Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Κώστας Γανωτής, από την δεκαετία του 80  που εμφανίστηκε ως  ξεχωριστή περίπτωση  τραγουδοποιού  στην ελληνική δισκογραφία,  με στίχους αλληγορικούς, δεικτικούς και αρκετές φορές με πικρό χιούμορ, αλλά και μετά, όταν χανόταν στις περιπλανήσεις και τα σεργιάνια του για να αποκωδικοποιήσει και να αποθησαυρίσει τον πλούτο του δρόμου στα βιβλία του  ή να μελοποιήσει με τις μουσικές του μεγάλους ποιητές, επεδίωκε τη «μέσα δόξα» ,όπως λέει  χαρακτηριστικά. Ήξερε ότι θα του στοιχήσει  την έξω δόξα. Μια μεγάλη καριέρα στη δισκογραφία, λαμπρές  μουσικές παραστάσεις  πλάι σε τρανταχτά ονόματα   όπως η Χαρούλα Αλεξίου, η Πρωτοψάλτη, η Αρβανιτάκη ή  συναυλίες  με μεγάλα σουξέ. Ήταν όμως και παραμένει επιλογή του να ζει και να δημιουργεί χωρίς κοκεταρίες και ανάγκη επιβεβαίωσης. Γράφω εδώ με την ιδιότητα του αναγνώστη ,του ψαγμένου αναγνώστη, για να μιλήσω για το βιβλίο του «Μαμά, εγώ δεν είμαι εγώ»(Εκδόσεις Λιβάνη), ένα ταξίδι στα άδυτα της ψυχής  του πρωταγωνιστή της νουβέλας του που αυτοαποκαλείται «αγορίτσι».

Έναν φτωχοδιάβολο του δρόμου, μόνο, αποσυνάγωγο και αποδιοπομπαίο,  που από Μανόλης  γίνεται Μάγδα, ακολουθώντας την ψυχή του χωρίς βεβαιότητες και δόγματα. Η ανάγκη του να ζει, να ερωτεύεται και να αισθάνεται ελεύθερος από  δεδομένες αξίες και προκαταλήψεις,  και να γίνει  αποδεκτός για όσα νοιώθει, εξελίσσεται σε  μια  σπαραχτική και απελευθερωτική κατάθεση, που δεν βολεύεται και δεν βολεύει με καθωσπρέπει λέξεις .

Είναι ένας  βουβός λυγμός του ανθρώπου  που αγωνίζεται  να ζήσει με αξιοπρέπεια τις επιλογές του σε μια κοινωνία , που των ωθεί άλλοτε  ύπουλα και άλλοτε  βίαια στο κοινωνικό περιθώριο.  Όταν πριν χρόνια, ανάμεσα στις «λοξές» κουβέντες μας, τα τραγούδια , τις μουσικές και την κιθάρα του, ο Κώστας Γανωτής, μου εμπιστεύτηκε να διαβάσω το χειρόγραφο της νουβέλας του, προσδοκούσα το αγορίτσι του, βουτηγμένο  στην κόλαση και την λάσπη, να διεκδικήσει στο φως  τον αυτοπροσδιορισμό του και το  δικαίωμα του στη ζωή και τον έρωτα , σε μια κοινωνία που υποκρίνεται πως δεν ξέρει, δεν άκουσε, δεν είδε.

Δέκα χρόνια μετά  η νουβέλα του  βγήκε από το συρτάρι, αντικρίζοντας  κατάματα την ψηφοθηρική και πολιτικάντικη  κοινωνική συγκυρία που ζήσαμε πρόσφατα. Μια συγκυρία ντροπής , που μας ανάγκασε   να συστηθούμε ξανά  όλοι μαζί και ο καθένας με τον εαυτό του. Ένα  πάρτι μασκέ , που με αφορμή τον νόμο για τα ομόφυλα ζευγάρια, ανέδειξε με τον πιο ηχηρό τρόπο τον φερετζέ πολιτείας , εκκλησίας και κομμάτων .

 Η νουβέλα  του Κώστα Γανωτή, μια περιδιάβαση στο εσωτερικό τοπίο του ανθρώπου, τις σκοτεινές του πλευρές, τα ανομολόγητα πάθη και τις πληγές του, όπου όλα μπορούν να συμβούν πέρα από καθιερωμένες αλήθειες και ταμπού, ‘είναι   μια δύσκολη  και επικίνδυνη  υπόθεση, γι’ αυτό  και γοητευτική. Χωρίς σεμνοτυφίες και ψεύτικες  χειρονομίες. 

