Τον Φεβρουάριο του 1992 σε επιστημονικό συνέδριο στο Κάιρο η αρχαιολόγος Λιάνα Σουβαλτζή ανακοίνωσε ότι σε ανασκαφική έρευνα που έκανε, με άδεια των αρμόδιων αιγυπτιακών αρχών, στην όαση Σίουα (620 χιλιόμετρα από το Κάιρο) ανακάλυψε τον τάφο του Μεγάλου Αλεξάνδρου! Πανηγυρισμοί στην Ελλάδα, με εντυπωσιακά δημοσιεύματα για την ανακάλυψη που, αν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, θα επρόκειτο για τη μεγαλύτερη αρχαιολογική ανακάλυψη – διεθνώς.
Το πράγμα, ωστόσο, όπως καταφάνηκε, ενόχλησε τις αιγυπτιακές αρχαιολογικές αρχές, οι οποίες απαγόρευσαν στην Ελληνίδα αρχαιολόγο να συνεχίσει τις ανασκαφές, καθώς απέκλειαν το ενδεχόμενο να έχει ταφεί εκεί ο Αλέξανδρος. Σύμφωνα με κιτάπια, είχε επισκεφθεί σ’ ένα κοπιαστικό ταξίδι το 332 π.χ. τη Σίουα προκειμένου να υποβάλει τα σέβη του στο εκεί μαντείο του Αμμωνα Δία. Και άντε να ξέμειναν εκεί κάποιοι από τους συνοδούς του…
Χωρίς να είμαι ειδικός, αναφέρομαι στο θέμα αφ’ ενός επειδή συνέβη ν’ ακολουθήσω τον Σεπτέμβριο του 1992 το συνεργείο του αρχιτέκτονα Νίκου Σοφιανού για σειρά ντοκιμαντέρ βασισμένη στις διαδρομές του Αλέξανδρου (έχουν προβληθεί επανειλημμένα από την τηλεόραση) και να βρεθώ σ’ εκείνη την όαση και στα ερείπια του μαντείου. Και αφ’ ετέρου, επειδή πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο του Κωνσταντίνου Σπ. Στάικου «Το μουσείο και η βιβλιοθήκη των Πτολεμαίων στην Αλεξάνδρεια», υπότιτλος «Το όραμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου για ένα Καθολικό Πνευματικό Κέντρο» – μια πλούσια σε εμφάνιση και περιεχόμενο έκδοση.
Οπου εξετάζεται διεξοδικά το ιστορικό (και ο μύθος) του αφανισμού της περίφημης βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας. Στη θέση όπου εικάζεται ότι αυτή βρισκόταν δημιουργήθηκε, όπως είναι γνωστό, σύγχρονη βιβλιοθήκη, που εγκαινιάστηκε τον Οκτώβριο του 2002 (όπου επίσης είχα παραστεί ως δημοσιογράφος).
Η Βιβλιοθήκη
Επειδή έχω μεγάλη εκτίμηση στο έργο του Κωνσταντίνου Στάικου, το οποίο ωστόσο ξεπερνάει τον απαιτούμενο οπλισμό μου, αρκούμαι σ’ αυτή τη συνοπτική παρουσίαση του νέου του βιβλίου (θυμίζοντας παράλληλα ως… συγγενική την ιστορία περί τον τάφο του Μεγάλου Αλεξάνδρου). Ενδεικτικά, αναδημοσιεύω το κεφάλαιο «Η υποτιθέμενη πυρπόληση της Βιβλιοθήκης από τον χαλίφη Ομάρ» (σελ. 338), εκτιμώντας ότι ο αναγνώστης θα ενημερωθεί επαρκέστερα ανατρέχοντας στις σελίδες του:
«Μια στερεότυπη εκδοχή που επικρατεί μέχρι και σήμερα, μολονότι διακεκριμένοι ιστορικοί έχουν επανειλημμένα εκφράσει τις αμφιβολίες τους, είναι βασισμένη σε ένα απόσπασμα του συγγραφέα Αλί ιμπν αλ Κιφτ (“Ιστορία σοφών ανδρών”), ο οποίος γεννήθηκε στην Ανω Αίγυπτο, στην πόλη Κιφτ (Κοπτός), και έζησε στην Αλεξάνδρεια από το 1172 μέχρι και το 1248. Στην εκδοχή αυτή δίνεται για πρώτη φορά το χρονικό της καταστροφής των καταλοίπων της Βιβλιοθήκης των Πτολεμαίων, όπου μάλιστα πρωταγωνιστεί και κάποιος Ιωάννης Γραμματικός. Ο Ιωάννης, που καταγόταν από την Αλεξάνδρεια και είχε διατελέσει μαθητής του Σεβήρου και κόπτης ιερέας, υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας της κατάληψης της γενέτειράς του από τους Αραβες.
Γνώρισε προσωπικά τον εμίρ Αμρ και διέκρινε το στοχαστικό του πνεύμα, ενώ ταυτόχρονα με τις πλούσιες γνώσεις του κατάφερε να τον εντυπωσιάσει. Σε κάποια από τις συναντήσεις τους πήρε το θάρρος να εκφράσει μια παράκληση: “Καθώς όλοι οι θησαυροί της πόλης σάς ανήκουν, θα επιθυμούσα να σας ζητήσω ορισμένα πράγματα, τα οποία είναι άχρηστα για εσάς, αλλά πολύτιμα για μένα”. Oταν τον ρώτησε ο Αμρ σε τι αναφέρεται, ο Ιωάννης απάντησε ότι πρόκειται για βιβλία που περιέχουν σοφία και είναι συγκεντρωμένα στα βασιλικά θησαυροφυλάκια. Ο εμίρης θέλησε να μάθει περισσότερα για τα βιβλία αυτά και τότε ο Ιωάννης τού είπε όσα καταγράφονται στην Επιστολή του Αριστέα, μνημονεύοντας τον βασιλέα Πτολεμαίο Β’ και τον Δημήτριο τον Φαληρέα. Ο Αμρ δεν διαφώνησε με το αίτημα του Ιωάννη, αλλά έθεσε ως προϋπόθεση για την υλοποίησή του τη σύμφωνη γνώμη του χαλίφη Ομάρ. Η απάντηση του Ομάρ ήταν κοφτή: “Αν το περιεχόμενο των βιβλίων είναι σύμφωνο με το βιβλίο του Αλλάχ, είναι υπεραρκετό. Αν, αντίθετα, περιέχουν κάτι ασύμφωνο με το βιβλίο του Αλλάχ, δεν υπάρχει κανένας λόγος να τα κρατήσουμε. Προχώρησε λοιπόν στην καταστροφή τους”.
»O εμίρης Αμρ συμμορφώθηκε με τη διαταγή του χαλίφη Ομάρ και μοίρασε βιβλία σε όλα τα δημόσια λουτρά της Αλεξάνδρειας να χρησιμοποιηθούν ως καύσιμα – λέγεται μάλιστα ότι χρειάστηκαν έξι ολόκληροι μήνες για να αποτεφρωθούν όλα τα βιβλία. Από το καύσιμο αυτό υλικό εξαιρέθηκαν μόνο τα βιβλία του Αριστοτέλη»…
Στο πλαίσιο

Γνώρισα προσωπικά τον Κωνσταντίνο Σπ. Στάικο, αρχιτέκτονα και ιστορικό του βιβλίου με γνώση και έργο σχετικά με την ιστορία του ελληνικού βιβλίου και τον θεσμό της βιβλιοθήκης, τον καιρό που μετέτρεπε την κατάκλειστη επί δεκαετίες βιβλιοθήκη, η οποία στεγάζεται στον δεύτερο όροφο του κτιρίου της Ενώσεως Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών (ΕΣΗΕΑ), σε μια λαμπρή βιβλιοθήκη αξιοποιώντας έτσι στο έπακρον το πλούσιο (και διαρκώς αποκαλυπτόμενο) υλικό της που είχε διασώσει ο αείμνηστος δημοσιογράφος Παναγιώτης Πατρίκιος. Σε σημείο, εμφανισιακά τουλάχιστον, να μην έχει σχέση με τους υπόλοιπους χώρους του επταώροφου κτιρίου της οδού Ακαδημίας 20 (ο εγκαταλειμμένος επί χρόνια έβδομος όροφος του οποίου βρίσκεται κι αυτός υπό αξιοποίηση). Πολύτιμος συνεργός του Στάικου ο ερευνητής και συγγραφέας Τριαντάφυλλος Ε. Σκλαβενίτης .
Ενα έργο ωστόσο που θα ήταν αδύνατο να πραγματοποιηθεί χωρίς τη γενναία οικονομική ενίσχυση της Ελένης Πουρνάρα-Καρκαζή και του καθηγητή Ιατρικής Νίκου Πουρνάρα στη μνήμη του πατέρα τους, εκδότη και δημοσιογράφου Δημήτρη Ι. Πουρνάρα, ο οποίος υπήρξε πρόεδρος της ΕΣΗΕΑ και του οποίου το όνομα δόθηκε στη βιβλιοθήκη. Τα εγκαίνια της βιβλιοθήκης έγιναν στις 2 Δεκεμβρίου 2018, παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας Προκόπη Παυλόπουλου, του αρχιεπισκόπου Ιερώνυμου, των δωρητών, της προέδρου της ΕΣΗΕΑ και του Μορφωτικού της Ιδρύματος Μαρίας Θ. Αντωνιάδου, που πρωτοστάτησαν στη δημιουργία της βιβλιοθήκης, κ.ά.
