Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Από το 1991, με την ανάδειξη της Αλέκας Παπαρήγα στην ηγε­σία του, το ΚΚΕ ακολούθησε επί μια 30ετία μια πορεία σταλινικής αναπαλαίωσης, που οδήγησε το κόμμα στο περιθώριο της πολι­τικής και κοινωνικής ζωής. Συστατικά της στοιχεία αναφορικά με το παρελθόν ήταν η δικαίωση της σταλινικής διαστροφής του σοσιαλισμού, των μαζικών εκκαθαρίσεων της περιόδου 1936-38 στην ΕΣΣΔ και των προδοσιών του κινήματος σε μια σειρά χώρες· η παραχάραξη και απάρνηση των εγχώριων επαναστατικών παρα­δόσεων, ιδιαίτερα στο πρόσωπο του Άρη Βελουχιώτη· η αποθέωση του Στάλιν και του Ζαχαριάδη· η συστηματική πλαστογράφηση των ζητημάτων της κομματικής ιστορίας. Και αναφορικά με το σήμερα, ο πιο ακραίος σεκταρισμός, εκφρασμένος στην ανεδαφική γραμμή της αντεπίθεσης για τη λαϊκή εξουσία και τη διάσπαση των συν­δικάτων· η πλήρης άρνηση των συμμαχιών· η απεμπόληση των μεγάλων κινημάτων του 2011-12· το παραμέρισμα και η διαπό­μπευση του μαρξισμού· η κατάπτωση στον πιο στείρο δογματισμό, τον εθνικισμό και το γραφειοκρατικό υποκειμενισμό.

Στο παρόν βιβλίο ο Χρήστος Κεφαλής δείχνει ότι μακριά από το να αποτελούν κάποιες συμπτωματικές ή αποσπασματικές επιλο­γές, οι παραπάνω τάσεις συνιστούν τις αλληλένδετες όψεις του νεοσταλινισμού, της σύγχρονης εκδοχής του σταλινισμού, που με συνέπεια προώθησε η ηγεσία των Παπαρήγα, Μαΐλη, κ.ά., και συ­νέχισε η ηγεσία Κουτσούμπα. Φέρνει σε φως την ιστορική χρε­οκοπία του ΚΚΕ και τεκμηριώνει την ιστορική ανάγκη για τη δη­μιουργία στη χώρα μας ενός νέου κομμουνιστικού κόμματος, με μαρξιστικές, επαναστατικές βάσεις και αρχές.

«Με το ΠΑΜΕ πάμε ενάντια στον Λένιν

Συζητώντας τη γραμμή της αντεπίθεσης επιχειρηματολογήσαμε ότι η περίοδος 1991-2011 και μετά το 2015 ήταν μια περίοδος υποχώρησης του κινήματος, στην οποία έμπαιναν αμυντικά καθήκοντα. Είναι όμως σαφές ότι η πολιτική τακτική θα διαφέρει ουσιαστικά σε μια αμυντική και σε μια επιθετική περίοδο. Η άρνηση της ηγεσίας του ΚΚΕ να παραδεχτεί ότι η υποχώρηση, την οποία αναγνώριζε ως γεγονός, σήμαινε αναγκαία την απόδοση προτεραιότητας στην άμυνα, παρείχε και παρέχει τη βάση για τον ακραίο σεκταρισμό της. Μια πλευρά αυτού του σεκταρισμού ήταν η πλήρης άρνηση των πολιτικών συμμαχιών· μια άλλη, ίσως ακόμη πιο αρνητική, ήταν η διάσπαση των συνδικάτων και η δημιουργία κομματικών υποκατάστατων, με αποστολή να κινητοποιήσουν τεχνητά τις μάζες.

