Το βιβλίο αυτό ήταν ένα πείραμα – κι αν ξέρει από πειράματα κάποιος που «έφαγε τα νιάτα του» στο CERN: χωράει ένας πίνακας με τις συχνότητες και τα μήκη κύματος των χρωμάτων ή μια σχηματική αναπαράσταση μιας διάταξης μέτρησης της έντασης του φωτός σε ένα μυθιστόρημα; Ή, αντίθετα, χωράει ένας χειμαρρώδης λογοτεχνικός λόγος διανθισμένος με ζακυνθινή ντοπιολαλιά ανάμεσα σε μαθηματικούς τύπους και θεωρήματα Φυσικής; Η απάντηση, όπως αποδείχθηκε, είναι «Ναι». Δεν είναι βιβλίο επιστημονικής φαντασίας, είναι βιβλίο με… πολλή φαντασία και πολλή επιστήμη.
Ας ξεκινήσουμε, όμως, με την «Τζιοκόντα», που της κόλλησε ένα γιώτα και δεν λέει να ξεκολλήσει! Κοιτάζοντας την «Τζοκόντα» του Ντα Βίντσι, μια από τις ηρωίδες του βιβλίου, η Αρσινόη –και ακούγοντας τις φίλες της να αναρωτιούνται τι σημαίνει το μυστηριώδες χαμόγελο της Μόνα Λίζα–, δίνει τη δική της εξήγηση: «Τι σεμπιάδες λέμε, ωρέ κοπέλες; Το πράμα είναι φως φανάρι. Ο ψημένος ο Λιονάρδος πλερώθηκε για να ζωγραφίσει τη συμβία του Φραντζέσκου του Τζιοκόντη. Εφτούνη, όμως, η σινιόρα Τζιοκόντα, ενόσω εκαθότανε για να την πιτουράρει, αμόλησε μία σιγανή πορδούλα. Aπό εκειές τις κουφές που βρωμάνε και ζέχνουνε. Περιμένει, το λοιπόν η μαντάμα να φτάσει η βρώμα στα ρουθούνια του πιτόρου, για να γελάσει με τις κόνξες του. Και όσο σκέφτεται το τι θα γένει, θέλει να κατουρηθεί απάνου της από τα γέλια, αλλά βαστιέται. Για τούτο είναι έτσι το χαμόγελό της!»
Από εκείνη τη στιγμή, λοιπόν, η «Τζιοκόντα», με το περισσευούμενο γιώτα, γίνεται συνώνυμο του ουσιαστικού αστείου. Οπως λέει η Αρσινόη: «Πίσω από κάθε πράμα σοβαρό, κάθε ευχάριστο ή λυπητερό, κρύβεται ένα αστείο. Κάποιες φορές είναι πράμα θεϊκό και σήμερα ανακάλυψα πως το λένε “Τζιοκόντα”!»
«Τα αστεία αποτελούν προϋπόθεση της ανθρώπινης ύπαρξης»
Την ίδια αντίληψη έχει και για την επιστήμη ο Σπύρος Τζαμαρίας στην επικοινωνία που είχαμε μαζί του: «Λέω πάντα στους φοιτητές μου: “Αν δεν φτάσετε στο σημείο να μπορείτε να αστειευτείτε με την επιστήμη σας, αλλά θεωρείτε πως είναι κάτι ιδιαίτερα σοβαρό και πρέπει να είστε “γραβατωμένοι”, τότε δεν είστε επιστήμονες. Τα αστεία –ακόμα και τα τραγικά αστεία που σκαρώνει η ζωή– αποτελούν την προϋπόθεση και το αποτέλεσμα της ανθρώπινης ύπαρξης. Πίσω από κάθε ασχήμια υπάρχει μια “Τζιοκόντα”», μας λέει. Το όνειρό του, όπως μας αναφέρει ο συγγραφέας, όταν συνέτασσε το Πρόγραμμα Σπουδών του Ελληνικού Ανοιχτού Πανεπιστημίου –είναι ο πρώτος εκλεγμένος καθηγητής στο ΕΑΠ–, ήταν να μπορούν οι μη προνομιούχοι να έχουν πρόσβαση στη γνώση, όπως είχαν κάνει κατά τον Μεσοπόλεμο στη Γαλλία και την Αγγλία κάποιοι πολύ γνωστοί επιστήμονες, δηλαδή ένα Πανεπιστήμιο που να έχει πολύ υψηλά στάνταρ και να μπορεί να μορφώσει τον κάθε εργαζόμενο και να μεταφέρει την παραγωγή της νέας γνώσης και των νέων ιδεών. Το ίδιο όνειρο έχει ακόμη.
Ομως, μπορεί η Θεωρία της Σχετικότητας του Αϊνστάιν να κουβεντιάζεται σε μια παρέα από χαμίνια στις φτωχογειτονιές της Χώρας Ζακύνθου το 1938; Μπορούν οι έφηβοι να προβληματίζονται με τη συμπεριφορά της ύλης, με τα κβάντα και την ασυνέχεια της φύσης, με το φάσμα ακτινοβολίας του «μέλανος σώματος» και να αναρωτιούνται αν μπορούμε να παγιδεύσουμε τη φωνή μας μέσα σε ένα μπουκάλι; «Μπορούν», μας λέει ο συγγραφέας.
Ο γιατρός, οι οικογενειακοί φίλοι-κάτοικοι εξωτερικού που στέλνουν ενημερωμένα επιστημονικά περιοδικά, η δούκισσα Ελένη που απαρνιέται την τάξη της και θέλει να σπουδάσει, φτάνοντας στο σημείο να παντρευτεί εν γνώσει της έναν ομοφυλόφιλο παιδικό της φίλο για να μπορέσει να πραγματοποιήσει το όνειρό της, και πρωτίστως η φιλομάθεια των παιδιών, όλα αυτά βοηθούν στο να μάθουμε εμείς οι αναγνώστες και οι αναγνώστριες τα μυστικά της Φυσικής και του Big Bang.
Τελικά υπάρχει άρια Φυσική; Μήπως εθνικόφρων Φυσική;
Με φόντο τη μεταξική δικτατορία, ο συγγραφέας δείχνει πώς ο φασισμός επηρεάζει το πνεύμα – το… καταργεί ή το σκοτεινιάζει: όταν ένας από τους ήρωες, ένας μαθητής, εκφράζει μια απορία στον καθηγητή του για την ευκλείδεια γεωμετρία και τη γεωμετρία του καμπύλου χωροχρόνου και του αναφέρει τον Αϊνστάιν που εξέλιξε τη γεωμετρία του Ευκλείδη, εκείνος, για να καλύψει την πλήρη άγνοιά του, του λέει: «Είσαι γραμμένος στην ΕΟΝ [Εθνική Οργάνωσις Νέων]; Η ΕΟΝ σκοπεύει στην ανάπτυξιν του εθνικού φρονήματος και της πίστεως προς την θρησκείαν. Ποιος είσαι εσύ, κακομοίρη Ρενιέρη, που θα σβήσεις τον μεγάλο Ευκλείδη για χατίρι του σιωνισμού;» Ο Αϊνστάιν ήταν Εβραίος και κυνηγήθηκε ανελέητα, ως γνωστόν. Τελικά υπάρχει άρια Φυσική; Μήπως εθνικόφρων Φυσική; Στο βιβλίο βλέπουμε στην ουσία να συγκρούεται το φως το της γνώσεως με τον σκοταδισμό του φασισμού ευρύτερα.
Οι ήρωες του βιβλίου, Εβραίοι και Ζακυνθινοί, συμβιώνουν αρμονικά – άλλωστε, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Ζάκυνθος είναι το μόνο μέρος του κόσμου όπου σώθηκαν όλοι οι Εβραίοι. Είναι σαράντα τέσσερις οι ήρωες. Ανάμεσά τους μια πολύ προχωρημένη ηγουμένη, που διαθέτει πάμπλουτη βιβλιοθήκη στη μονή, ακόμα και τηλεσκόπιο, και διατηρεί αλληλογραφία με την αγγλική Βασιλική Αστρονομική Εταιρεία και λέει κάποια στιγμή: «Ο κακομοίρης ο παπα-Γιώργης νομίζει πως η “Μόνα Λίζα” του Λεονάρντο είναι το κόνισμα της Παναγίας όταν ήτανε γκαστρωμένη τον Χριστούλη!» Ενας αστυνομικός, ο Ταβλωμένης, που λατρεύει τον Μανιαδάκη και τον Μεταξά. Ενας σιδεράς, ο Αβραάμ, που θέλει η πανέξυπνη και ταλαντούχα κόρη του να σπουδάσει και στενοχωριέται, γιατί εκείνη του ζητάει «να τραβάει το φυσερό για το καμίνι». Το σχόλιο που εισπράττει όταν εκφράζει την έγνοια του είναι: «Και αν ήσουνα ντοτόρος, τι θα σου γύρευε; Να σου κάμει κλύσμα; Ή να σου ανοίξει το κεφάλι να ιδεί το σέμπιο σου μυαλό;» Ενας αριστερός φωτισμένος μηχανικός, ο Μιχάλης, επονομαζόμενος και Μηχανοδιάολος, που ερωτεύεται την Ελένη: «Την ποθούσε σαρκικά, όπως πόθησε και ποθούσε τόσες άλλες μορφονιές, αλλά με τούτηνε τα πράγματα ήτανε διαφορετικά. Δεν ονειρευότανε το κορμί της, το χαμόγελό της, τη φωνή της, το γέλιο της… Ονειρευότανε τις κουβέντες της, τα “άρα” και τα “συνεπώς” της, τις γνώσεις της». Και, φυσικά, η Αρσινόη, που ήταν πολλοί άνθρωποι σε ένα κορμί!
Μπορεί να μη μας ενδιαφέρουν η κοπερνίκεια επανάσταση, τα επιτεύγματα της κβαντικής φυσικής, η Θεωρία της Σχετικότητας του Αϊνστάιν, η διατύπωση των μοντέλων του διαστελλόμενου Σύμπαντος και της Μεγάλης Εκρηξης, αλλά υπάρχει κάτι στη Φυσική που είναι ζηλευτό: «Αλλιώτικα βλέπει τον κόσμο ο πλούσιος και γράφει τους νόμους της κοινωνίας και αλλιώτικα ο φτωχός. Η φύση, όμως, είναι ανώτερη από τους ανθρώπους. Θα πρέπει να ’χει τους φυσικούς νόμους ίδιους και απαράλλαχτους για όλους. Δεν μπορεί να ξεχωρίζει αυτόν που τρέχει από αυτόν που μένει ακίνητος και από αυτόν που κάνει κύκλους γύρω από το Ηλιο. Δεν μπορεί να υπάρχει σύστημα με ιδιαίτερα προνόμια. Και εάν η φύση δεν αποδέχεται προνομιακά συστήματα, τότε μπορούμε και εμείς να τη μιμηθούμε, να ελπίζουμε πως κάποτε θα βρούμε τον τρόπο να ζήσουμε με δικαιοσύνη».
