Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ήταν πολυγραφότατος («Έχει γράψει τον άμμο τση θάλασσας», όπως θα λέγαμε στη Ζάκυνθο – ναι, αρσενική την κάνουμε την άμμο, πειράζει;), εισήγαγε στην Ελλάδα την ποίηση του Καβάφη και υπήρξε «ανοικοδομητής της πνευματικής κίνησης της πρωτεύουσας το πρώτο ήμισυ του 20ού αιώνα», όπως λέει χαρακτηριστικά ο Διονύσης Βίτσος στον Πρόλογο του βιβλίου. Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος θεωρείται «ο πατέρας της ελληνικής αστικής ψυχογραφικής πεζογραφίας (μυθιστόρημα και διήγημα), του νεότερου θεατρικού έργου, της κριτικής θεατρικής και της λογοτεχνικής κριτικής, όπως και της ελληνικής παιδικής λογοτεχνίας». «Η Διάπλασις των Παίδων», την οποία ανέλαβε από το 1941 και μετά ήταν ένα μοναδικό για την εποχή του περιοδικό για παιδιά, που επί επτά δεκαετίες τούς άνοιγε δρόμους στη λογοτεχνία και την ευρηματικότητα.

Μα τι νέο μπορεί να προσκομίσει η επανέκδοση της Αυτοβιογραφίας του Ξενόπουλου (που δημοσιεύτηκε αρχικά σε συνέχειες σε εφημερίδες και περιοδικά και μετά σε τόμο –α΄ έκδοση– από τις εκδόσεις Μπίρη το 1958); Δεν είναι τόσο απλό. Το συγκεκριμένο βιβλίο έχει δύο… ροές: μία μέσα στις σελίδες και μία υποσελίδια. Στις σελίδες του υπάρχει «Το κείμενο της Αυτοβιογραφίας, χωρίς να προστεθεί ή να παραλειφθεί ούτε μια λέξη, [που] έχει προσαρμοσθεί στη σύγχρονη δημοτική γλώσσα, όσον αφορά την ορθογραφία. Οι τύποι όμως της καθομιλουμένης της εποχής (π.χ. του αντρός της) έχουν κρατηθεί. Το ίδιο έγινε και με τους τύπους της ζακυνθινής διαλέκτου». Οι υποσελίδιες σημειώσεις –η άλλη ροή– εξηγούν όσα εμείς οι αναγνώστες/ριες του σήμερα δεν γνωρίζουμε για εκείνη την εποχή, για τα πρόσωπα και τους τόπους που αναφέρονται, ώστε να μπορέσουμε να επικοινωνήσουμε με το κείμενο. Οι πληροφορίες που μας δίνει ο επιμελητής Δ. Βίτσος, ο οποίος «ξέρει τον άμμο τση θάλασσας» –μην τα ξαναλέμε!– για το Τζάντε και τον Ξενόπουλο και όχι μόνο, είναι ευεργετικές και εμπεριστατωμένες, απόδειξη της ενδελεχούς μελέτης του πάνω στο θέμα. 

«Η συμβολή του επιμελητή με τις υποσημειώσεις είναι να ξεναγήσει τον σημερινό, και –γιατί όχι;– και τον αυριανό Έλληνα αναγνώστη στον κόσμο του Ξενόπουλου, κόσμο που έχουν χρόνια να τον παρουσιάσουν, ώστε να είναι στους περισσότερους άγνωστος. Υπάρχουν γενιές που δεν έχουν ακούσει ποτέ τους, από τα σχολεία και από όπου θα έπρεπε, για πολλά πρόσωπα και γεγονότα της πνευματικής και κοινωνικής ζωής της Αθήνας, της Ζακύνθου, αλλά και της λοιπής Ελλάδας στα τέλη του 19ου αιώνα και στο πρώτο ήμισυ του 20ού. Χρειάζονται επομένως τα κλειδιά των υποσημειώσεων για να μπορέσει να καταλάβει ο σημερινός αναγνώστης την απαράμιλλη αφήγηση του Γ. Ξενόπουλου», τονίζει ο Δ. Βίτσος. 