Χωρίς αποστάσεις ασφαλείας και φόβους για ανομολόγητες σκέψεις ,ο συγγραφέας με ένα ρωμαλέο σκάψιμο στον ήρωα του  εκτοξεύει   τη δική του κραυγή για όσα αφουγκράζεται και αφομοιώνει ο ίδιος από την ασφυξία των καιρών και την «φορεμένη ηθική». Πατάει γερά στην ιστορία της   φυλομετάβασης του ήρωα του  και τον ασίγαστο καημό του  να φορέσει επάξια το φουστάνι  καθώς αναρωτιέται  “πόσο πάει η μαχαιριά που τη γυναίκα μέσα απ’ τον άντρα ελευθερώνει ». Αλλά το προχωράει  πολύ πέρα από αυτό. Υπερβαίνει το προφανές. 
Ιχνηλατεί με έναν βαθιά ποιητικό, αλληγορικό και ελεύθερο στοχασμό  τις εσωτερικές ρωγμές του  ανθρώπου   ως πολυδιάστατο όν . Του ανθρώπου που πληρώνει το τίμημα γιατί   δεν χωράει σε κουτάκια και ταμπέλες  Του ανθρώπου που  ανοίγει  μέτωπο με κάθε μορφής εξουσία  και συντεχνία  που τον θέλει οπαδό  και όχι πολίτη .

Το αγορίτσι του Γανωτή  ακροβατεί   ανάμεσα  στις λεπτές αποχρώσεις του είναι και του φαίνεσθαι , την υποκρισία  και την πάλη με τον αληθινό του εαυτό ,  την συνύπαρξη αρσενικού-θηλυκού στην ενιαία αρχέτυπη ολότητα του, για να γκρεμίσει τελικά  όλα τα στερεότυπα με τα οποία μπολιάστηκε από την  οικογένεια, την κοινωνία, την εκκλησία ,την εκπαίδευση , το πολιτικό σύστημα.

 Ο ήρωας του βιβλίου  γίνεται, χωρίς να το επιδιώκει, το σύμβολο της εσωτερικής απελευθέρωσης κάθε  ανθρώπου απέναντι σε ό,τι τον καταδυναστεύει. Το «Μαμά εγώ δεν είμαι εγώ», δεν είναι απλά πέντε λέξεις  που καρφώνονται στην ψυχή του  ήρωα, με την κραυγή αγωνίας να αποκτήσει φωνή για την σεξουαλική του διαφορετικότητα. Είναι ο καθένας και η καθεμιά  από  μας που  ξεστόμισε πότε φωναχτά, πότε βουβά , την ανάγκη του να τον δουν και να τον αποδεχτούν όπως ο ίδιος είναι, υπάρχει και νοιώθει. Μια ανάγκη που υπερβαίνει κατά πολύ  τον σεξουαλικό προσανατολισμό μας.  Είναι η ίδια η ουσία της ύπαρξης μας να γίνουμε ορατοί ,όχι γι’ αυτό που βλέπουν ή θέλουν να βλέπουν οι άλλοι σε μας, αλλά γι’ αυτό που πραγματικά είμαστε και νοιώθουμε.

Ο συγγραφέας  αγκαλιάζει τον ήρωα του με απέραντη αγάπη και κατανόηση  για τους δαίμονές του και τον οδηγεί  μέσα από τους φόβους , τους έρωτες, τα τραύματα  και τις απώλειές του, στην εσωτερική του αλήθεια.   Έναν  λαβύρινθο από φως και σκοτάδια όπου τίποτα δεν γίνεται αναίμακτα. Το αγορίτσι του ,  επιλέγει  μεταφορικά και κυριολεκτικά  το αίμα της γέννας  ενός καινούργιου ΕΓΩ. Μια τολμηρή και επώδυνη  πράξη χωρίς επιστροφή. Κανείς δεν μπορεί  να  πει με βεβαιότητα αν βρίσκει τελικά  την έξοδο και τη λύτρωση. Το απρόβλεπτο  τέλος της νουβέλας  σε αφήνει μετέωρο με τα ερωτήματα που προκαλεί. Αλλά αυτός είναι ο ρόλος της Τέχνης και η μαγεία της. Δεν απαντά σε ερωτήσεις, τις προκαλεί. Στη λογοτεχνία , οι ήρωες και ηρωίδες των βιβλίων δεν ανήκουν πια στον συγγραφέα, από τη στιγμή που κυκλοφορούν ανάμεσά μας. Αλλά στην κοινωνία που τους αγκαλιάζει, ή τους απορρίπτει, θυμώνει μαζί τους  ή τους κατανοεί. Όταν ο συγγραφέας βάλει τελεία δεν βάζει απαραιτήτως και παύλα. Τη συνέχεια της ιστορίας την γράφει ο αναγνώστης  που ανοίγει πόρτες αγνοημένες, δυνατότητες που δεν τις είχε φανταστεί, δρόμους  που δεν βάδισε ακόμα .

Έτσι και εδώ  στη νουβέλα του Γανωτή, ο αναγνώστης ό,τι είχε νομίσει κάποτε σίγουρο, οικείο, ασφαλές ανατρέπεται  και  σε αφήνει  αβέβαιο, χωρίς  στηρίγματα, να αναμετρηθείς  με τους φόβους σου, για να  ξεπεράσεις  μια ζωή απώθησης και άρνησης των συναισθημάτων σου. Το ξέρουμε όλοι αυτό.  Όλοι μας με  κάποιο τρόπο, έχουμε επιβάλλει στον εαυτό μας  να ζούμε μέσα σε ορισμένα άκαμπτα όρια που μας εμποδίζουν να μάθουμε, να διευρύνουμε τη σκέψη μας και να αναγνωρίσουμε ότι στα άδυτα της ψυχής μας κατοικούν όλα .  Και η κόλαση και ο παράδεισος. Και η ασχήμια και η ομορφιά. Και η δύναμη και η αδυναμία. Και το αρσενικό και το θηλυκό.  Και σε τούτο ακριβώς το σταυροδρόμι  ο συγγραφέας σε αφήνει ελεύθερο να μετεωριστείς στις επιλογές σου, αφομοιώνοντας μαζί του όλα τα όπλα της λογοτεχνίας  που διαθέτει, ύφος, γραφή, πλοκή, ρυθμό και κυρίως γλώσσα. 

Οι λέξεις δεν είναι γι’ αυτόν ένα εργαλείο ή απλά σημάδια πεταμένα σε ένα χαρτί  αλλά όλες οι αισθήσεις μαζί , με μια αυθεντικότητα  που συχνά έχει μεγαλύτερη αξία από την αυθεντία.  Τις ακούς, τις γεύεσαι, τις μυρίζεις, τις αισθάνεσαι. Και ελπίζω να μην αυθαιρετώ όταν λέω πως  διαβάζοντας το βιβλίο  ήταν σαν να  άκουγα συχνά μελοποιημένο τον ψίθυρο, τον λυγμό και  την αγωνία  του ήρωα του που αναγκάζεται να ζήσει  στο περιθώριο.

Πιστεύω  πως ο λόγος του Γανωτή , εμπεριέχει όχι μόνο τον μουσικό ρυθμό που τον γνωρίζει καλά ως μουσικός  αλλά και την ποίηση του δρόμου. Περιπλανώμενος  τόσα χρόνια, επικοινώνησε βαθιά με το θέατρο  του παραλόγου, την  ανατομία της απόγνωσης και την  ιχνηλασία του κενού.

Οδοιπόρος μοναχικός, της αυθεντικής πλευράς του δρόμου, που κατέβηκε από τα μπουζουξίδικα του Βόλου, στις μεγάλες μουσικές σκηνές της Αθήνας για να τινάξει  στον αέρα την καριέρα  ενός μεγάλου ονόματος στις πίστες της νύχτας  ο Γανωτής  σιώπησε για χρόνια σε ταξίδια δωματίου. Συνειδητός αναχωρητής, άλλαξε πυξίδα ζωής  και στράφηκε στην μελοποίηση μεγάλων ποιητών  και το γράψιμο. Οι ποιητές έγιναν τελικά  οι μέντορες και οι γεροντάδες του, όπως λέει  και του έδειξαν το δρόμο. Έτσι κάθε  φορά που η ποίηση γίνεται τραγούδι, ο θυμός μελωδία και η απόγνωση επίγνωση, ο Κώστας Γανωτής σπάει τη σιωπή του, με την ελπίδα ζωντανή. Γράφει και μελοποιεί γιατί δεν μπορεί να κάνει αλλιώς.