Η ίδρυση του ΠΑΜΕ στο συνδικαλιστικό κίνημα το 1999, αργότερα του ΠΑΣΥ στους αγρότες κ.ά., ήταν μια κύρια επιλογή της ηγεσίας του ΚΚΕ. Κωδικοποιήθηκε στις κομματικές αποφάσεις ως μοχλός για την οργάνωση της αντεπίθεσης, σε αντιπαράθεση όχι μόνο με τον κυβερνητικό συνδικαλισμό αλλά και με κάθε αντιπολιτευτικό, αριστερό ρεύμα. Στην «Πολιτική Απόφαση του 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ» αναφέρουν σχετικά: «Βασική προϋπόθεση για να περάσει το λαϊκό κίνημα σε αντεπίθεση με την πρωτοπορία του εργατικού κινήματος είναι ο αποτελεσματικός αγώνας και κατά του ρεφορμισμού, οπορτουνισμού. Η αντιμετώπιση των σχεδίων της άρχουσας τάξης να αξιοποιήσει… κάθε ομάδα και πολιτική δύναμη που εμφανίζεται ως “επαναστατική” και “αντικαπιταλιστική”… Η ανασύνταξη του κινήματος πρακτικά μπορεί να γίνει μόνο μέσα από την ενίσχυση του ΠΑΜΕ, αλλά και του ΠΑΣΥ και του πόλου συσπείρωσης στο χώρο των αυτοαπασχολούμενων»1.

Στην πράξη η ηγεσία του ΚΚΕ πήρε έτσι την πρωτοβουλία για διάσπαση των συνδικάτων και των άλλων μαζικών οργανώσεων. Όταν όμως το κίνημα βρίσκεται σε άμυνα οι μάζες είναι παθητικές και δεν υπάρχει περίπτωση να ακολουθήσουν τους κομμουνιστές σε μια διάσπαση προκλημένη από τους ίδιους· απεναντίας θα παραμείνουν στις παλιές, επίσημες οργανώσεις. Η εμπειρία του ΚΚ Γερμανίας στο Μεσοπόλεμο, όταν ο σταλινισμός είχε ρίξει την ίδια γραμμή για δημιουργία χωριστών, «ταξικών» συνδικάτων, είναι εδώ διαφωτιστική. Ενώ το SPD (οι σοσιαλδημοκράτες) και το ΚΚ Γερμανίας έπαιρναν συγκρίσιμα ποσοστά στις εκλογές για το Ράιχσταγκ (η αναλογία εκεί ήταν λιγότερο από 1,5:1 υπέρ του SPD), στα συνδικάτα το SPD διατήρησε μια πολλαπλάσια υπεροχή 24:1 (περί τα 6 εκατ. μέλη στα σοσιαλδημοκρατικά συνδικάτα έναντι μόλις 250.000 σε εκείνα του ΚΚΓ). Με τη δημιουργία χωριστών συνδικάτων η ηγεσία του ΚΚΓ βοήθησε το SPD να διατηρήσει αλώβητη την επιρροή του στους εργάτες. Το ίδιο αυτοκτονικό αποτέλεσμα είχε και έχει η επιλογή της ηγεσίας του ΚΚΕ για δημιουργία του ΠΑΜΕ. Αντί να διεξάγουν ένα μακροχρόνιο επινοητικό αγώνα για να αποσπάσουν την ηγεσία από τους ρεφορμιστές, όπως θα έκανε ένα φωτισμένο κομμουνιστικό κόμμα, εγκατέλειψαν με τη φυγή τους στον έλεγχό τους τη ΓΣΕΕ.

Στα πρώτα χρόνια της Κομιντέρν μια αριστερίστικη μειοψηφία ζητούσε την αποχώρηση από τα επίσημα συνδικάτα, όπου κυριαρχούσαν οι ρεφορμιστές, και την ίδρυση ανεξάρτητων κομμουνιστικών οργανώσεων. Το κύριο επιχείρημά τους ήταν ότι οι ρεφορμιστικές ηγεσίες εμπόδιζαν την κίνηση των μαζών προς τα εμπρός αποφεύγοντας κάθε επαναστατική έκκληση, ενώ τα κομμουνιστικά σχήματα θα τη διευκόλυναν.

Εκείνη την περίοδο η τακτική τους μπορούσε να φαίνεται εύλογη καθώς υπήρχαν στοιχεία επαναστατικής κατάστασης σε αρκετές χώρες και με τέτοιες εκκλήσεις έλπιζαν να φουντώσουν την επανάσταση. Ο Λένιν, ωστόσο, απέρριψε κατηγορηματικά τις απόψεις των «αριστερών». Σε μια επιστολή του στον Ζινόβιεφ στο 3ο Συνέδριο της Κομιντέρν (1921) υπογράμμιζε ότι οι κομμουνιστές έπρεπε να παραμένουν στα παλιά συνδικάτα αγωνιζόμενοι να κατακτήσουν την πλειοψηφία, και ότι όσοι «αριστεροί» δεν το καταλάβαιναν έπρεπε να διαγραφούν άμεσα από τη Διεθνή. Σε αυτή τη σύνδεση σύστηνε την τακτική του ενιαίου μετώπου, την οποία είχε εφαρμόσει τότε το ΚΚΓ, απευθύνοντας ένα «Ανοικτό Γράμμα» με προτάσεις για κοινές ενέργειες στην ηγεσία των σοσιαλδημοκρατών. Μόνο μια τέτοια τακτική, εκτιμούσε ο Λένιν, θα βοηθούσε να ενισχυθούν οι αδύναμοι ακόμη δεσμοί των κομμουνιστών με τις μάζες, σε μια φάση μάλιστα διαφαινόμενης υποχώρησης του επαναστατικού κύματος, ενώ οι τακτικές των αριστερών θα είχαν το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα:

«Οι τακτικές της Κομμουνιστικής Διεθνούς πρέπει να βασίζονται σε μια σταθερή και συστηματική προσπάθεια να κερδηθεί η πλειοψηφία της εργατικής τάξης, πρώτα και κύρια μέσα στα παλιά συνδικάτα… Επομένως: η τακτική του Ανοικτού Γράμματος πρέπει οπωσδήποτε να εφαρμοστεί παντού. Αυτό πρέπει να ειπωθεί ρητά, σαφώς και ακριβώς, επειδή οι δισταγμοί σε σχέση με το “Ανοικτό Γράμμα” είναι εξαιρετικά επιβλαβείς, εξαιρετικά επαίσχυντοι και εξαιρετικά διαδεδομένοι… Όλοι εκείνοι που απέτυχαν να κατανοήσουν την αναγκαιότητα της τακτικής του Ανοικτού Γράμματος θα πρέπει να αποβληθούν από την Κομμουνιστική Διεθνή μέσα σε ένα μήνα μετά το Τρίτο Συνέδριό της»2.

Αλλά και στον Αριστερισμό του ο Λένιν στιγμάτιζε αμείλικτα την αυθαιρεσία των «αριστερών» που έριχναν το σύνθημα «Έξω από τα συνδικάτα!» και καλούσαν τους εργάτες σε νέες, «καθαρές» κομμουνιστικές οργανώσεις:

«Οι “αριστεροί” Γερμανοί κομμουνιστές… από τον αντιδραστικό και αντεπαναστατικό χαρακτήρα των ηγετικών κύκλων των συνδικάτων βγάζουν το συμπέρασμα ότι… οι κομμουνιστές πρέπει να βγουν από τα συνδικάτα!! Να αρνούνται να δουλέψουν μέσα σ᾽ αυτά! Να δημιουργήσουν νέες, επινοημένες μορφές εργατικής οργάνωσης!! Αυτό είναι ασυγχώρητη βλακεία, που ισοδυναμεί με την πιο μεγάλη υπηρεσία που μπορούν να προσφέρουν οι κομμουνιστές στην αστική τάξη… Να μη δουλεύεις μέσα στα αντιδραστικά συνδικάτα σημαίνει να εγκαταλείπεις τις λειψά αναπτυγμένες ή καθυστερημένες εργατικές μάζες στην επιρροή των αντιδραστικών ηγετών, των πρακτόρων της αστικής τάξης, των αριστοκρατών εργατών ή των “αστοποιημένων εργατών”… Εκατομμύρια εργάτες στην Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία περνούν για πρώτη φορά από την πλήρη ανοργανωσιά στη στοιχειώδη, κατώτερη, απλούστατη και πιο προσιτή… μορφή οργάνωσης, δηλαδή στα συνδικάτα. Και οι επαναστάτες, απερίσκεπτοι όμως, αριστεροί κομμουνιστές στέκονται πλάι και φωνάζουν “μάζες”, “μάζες”! – και αρνούνται να δουλέψουν μέσα στα συνδικάτα!! αρνούνται με την πρόφαση ότι είναι “αντιδραστικά”!! και σοφίζονται μια “εργατική ένωση” καινούργια, καθαρή, αμόλυντη από τις αστικοδημοκρατικές προλήψεις, απαλλαγμένη από τις συντεχνιακές και τις στενά επαγγελματικές αμαρτίες, που θα είναι τάχα (θα είναι!) πλατιά και που για την εγγραφή μελών σ᾿ αυτή θα απαιτείται μονάχα (μονάχα!) “η αναγνώριση του σοβιετικού συστήματος και της σοβιετικής δικτατορίας”… Δεν θα μπορούσε να φανταστεί κανείς μεγαλύτερο παραλογισμό, μεγαλύτερη ζημιά για την επανάσταση απ᾿ αυτή που φέρνουν οι “αριστεροί” επαναστάτες!»3

Ο Τρότσκι επίσης, προεκτείνοντας τις ιδέες του Λένιν, επέκρινε την ταυτόσημη τακτική που είχε εφαρμόσει η ηγεσία του ΚΚΓ, στα πλαίσια των τότε γενικών κατευθύνσεων της Κομιντέρν, στο γερμανικό συνδικαλιστικό κίνημα, εξηγώντας γιατί η απόφαση για δημιουργία χωριστών συνδικάτων ήταν αυτοκαταστροφική:

«Στο συνδικαλιστικό επίπεδο… το γενικό ρεύμα της “τρίτης περιόδου” προσανατολιζόταν στα παράλληλα συνδικάτα… Τα ρεφορμιστικά συνδικάτα έδειξαν όμως αντοχή. Το κομμουνιστικό κόμμα απομονώθηκε από τα συνδικάτα. Άρχισαν να επιφέρουν τμηματικές διορθώσεις στη συνδικαλιστική πολιτική. Το κομμουνιστικό κόμμα αρνείται να καλέσει τους ανοργάνωτους εργάτες να μπουν στα ρεφορμιστικά συνδικάτα. Αλλά τάσσεται επίσης ενάντια στην εγκατάλειψη των συνδικάτων. Ενώ δημιουργεί παράλληλες οργανώσεις, ξαναζωντανεύει το σύνθημα της πάλης για την αύξηση της επιρροής στο εσωτερικό των ρεφορμιστικών συνδικάτων. Όλη αυτή η τακτική αντιπροσωπεύει στο σύνολό της ένα ιδεώδες αυτοσαμποτάρισμα… Αν αγωνιζόμαστε σοβαρά για την κατάκτηση των παλιών συνδικάτων, πρέπει να καλέσουμε τους ανοργάνωτους να μπουν σε αυτά: είναι φανερό πως αυτά τα καινούρια στρώματα ακριβώς είναι επιδεκτικά για να αποτελέσουν ένα στήριγμα της αριστερής πτέρυγας. Τότε όμως δεν πρέπει να δημιουργούμε παράλληλα συνδικάτα… Δεν πρόκειται καθόλου για το γεγονός ότι το ΚΚ “διασπά” τις γραμμές του προλεταριάτου και “αδυνατίζει” τα σοσιαλδημοκρατικά συνδικάτα. Αυτό δεν είναι επαναστατικό κριτήριο, γιατί κάτω από τη σημερινή τους διοίκηση τα συνδικάτα δεν εξυπηρετούν τους εργάτες, αλλά τους καπιταλιστές. Το έγκλημα του ΚΚ δεν βρίσκεται στο γεγονός ότι “αδυνατίζουν” την οργάνωση του Λάιπαρτ, αλλά στο γεγονός ότι αδυνατίζουν τον εαυτό τους. Η συμμετοχή των κομμουνιστών στα αντιδραστικά συνδικάτα δεν υπαγορεύεται από μια αφηρημένη αρχή ενότητας, αλλά από την ανάγκη της πάλης για την απομάκρυνση από την οργάνωση των πρακτόρων του κεφαλαίου»4.

