ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Βένα Γεωργακοπούλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Νόμιζες ότι τα ξέρεις όλα, κάποια τα έχεις κιόλας ζήσει. Διότι, αμάν πια κάθε καλοκαίρι με τα αφιερώματα για το Φεστιβάλ Επιδαύρου, χαρά του διευθυντή κάθε εφημερίδας και βαρεμάρα του καλλιτεχνικού συντάκτη. Και έρχεται ξαφνικά ένα βιβλίο και σε κάνει να καταπιείς τις προκαταλήψεις σου και να παραδεχθείς ότι υπάρχει ένας τρόπος να αναφερθεί κανείς στην Επίδαυρο, που αξίζει τον κόπο. Το να εστιάσεις σε ένα χωριό, το Λυγουριό, και σε μια ταβέρνα, τον «Λεωνίδα». Ή μάλλον καλύτερα στην οικογένεια Λιακόπουλου, που εξήντα χρόνια τώρα τη διαχειρίζεται.

Ο «Λεωνίδας» έχει και την Κάκια του

«Δύσκολα θα βρει κανείς τόσο στενή και πολύχρονη σχέση μεταξύ της καλλιτεχνικής κοινότητας και μιας τοπικής οικογένειας σε άλλες, διάσημες περιοχές του κόσμου με θεατρική παράδοση», γράφει στην εισαγωγή του λευκώματος «Η Κάλλας, ο Μινωτής, ο Κουν και τα μαγειρευτά της Κάκιας», με το ωραίο εξώφυλλο του Αλέκου Φασιανού, ο Φώτης Απέργης. Ο έμπειρος δημοσιογράφος δέχτηκε την πρόταση του Σταύρου Σάββα και της Ελληνογερμανικής Αγωγής να επιμεληθεί μια έκδοση για τη ζωή των καλλιτεχνών στα Επιδαύρια, «όπως αυτή αντανακλάται επί έξι δεκαετίες στην κοινωνία του Λυγουριού, μέσ’ από τον “Λεωνίδα”». Γεμάτη μοναδικές φωτογραφίες.

Φαίνεται απλό; Για κάτσε να το οργανώσεις, χωρίς να ρίξεις φύρδην-μίγδην στο χαρτί μαρτυρίες και ντοκουμέντα. Κάθε λεξούλα του λευκώματος, κάθε φωτογραφία και λεζάντα είναι αντίθετα ένα κομματάκι σε ένα παζλ, εστιασμένο, βέβαια, αλλά και πολύ πλατύ. Ιστορία ανθρώπων και μαζί ενός θεσμού. Αλλά και μια ματιά στον τόπο μας, που από τότε που ξεκινάνε τα Επιδαύρια (1954), τόσο εκμοντερνίζεται και ανοίγει στον κόσμο. Για να καθίσουν κάποτε στις καρέκλες του «Λεωνίδα» ο Μιτεράν και ο Κέβιν Σπέισι, ο Χάρβεϊ Καϊτέλ και ο Αρμάνι, ο Πέτερ Στάιν και ο Πίτερ Χολ.

Ο Λεωνίδας Λιακόπουλος πέθανε, βέβαια, το καλοκαίρι του 2017. Ηρθε ο καιρός να βγει από τη σκιά η γυναίκα του η Κάκια, που είναι διάσημη για τα νόστιμα μαγειρευτά της (μερικά με συνταγές πρωταγωνιστριών σαν την Παξινού), αλλά ποιος μας είπε ότι δεν απέκτησε κι αυτή σιγά σιγά την πετριά με το θέατρο, ότι δεν ξέρει απέξω κι ανακατωτά τις παραστάσεις στην Επίδαυρο και ότι ως γυναίκα έξυπνη δεν έχει κι έναν εντελώς ιδιαίτερο και διαφορετικό, ίσως, από του συζύγου της και των δύο υπέροχων γιων τους, του Νίκου και του Γιώργου, τρόπο να καταλαβαίνει τους καλλιτέχνες; Ακόμα και να τους απομυθοποιεί με αγάπη και χιούμορ, να εκθέτει τις ανθρώπινες μικροαδυναμίες τους.

Αν το δεύτερο μισό του λευκώματος καταλαμβάνουν με τις μνήμες τους από Επίδαυρο και «Λεωνίδα» οι σταρ, σκηνοθέτες, ηθοποιοί, σκηνογράφοι και φωτιστές (από τον μέγα Διονύση Φωτόπουλο μέχρι τη Στεφανία Γουλιώτη), το παραμύθι που διηγείται η Κάκια Λιακοπούλου, και ανοίγει το λεύκωμα, είναι ο θησαυρός του.

Σαν να τη βλέπουμε νέα κοπέλα, να επιστρέφει αργά το βράδυ από δοκιμή στο αρχαίο θέατρο, παρέα με τις φίλες της, «πολλές φορές με τα πόδια, κουβεντιάζοντας εντυπωσιασμένες με το φως του φεγγαριού». Η πρώτη παράσταση που είδε στη ζωή της ήταν η εναρκτήρια του φεστιβάλ, 1954, «Ιππόλυτος» του Ροντήρη. Η Κάκια περιγράφει το χωριό, που δεν είχε καν ρεύμα και νερό, σταδιακά να μεταμορφώνεται για να υποδεχθεί τους ηθοποιούς (μόνο του Εθνικού, μέχρι που έπεσε η χούντα και άνοιξε το φεστιβάλ). Ο Ροντήρης, ο Μινωτής, η Παξινού, η Κάλλας τη μαγεύουν, κι ας έβαλε τα γέλια όταν την άκουσε να τραγουδά στη Μήδεια, το 1961, «αμαθή» από όπερα.

Το θέατρο είχε μπει για τα καλά στη ζωή του χωριού, και όχι μόνο επειδή οι Λυγουριώτες νοίκιαζαν τα σπίτια τους στους καλλιτέχνες. Ακόμα και τον χειμώνα, «διασκέδαζαν παριστάνοντας οι ίδιοι τους ηθοποιούς σε παρέες στα σπίτια ή στα καφενεία», τραγουδώντας τραγούδια του Χατζιδάκι από τη «Λυσιστράτη», παίζοντας κάποιες αριστοφανικές σκηνές… Τι ωραίες εικόνες.

Ηταν πάντα γενναιόδωρη και τρυφερή, όπως και ο Λεωνίδας, με τους άφραγκους ηθοποιούς. «Γέμιζε το ψυγείο με φυλαγμένες μισές μερίδες. Δεν λέγαμε οχι. Πώς άντεχαν; Γιατί οι πρόβες ήταν κουραστικές. Ειδικά αυτές του Κουν δεν είχαν ωράριο, όπως είχαν του Εθνικού, ούτε και τέλος», λέει. Μια από τις πολλές παρατηρήσεις της, που φωτίζουν την ίδια την ψυχή του θεάτρου μας, τις συγκρούσεις, τις ιεραρχίες, τις σχολές, τις νοοτροπίες. Να μια ακόμα μεγάλη αρετή της δουλειάς του Φώτη Απέργη, δημοσιογράφου με κότσια. Δεν θέλησε να «καθοδηγήσει» τη χαρισματική συνομιλήτριά του απλώς σε ένα αγαπησιάρικο, συγκινητικό κείμενο. Ανέδειξε κι αυτά που συνήθως δεν γράφονται. Οπως την παρακάτω ιστορία γύρω από τις περίφημες φωτογραφίες που κοσμούν τον «Λεωνίδα» – και το λεύκωμα.

«Οταν κρεμάσαμε αργότερα ένα πορτρέτο του Κουν, κάποιοι του Εθνικού είπαν ότι μαγαρίστηκε το μαγαζί. Το Πάσχα, μετά τον θάνατο του Δάσκαλου, ήρθε ο Μινωτής και μόλις κάθισε στο τραπέζι του μας είπε κοιτάζοντας τη φωτογραφία του Κουν απέναντί του. “Πάρτε τον από κει που με κοιτάζει συνέχεια”».


info: Διατίθεται από την Ελληνογερμανική Αγωγή χωρίς χρέωση περιορισμένος αριθμός βιβλίων. Θα είναι, όμως, διαθέσιμο διαδικτυακά στο www.ea.gr.