν στην Κατοχή τα φτωχά παιδιά της Θεσσαλονίκης, ανάμεσά τους και τον ίδιο, με αφοσίωση και ανιδιοτέλεια, που επιτελούσαν κάθε μέρα το θαύμα των θαυμάτων, να τους ετοιμάζουν  εκατοντάδες μερίδες καλού και καθαρού φαγητού. Αυτό το πνεύμα της ευγνωμοσύνης διαπνέει όλο το κείμενο και βρίσκει την κορυφαία διατύπωσή του, με ισχυρή συγκίνηση, στη σκηνή του τέλους.

Σας τη διαβάζω και δεν χρειάζεται να προσθέσω τίποτε άλλο:

Το χρονικό αυτό είχε κιόλας γραφτεί, όταν ο πατήρ Λεωνίδας Παρασκευόπουλος πέθανε στις 27 Απριλίου 1984 στην αγαπημένη του πόλη. Και αμέσως έγινε το θαύμα. Ξεχάστηκαν μονομιάς όλα, και τα πολιτικά και οι μικρότητες, και αναδύθηκε το έργο, η αγάπη, η συμπαθέστατη φωνή και μορφή. Χιλιάδες των χιλιάδων συνέρρευσαν να τον αποχαιρετήσουν. Αναδύθηκαν τα Συσσίτια, που έσωσαν χιλιάδες παιδιά. Τα καζάνια, οι κουτάλες, τα τραπέζια με τα πράσινα τραπεζονάντιλα, ο Εσταυρωμένος με το γαλάζιο φόντο, η αίθουσά μας –η Αίθουσα! Αναδύθηκε, όπως έμαθα στην Αθήνα, το τραγούδι:

Ο Χριστός Αρχηγός μας
και στρατιώτες εμείς...

που το έψαλλαν με ραγισμένη φωνή τα παλικάρια και τα κορίτσια της γενιάς μου. Ω, ναι, ο Παρασκευόπουλος, ο πάτερ Λεωνίδας! Ήταν σπουδαίο, πολύ ελπιδοφόρο σημάδι για την πόλη μας το ξέσπασμα αυτό της ευγνωμοσύνης. Ο Παρασκευόπουλος μαζί με τον Αθανάσιο Φραγκόπουλο, και τους άλλους συμπαραστάτες, δημιούργησαν για μας μια μεγάλη εποχή. Εκάς οι βέβηλοι!

[1] Βλ. Άρης Α. Δρουκόπουλος, Γιώργος Ιωάννου. Ένας οδηγός για την ανάγνωση του έργου του, Ειρμός, Αθήνα 1992, σ. 46-53.
[2]Την ημέρα που καταθέτει την αίτησή του για την Αδελφοσύνη κάνει και την  τελευταία εγγραφή στο μαθητικό ημερολόγιό  του, το οποίο ώς ένα σημείο πρέπει να το διαβάζουμε παράλληλα με το «Ο Χριστός αρχηγός μας...». Την αντιγράφω: «Κυριακή 26 Μαρτίου 1944. Κρύον δριμύτατον. Έφαγα μακαρόνια με λάδι. Εκκλησιάσθην στην Μητρόπολι· ήτο η χορωδία και ο κ. Φραγκόπουλος. Το απόγευμα πήγα στην Αδελφοσύνη· ενθουσιάσθην σφόδρα. Έδωσα αίτησιν εγγραφής», Γιώργος Ιωάννου, Το Κατοχικό Ημερολόγιο, εισαγωγή, σχόλια, επίμετρο Αντιγόνη Βλαβιανού, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 2000, σ. 66.
[3] Βλ. Κινηματογράφος και νεότης, Αδελφότης θεολόγων η «Ζωή», Αθήνα 1953.

*Ο Στ. Ζουμπουλάκης είναι πρόεδρος του Εφορευτικού Συμβουλίου της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος.

ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Ενα ημερολόγιο-πνευματικός οδηγός
Οι περίφημες Μέρες, όπως ονόμασε ο Σεφέρης το ημερολόγιό του, που άρχισαν να γράφονται τον Φεβρουάριο του 1925 και τερματίστηκαν με τον θάνατο του ποιητή (1971), καλύπτουν περίοδο 46 ετών, με άλλα λόγια...
Ενα ημερολόγιο-πνευματικός οδηγός
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Ποιητικό ψηφιδωτό 2018
Ποικιλία μορφικών επιλογών, τολμηροί πειραματισμοί ή ωρίμανση κλασικότερων τάσεων, πολιτικές, ενδοσκοπικές ή ενδοποιητικές σκοπιές, τόνοι παιγνιώδεις, δραματικοί, αφηγηματικότεροι ή θραυσματικοί, αλλά και...
Ποιητικό ψηφιδωτό 2018
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Πεζογραφία vs ποίηση, ή και κάτι παραπάνω;
​Το τι παρακολουθούν οι μελετητές της λογοτεχνίας μάς δείχνει ποιον Κανόνα κατασκευάζουμε και συντηρούμε ως έθνος. Δείχνει δηλαδή ποια ονόματα και ποια έργα εξακολουθούν να έχουν απήχηση στη σκέψη του...
Πεζογραφία vs ποίηση, ή και κάτι παραπάνω;
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Με πυξίδα τη μνήμη του μέλλοντος
Εχω τη γνώμη ότι δεν θα ήταν λάθος αν ισχυριζόταν κάποιος ότι όλη η ποιητική πορεία του Γιάννη Ευσταθιάδη μπορεί –για μην πω ότι απαιτείται– να ιχνηλατηθεί παράλληλα και σε συσχετισμό με τους φυσιολογικούς...
Με πυξίδα τη μνήμη του μέλλοντος
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Ποιητικός «τόπος αδέκαστης ουτοπίας»
Τα ποιήματα που περιλαμβάνονται στην ανθολογία «Η Πρέβεζα στη νεοελληνική ποίηση» φανερώνουν τόσο τη σύνδεση του Καρυωτάκη με την πόλη όσο και την επίμονη διάρκεια της απήχησής του. Το πρώτο —πλην του...
Ποιητικός «τόπος αδέκαστης ουτοπίας»
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Χαρτογραφώντας την ποίηση του 21ου αιώνα Οψεις, διαθέσεις, ροπές - Πρωτοεμφανιζόμενοι ποιητές (2011-2018)
Καταγραφές, σχολιασμοί, ψηλαφίσεις ενός ρευστού και ασχημάτιστου ακόμη τοπίου που, εκ των πραγμάτων, δεν προσβλέπουν ούτε στη συγκρότηση κάποιου λογοτεχνικού κανόνα, ούτε στην ομαδοποίηση νέων και νεότατων...
Χαρτογραφώντας την ποίηση του 21ου αιώνα Οψεις, διαθέσεις, ροπές - Πρωτοεμφανιζόμενοι ποιητές (2011-2018)

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας