Μόσχα, 1927. Όταν οι ιστορίες που γράφεις αναμειγνύονται με την πραγματικότητα σε σημείο να ζωντανεύουν: αυτό δεν είναι το κρυφό όνειρο κάθε αφηγητή;
Αυτό ακριβώς συμβαίνει με τον Αλεξάντρ Μπογκντάνοφ, συγγραφέα επιστημονικής φαντασίας αλλά και επαναστάτη, επιστήμονα και φιλόσοφο. Ενώ οι προετοιμασίες για τον εορτασμό της δέκατης επετείου της Οκτωβριανής Επανάστασης είναι σε εξέλιξη και η αναμέτρηση μεταξύ του Στάλιν και των αντιπάλων του πλησιάζει, ο συγγραφέας του περίφημου Κόκκινου πλανήτη δέχεται επίσκεψη από έναν χαρακτήρα που φαίνεται να έχει βγει κατευθείαν από τις σελίδες του έργου του.
Με αυτό το συναρπαστικό μυθιστόρημα ξαναθυμόμαστε τον Αλεξάντρ Μπογκντάνοφ –την ψυχή της Προλετκούλτ– μια ύπαρξη που ζει στα όρια της αβύσσου, ανάμεσα σε εξεγέρσεις, εξορίες και πολέμους, κυνηγώντας το φάντασμα ενός παλιού συντρόφου που χάθηκε στην πορεία. Μια έρευνα που θα κλονίσει βαθιά τις πεποιθήσεις μιας ζωής.
Οι Wu Ming είναι μια συγγραφική κολεκτίβα από την Ιταλία. Ξεκίνησαν ως Luther Blisset και το 2000 μετονομάστηκαν σε αυτό που στα κινεζικά συμαίνει «ανώνυμος» ή «κανένας».

Δεν ήταν η πρώτη φορά που έπαιζαν κι ακόμα δεν ήξεραν ότι θα ήταν η τελευταία. Ωστόσο μόλις έκατσαν στις δύο πλευρές της σκακιέρας, όλες οι συνομιλίες διακόπηκαν και οι σύντροφοι στη βεράντα στήθηκαν γύρω τους, έχοντας την αίσθηση μιας ιδιαίτερης μονομαχίας.
Όλοι εκτός από έναν: τον Λεονίντ Βόλοκ. Είχε αφεθεί σε μια πολυθρόνα κι έπινε το τσάι του, με μια κεραμιδί γάτα να κοιμάται στην αγκαλιά του.
Ο Αρειανός είχε ήδη προσγειωθεί στο Κάπρι εδώ και δύο εβδομάδες και, προτού αποβιβαστεί ο Λένιν στο νησί, ο Μπογκντάνοφ τού είχε διηγηθεί όλα όσα είχε χάσει τους λίγους μήνες του διαστημικού ταξιδιού του. Μια φιλοσοφική διαμάχη είχε στρέψει κάποιους από τους μπολσεβίκους εναντίον των υπολοίπων.
«Ο Λένιν πιστεύει ότι για να καταλάβει τον κόσμο πρέπει να τραβήξει μια φωτογραφία του, όσο το δυνατόν ακριβέστερη. Για εμένα, ωστόσο, η γνώση είναι σαν τον κινηματογράφο».
«Κι αυτό σας εμποδίζει να πολεμήσετε μαζί ενάντια στον τσάρο;» είχε ρωτήσει τότε ο Λεονίντ με το ύφος κάποιου που νομίζει ότι τον κοροϊδεύουν.
Στην Κόκκολα, είχε δει τον Λένιν και τον Μπογκντάνοφ να μοιράζονται το ίδιο σπίτι, να πλένουν μαζί πιάτα, να γράφουν άρθρα δίπλα δίπλα. Τώρα, το απλό γεγονός ότι έπαιζαν σκάκι φαινόταν σαν ανακωχή μεταξύ στρατηγών σε πόλεμο.
Η ταχύτητα των αλλαγών τού προκαλούσε έκπληξη, η δυσπιστία των συντρόφων του δεν τον βοήθησε να προσανατολιστεί. Η υποψία ότι ο Αρειανός ήταν ένας κατάσκοπος της Οχράνα εξακολουθούσε να αιωρείται στις συνομιλίες τους. Σίγουρα ο Λεονίντ θα είχε καταλάβει καλύτερα τη διαμάχη για τον εμπειριομονισμό αν γνώριζε ότι η φιλοσοφία, για τους δύο αντιπάλους, ήταν παρόμοια με τη σκακιέρα εκεί μπροστά τους, ένα γήπεδο όπου όλες οι συγκρούσεις συγκεντρώνονταν σε ένα και μοναδικό παιχνίδι.
Έχοντας επίγνωση αυτής της μεταφοράς, ο Μπογκντάνοφ έστησε τον στρατό του. Η μοίρα, με τη μορφή νομίσματος, του έδωσε τα λευκά πιόνια.
«Κοίτα ποια θα είναι η πρώτη του κίνηση» ψιθύρισε ο Μπαζάροφ στα αυτιά κάποιου.
Θα μπορούσε να επιλέξει ανάμεσα σε είκοσι κινήσεις για ν’ ανοίξει το παιχνίδι, τις οποίες του άρεσε να χωρίζει σε τρεις κατηγορίες: ηλίθιες, αιρετικές και συμβατικές. Φαντάστηκε ότι το κοινό περίμενε από αυτόν ένα παιχνίδι του δεύτερου είδους, αλλά προσπάθησε να μη λάβει υπόψη τους φίλους που τον κοιτούσαν και τα μουρμουρητά προσδοκίας.
Κόντρα σ’ έναν τρομερό αντίπαλο, είναι καλύτερα να παίξεις με ασφάλεια. Και ως εκ τούτου, το να παίζεις με ασφάλεια ήταν επίσης ένας τρόπος έκφρασης του φόβου σου. Ή να προσποιείσαι κάτι τέτοιο. Σε κάθε περίπτωση, ο Βλαντιμίρ Ίλιτς δεν ήταν τρομακτικός ούτε στο ελάχιστο. Η ιστορική σειρά των αναμετρήσεών τους έδινε σαφές πλεονέκτημα στον Μπογκντάνοφ.
Πήρε το πιόνι μπροστά από τον ίππο και το προχώρησε ένα τετράγωνο. Ποσοστό αιρετικότητας: επτά στα δέκα.
Τα μουρμουρητά αυξάνονταν λίγο λίγο.
Ακούγεται η φωνή του Μπαζάροφ: «Βλέπετε;»
Ο Λένιν σήκωσε τα φρύδια του δραματικά, σαν να έλεγε:
«Γαμώτο!» Αλλά η ειρωνεία της χειρονομίας έκρυβε νευρικότητα και τα δάχτυλά του τον πρόδωσαν, καθώς ήταν απασχολημένα να πασπατεύουν τη γενειάδα του. Επέλεξε να ανταποκριθεί αγνοώντας τον αντίπαλο, σαν να μην είχε ξεκινήσει ακόμα η μάχη και η πρώτη κίνηση ανήκε στον Μαύρο.
Άνοιγμα του βασιλιά, η πιο κλασική αρχή του παιχνιδιού.
Αυτή δεν ήταν άλλωστε όλη η ιστορία της αντιπαράθεσής τους; Ο Μπογκντάνοφ είχε επινοήσει τον εμπειριομονισμό, ο Λένιν είχε προτιμήσει να μην του δώσει σημασία. Στη συνέχεια ήρθαν οι πολιτικές διαφωνίες: εάν θα μποϊκοτάρουν το κοινοβούλιο ή θα το χρησιμοποιήσουν ως βήμα. Έπειτα η ληστεία της Τιφλίδας είχε προκαλέσει τρόμο. «Σαράντα νεκροί! Μια ταταρομογγολική βαρβαρότητα!» έλεγαν αγανακτισμένοι οι σύντροφοι από το Βερολίνο. Σφάλμα του Μπογκντάνοφ, ένας τρομοκράτης, ένας προφήτης της δράσης. Στη συνέχεια, οι συζητήσεις για τη λεία. Πώς να χρησιμοποιηθεί, πώς να μοιραστεί. Έπειτα ο Γκόρκι που αρχίζει να κολακεύει τον Μπογκντάνοφ, ενώ ο Πλεχάνοφ τού σκίζει τα μαρξιστικά του γαλόνια, δυσφημώντας τους μπολσεβίκους. Στο τέλος, ο Λένιν αποφάσισε να τους κάνει όλους να σωπάσουν, αναδεικνύοντας τον εαυτό του ως πιο ορθόδοξο απ’ τους ορθόδοξους. Λέγεται ότι είχε κλειστεί στη Βρετανική Βιβλιοθήκη, όπως ο Μαρξ όταν έγραφε το Κεφάλαιο, για να βρει επιχειρήματα κατά των αιρετικών. Η φιλοσοφική ανακωχή τελείωσε.
Δεύτερη κίνηση, αξιωματικός.
Άμεση απάντηση: το πιόνι της βασίλισσας δύο βήματα μπροστά, καταλαμβάνει το κέντρο της σκακιέρας.
Ο Λεονίντ κρυφοκοιτάζει πάνω από τον ώμο του Αβντονίν. Τα χείλη του κινήθηκαν και ο φίλος του γέλασε πνιχτά. Ήταν οι μόνοι εργάτες στην ομάδα, και στον Μπογκντάνοφ άρεσε η συνωμοτική τους επικοινωνία. Μέσα σ’ ένα αδελφικό αλλά καθόλου προλεταριακό περιβάλλον, οι δύο τους είχαν έρθει αμέσως κοντά, σημάδι ότι η ταξική συνείδηση είναι ένα φυτό που αναπτύσσεται φυσικά, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν χρειάζεται φροντίδα.
Έξω το άλογο, για να προετοιμάσει το ροκέ.
Ο Λένιν έκανε μια αντίστοιχη κίνηση στη δεξιά πλευρά της παράταξης των πιονιών του.
Μια ψάθινη πολυθρόνα γρατσουνίζει τα πλακάκια στη βεράντα και μια άλλη απαντά με ακόμη περισσότερο θόρυβο.
«Εσύ, Νατάλια, πήγαινε εκεί» ακούγεται η φωνή του Γκόρκι. «Κι εσύ εκεί».
Ο Μπογκντάνοφ έπαιξε και σήκωσε το βλέμμα του από τη σκακιέρα.
Ο συγγραφέας στεκόταν δίπλα σ’ έναν τύπο με φωτογραφική μηχανή σε σχήμα κουτιού, με λαβή από πάνω, αρκετά μικρή ώστε να μη χρειάζεται τρίποδο. Ο άντρας δεν φαινόταν γνωστός, πρέπει να τον είχαν καλέσει για να απαθανατίσει τη στιγμή.
Με τα χέρια του, έκανε νόημα προς τους θεατές που βρίσκονταν στις άκρες του κάδρου να πλησιάσουν ακόμη περισσότερο, αλλά κανείς δεν τον άκουσε, περίμεναν την επόμενη κίνηση.
Ο Γκόρκι πήγε κι έκατσε στο κάγκελο, στο μέρος που είχε κρατήσει για τον εαυτό του. Έγειρε το καπέλο του πάνω από το ένα αυτί κι έπιασε το πιγούνι του, σε μια πόζα που ταίριαζε στον ρόλο του ως καλλιτέχνη.
Μετά το πρώτο κλικ, πήδηξε κάτω και ζήτησε ένα δεύτερο, αυτή τη φορά όρθιος και με τον παπαγάλο στον ώμο. Έπειτα ένα τρίτο…
Μια μαύρη σκιά κινήθηκε δυναμικά στη λευκή διαγώνιο και ρίχτηκε στη δεξιά πλευρά του στρατού του Μπογκντάνοφ. Ήταν ένας αξιωματικός στην εμπροσθοφυλακή. Τίποτα το απροσδόκητο, αλλά παρ’ όλα αυτά μια κίνηση επιθετική, σαν αστραπή μια βροχερή νύχτα.
Ο παπαγάλος Πεπίτο σκαρφάλωσε στο πίσω μέρος μιας καρέκλας και ο Γκόρκι επέμενε να φωτογραφηθεί με την παρτίδα να φαίνεται στο φόντο.
«Γνωρίζετε το μότο της Kodak;» είχε ρωτήσει ο Μπογκντάνοφ τον Λεονίντ ενώ βόλταραν στους κήπους του Αυγούστου. «“Εσύ πατάς το κουμπί, εμείς κάνουμε τα υπόλοιπα”. Μια μέρα θα κάνουν το κλικ αυτόματο και η κάμερα θα λειτουργεί από μόνη της. Γι’ αυτό ο Λένιν έχει μια παθητική ιδέα σχετικά με τη γνώση. Η δουλειά του φωτογράφου δεν μετράει γι’ αυτόν. Αντιθέτως, μια ταινία δεν μπορεί να δημιουργηθεί χωρίς σκηνοθέτη που να επιλέγει τις εικόνες, να κόβει την ταινία, να παίρνει ένα κομμάτι της και να το κολλά σ’ ένα άλλο. Από την ίδια μπομπίνα μπορούν να βγουν εκατοντάδες διαφορετικές ταινίες, στις οποίες η ίδια σκηνή αποκτά εκατό διαφορετικές σημασίες, ανάλογα με το σημείο στο οποίο θα εισαχθεί. Για να την καταλάβεις, πρέπει να δεις όλη τη σεκάνς. Ο Λένιν παίρνει, αντίθετα, ένα μόνο κάδρο και το αντιπαραβάλλει με την πραγματικότητα. Αν ταιριάζουν, είναι αληθές αλλιώς είναι λάθος. Έτσι αντιλαμβάνεται μια αλήθεια, εκτός χρόνου, ανεξάρτητη από εμάς. Από την άλλη πλευρά, εγώ πιστεύω ότι κάθε εποχή έχει τις αλήθειες της».