Είναι σαφές ότι η τακτική της ηγεσίας του ΚΚΕ στο ζήτημα των συνδικάτων αντιβαίνει κάθε τι που είχαν πει οι κλασικοί του μαρξισμού, όντας καρμπόν η τακτική των αριστεριστών και του σταλινικού ΚΚΓ στο Μεσοπόλεμο. Ξεκινώντας από μια σωστή υπόθεση, ότι οι ρεφορμιστικές ηγεσίες βάζουν ένα ισχυρό εμπόδιο στην οικοδόμηση ενός ενωμένου, ταξικού εργατικού κινήματος, υπερπηδούν αυτό το εμπόδιο στη φαντασία, αφήνοντάς το να υπάρχει και ενισχύοντάς το στην πράξη. Όποιος κατανοεί γιατί απαιτείται μια επίμονη πάλη για την κατάκτηση των υφιστάμενων συνδικάτων –η ισχυρή επιρροή του ρεφορμισμού για όσο υπάρχει ο καπιταλισμός, λόγω των παραχωρήσεων που κάνει η αστική τάξη σε ορισμένα εργατικά στρώματα, αλλά και των παραδόσεων, ψευδαισθήσεων, κ.ά. σε ακόμη ευρύτερα τμήματα της τάξης· οι τεράστιες δυσχέρειες που παρεμβάλλει στην πολιτική αφύπνιση και την άνοδο της μαχητικότητας των εργατών η παράλυση που φέρνουν οι ρεφορμιστές όταν ελέγχουν τα συνδικάτα– θα ήταν αδύνατο να μην προβλέψει ότι η δημιουργία του ΠΑΜΕ, σε μια εντελώς μη πρόσφορη περίοδο, θα σημείωνε παταγώδη αποτυχία, στενεύοντας αντί να διευρύνει την κομμουνιστική επιρροή. Και αυτό επιβεβαιώθηκε πλήρως στην πράξη.

Ξεκινώντας από το 1999 το ΚΚΕ μπορεί να μην εγκατέλειψε τη ΓΣΕΕ, έριξε όμως όλο το βάρος στη δουλειά στο ΠΑΜΕ. Και ποιο ήταν το αποτέλεσμα; Από ένα 21% στο 32ο Συνέδριο της ΓΣΕΕ το 2004 η παράταξη του ΚΚΕ έμεινε εντελώς στάσιμη παίρνοντας 21-22% στα επόμενα Συνέδρια ως το 36ο, σε συνθήκες παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και τεράστιων κινημάτων στα 2011-15. Στο τελευταίο δε, 37ο Συνέδριο (2020), έπεσε στο 19,5%, με συνέπεια να την περάσει ακόμη και η ΔΑΚΕ, η παράταξη της ΝΔ, ενώ η ΠΑΣΚΕ, η παράταξη του ΠΑΣΟΚ, το οποίο διαλύθηκε στην κοινωνία, έφτασε σε ένα επιβλητικό 38%. Το επιχείρημα ότι φταίνε τα στεγανά που έχουν υψώσει οι ρεφορμιστές (σωματεία σφραγίδες, κοκ) χάνει πλήρως το στόχο: ακριβώς με τη σεκταριστική τακτική τούς δόθηκε η δυνατότητα να αλωνίζουν, ενώ μια ευέλικτη τακτική ενιαίου μετώπου θα βάθαινε τις ρωγμές που αναπόφευκτα παρουσιάζει ο ρεφορμισμός σε καιρούς κρίσης.

Ακόμη και πρακτικοί συνδικαλιστές του ΚΚΕ ομολογούν την παταγώδη αποτυχία της γραμμής που ακολουθήθηκε. Σε ένα προσυνεδριακό άρθρο του στο 17ο Συνέδριο του ΚΚΕ (2004) ο Π. Φωτεινάκης εκτιμούσε ότι το ΠΑΜΕ όχι μόνο δεν συσπείρωσε δυνάμεις στην εργατική βάση, αλλά αδυνάτισε όσους δεσμούς είχε η ΕΣΑΚ, η παλιά κομματική παράταξη στη ΓΣΕΕ:

«Ενώ η ΕΣΑΚ είχε δεσμούς με τους εργαζόμενους μέσα στις φάμπρικες – εργοστάσια και μέσω των οργάνων της σε ευρύ φάσμα εργαζομένων, το ΠΑΜΕ δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί στον ιστορικό ρόλο για συσπείρωση εργαζομένων και τη δημιουργία ταξικού πόλου για την επίτευξη του στόχου του ΑΑΔΜ. Το ΠΑΜΕ επίσης σε πολλούς χώρους δεν μπόρεσε να αντεπεξέλθει στο ρόλο του για τη συγκρότηση ισχυρού ταξικού συνδικαλιστικού κινήματος για συσπείρωση συνδικαλιστών και σωματείων… Ο προσανατολισμός που υπήρξε να αντικατασταθεί η οργανωτική δομή της παράταξης από τις Κομματικές Ομάδες και με καθοδήγηση των ΚΟΒ, δεν ανταποκρίθηκε… κάνοντας τη δουλειά της καθοδήγησης στα μέτωπα της εργατικής τάξης δυσκολότερη, ενώ οι απαιτήσεις και τα προβλήματα οξύνονται, μέρα με τη μέρα»5.

Ο Λένιν, όπως είδαμε, απαιτούσε να διαγραφούν από την Κομμουνιστική Διεθνή όσοι δεν κατανοούσαν την αναγκαιότητα για «μια σταθερή και συστηματική προσπάθεια να κερδηθεί η πλειοψηφία… στα παλιά συνδικάτα». Σήμερα παραμένει ζωτική η ανάγκη να αποβληθούν από το κομμουνιστικό κίνημα όσοι επιμένουν σε τακτικές τύπου ΠΑΜΕ, ως όρος για να δημιουργηθεί και να ριζώσει στην εργατική τάξη η νέα Κομμουνιστική Διεθνής.

Ο σεκταρισμός της ηγεσίας του ΚΚΕ αποκορυφώθηκε πράγματι στην ίδρυση των ΠΑΜΕ, ΠΑΣΥ, κοκ, και την έκκληση στον κόσμο να εγκαταλείψει τις υφιστάμενες οργανώσεις και να στρατευτεί με εκείνες του ΚΚΕ για να δημιουργηθεί το «μέτωπο» της αντεπίθεσης. Φυσικά το όλο εγχείρημα ήταν ένα φιάσκο· κανένα μέτωπο δεν μπορεί να προκύψει ποτέ με στενά κομματικές πρωτοβουλίες και εντολές. Αυτή η πλήρης αποτυχία εκ των πραγμάτων έθεσε, ακόμη και μέσα στο κόμμα, το ενοχλητικό ερώτημα για το αν το εγχείρημα ήταν εξωπραγματικό, μια γραφειοκρατική επινόηση της ηγεσίας. Απαντώντας υποτίθεται στο ερώτημα η Παπαρήγα προέβηκε στις εξής συνταρακτικές εκτιμήσεις:

«Ορισμένοι αναρωτιούνται δέκα χρόνια τώρα, από το 15ο Συνέδριο, το ΚΚΕ προτείνει τη συγκρότηση του Μετώπου, ακόμα όμως δεν υπάρχει αποτέλεσμα. Η δική μας πρόταση συμμαχίας δεν είναι μια πρόταση για τη διαχείριση της σημερινής πολιτικής… είναι πρόταση ρήξης και τελικά ανατροπής της… Το κτίσιμο του Μετώπου δεν είναι ευθύνη μόνο του ΚΚΕ. Αν το ΚΚΕ ήθελε ένα σχήμα υποκατάστατό του, ένα σχήμα με φίλους και οπαδούς, ένα ψευδεπίγραφο Μέτωπο, θα το είχε κάνει, αλλά αυτό θα ήταν μέγα λάθος. Γι’ αυτό και σήμερα δίνουμε βάρος στις επιμέρους συσπειρώσεις και μέτωπα πάλης, σε μετωπικές οργανώσεις γύρω από μεγάλα ζητήματα»6.