Ο Ξενόπουλος θαύμαζε τον Βολταίρο, διάβαζε έργα του, αλλά έβλεπε ότι δεν είχαν τελειωμό. Όταν κατάλαβε ότι ήταν σχεδόν εκατό τόμοι, θαυμάζοντας το εύρος, αποφάσισε να του μοιάσει και να γράψει κι αυτός άλλους τόσους. Τελικά, «Μπορεί να μην κάνουν εκατό τόμους όσα έχω γράψει σε πενήντα χρόνια, εβδομήντα όμως είναι μέσα στο νερό. Κι αν η πολυγραφία είναι κάτι κακό –οι κριτικοί τουλάχιστο δε μου τη συγχωρούν– ο Βολταίρος με πήρε στον λαιμό του!».

Η Αυτοβιογραφία που είχε γράψει έφτανε μέχρι το 1939. Ο Κώστας Τσικνάκης –στο Παράρτημα Α΄ του βιβλίου– επιχειρεί να «αποκαταστήσει» ό,τι συνέβη μέχρι το 1951, έτος θανάτου του Ξενόπουλου, με το θάρρος της ερευνητικής εμπειρίας του. Μιλάει για τα χρόνια της Κατοχής και τα Δεκεμβριανά, την ανατίναξη του σπιτιού του Ξενόπουλου και των γραφείων της «Διαπλάσεως των Παίδων» το 1944 κ.ά.

Το δεύτερο Παράρτημα περιλαμβάνει ένα χρονολόγιο με τους βασικούς σταθμούς της ζωής του Ζακυνθινού συγγραφέα, το τρίτο μια συνέντευξη του Ξενόπουλου στην εφημερίδα «Αθηναϊκά Νέα» το 1936 και το τέταρτο ένα άρθρο που έγραψε στο περιοδικό «Παναθήναια» στις 30 Νοεμβρίου 1903, με τίτλο «Ενας ποιητής», με το οποίο καθιέρωσε τον Κ.Π. Καβάφη και σήκωσε… ποιητικό κουρνιαχτό, αν σκεφτεί κανείς ότι ακόμα και «ο Κωστής Παλαμάς, ο κυριότερος εκπρόσωπος των ποιητών της γενιάς του 1880, απαξίωσε την ποίηση του Καβάφη, αποφαινόμενος ότι “τα ποιήματα του Καβάφη ομοιάζουν με ρεπορτάζ και όχι από τα καλύτερα” ή μιλώντας για “ανορθόδοξη ερωτική θεματογραφία”», όπως διαβάζουμε στον Πρόλογο του Δ. Βίτσου. 

Υπάρχουν και παλιές σπάνιες φωτογραφίες στο βιβλίο, διάσπαρτες, και ένας μακρύς κατάλογος με την εργογραφία του Ξενόπουλου, που δείχνει πόσο αληθινό ήταν το «πολυγραφότατος». 

Μπορεί ο επιμελητής του έργου να ονομάζει αυτή την έκδοση «χρηστική, όχι φιλολογική», αλλά τα σχόλια μάς προσφέρουν με άρτιο γραμματολογικά τρόπο πληθώρα δεδομένων για την εποχή εκείνη. Ένα βιβλίο-εγχειρίδιο, το οποίο αποτίει φόρο τιμής σε έναν συγγραφέα που, όπως έλεγε και ο Παύλος Νιρβάνας, δεν ήταν ποτέ πληκτικός. Ο Ξενόπουλος ήθελε να διαβαστεί η Αυτοβιογραφία του «το ίδιο ευχάριστα, όπως ακριβώς και τα μυθιστορήματά του». Αποστολή εξετελέσθη ακόμα μια φορά! 

Καλοτάξιδο!