Εξαιρετικό δεν είναι; Ο Λένιν διακήρυσσε ότι το να δημιουργούν οι κομμουνιστές νέα, επινοημένα συνδικάτα, με το πρόσχημα της αντιδραστικότητας των παλιών, είναι παραλογισμός και η μέγιστη δυνατή ζημιά για την επανάσταση. Από το 1999 η ηγεσία του ΚΚΕ αφοσιώθηκε στο να χτίσει ένα τέτοιο ψευδεπίγραφο συνδικαλιστικό μέτωπο, το ΠΑΜΕ, που συσπείρωνε ακριβώς τις κομματικές δυνάμεις. Η προσπάθεια δεν απέδωσε και η Παπαρήγα, αντί να θυμηθεί λίγο το γνωστό, «Στο σπίτι του κρεμασμένου δεν μιλάνε για σχοινί», έρχεται και διαπιστώνει: «Αν εμείς προσπαθούσαμε να δημιουργήσουμε ένα ψευδεπίγραφο Μέτωπο θα ήταν μέγα λάθος, αλλά αφού τίποτα δεν προέκυψε, πάει να πει πως το ΠΑΜΕ δεν ήταν τέτοιο πράγμα και ούτε εμείς κάναμε μια τέτοια προσπάθεια». Μοιάζει με έναν επίδοξο αλλά τελείως ούφο και αλλήθωρο βρεφοκτόνο, που αφού μπερδεύει μια κούκλα με ένα πραγματικό βρέφος καταφέρει μαχαιριές στον αέρα και αποτυχαίνει να διαπράξει την επιδιωκόμενη βρεφοκτονία, δικαιολογείται στο τέλος: «Ρε παιδιά, γιατί με κατηγορείτε; Αφού τελικά δεν υπήρξε φόνος, ούτε γάτα ούτε ζημιά. Πού είναι το πρόβλημα;» Ένας τόσο αδέξιος και αποτυχημένος βρεφοκτόνος θα μπορούσε πιθανά να αγνοηθεί. Αν όμως, όπως συμβαίνει με την ηγεσία του ΚΚΕ, εμφανιζόταν ως ο κορυφαίος μαρξιστής-λενινιστής στον κόσμο, ο μόνος που έχει εντρυφήσει στις σοσιαλιστικές εμπειρίες του 20ού αιώνα και υπερασπίζει αδιάλλακτα τον κομμουνισμό, κοκ, τότε αυτά ακριβώς συνιστούν το πρόβλημα».

1. «Πολιτική Απόφαση του 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ», σελ. 8.

2. Λένιν, «Παρατηρήσεις για το Σχέδιο Θέσεων για την Τακτική για το Τρίτο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς», 1.6.1921, στη Μαρξιστική Σκέψη, τόμ. 16, σελ. 37.

3. Λένιν, Άπαντα, τόμ. 41, σελ. 36-37.

4. Λ. Τρότσκι, Και Τώρα;, σελ. 135-136, 90.

5. Π. Φωτεινάκης, «ΕΣΑΚ – ΠΑΜΕ – Κομματικές ομάδες», Ριζοσπάστης, 31.10.2004.

6. Α. Παπαρήγα, «Ν’ αλλάξουμε τους συσχετισμούς δύναμης σε πολιτικό – κοινωνικό επίπεδο», Ριζοσπάστης, 28.6.2005. Είναι ενδεικτικό του χειρισμού του ΠΑΜΕ ως υποκατάστατο, που αρνείται η Παπαρήγα, ότι ενώ κατά το καταστατικό του κάθε τρία χρόνια έπρεπε να συγκαλείται πανελλαδική συνδιάσκεψη, η 3η (2007) έγινε πέντε χρόνια μετά τη 2η και η 4η (2016), όπου η εισήγηση εγκρίθηκε ομόφωνα, εννιά χρόνια μετά την 3η, ενώ έκτοτε δεν έχει γίνει 5η. Βλέπε Θ. Μαράκης, «4η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του ΠΑΜΕ. Μερικά ερωτήματα», 25.11.2016, elaliberta.gr. Επίσης τη διαφωτιστική, ογκώδη μελέτη του πρώην στελέχους του ΠΑΜΕ Γ. Κρίκα, ΠΑΜΕ συσπείρωση ή απομόνωση, Αθήνα 2015.