Τα επεισόδια της νέας ελληνοτουρκικής κρίσης διαδέχονται το ένα το άλλο με αυξημένη συχνότητα. Κι αν σε προηγούμενες φάσεις ο ελληνοτουρκικός ανταγωνισμός εντοπιζόταν στο Αιγαίο, πλέον το πεδίο του έχει διευρυνθεί από τη βόρεια Αφρική -τη Λιβύη- μέχρι όλη την ανατολική Μεσόγειο.
Αυτή η έκδοση του Μαρξιστικού Βιβλιοπωλείου περιλαμβάνει μια σειρά κείμενα που εξηγούν τις αιτίες και τις στροφές αυτού του επικίνδυνου ανταγωνισμού. Είναι κείμενα πολύτιμα γιατί προσφέρουν απαντήσεις στα ερωτήματα που γεννάει η νέα κρίση: ποιες είναι οι αιτίες της, ποιοι είναι οι παράγοντες που την τροφοδοτούν και βέβαια ποια είναι η απάντηση που πρέπει να δώσει η Αριστερά, πώς μπορούμε να σταματήσουμε την απειλή του πολέμου.
Η εθνικιστική προπαγάνδα είχε και έχει πάντοτε εύκολη μια εξήγηση: είναι μια διαμάχη που χάνεται στα βάθη των αιώνων, από την Τουρκοκρατία μέχρι σήμερα. Πρόκειται για ένα αντιδραστικό ιδεολόγημα για «τα δίκαια της φυλής απέναντι στον βάρβαρο Τούρκο και τον κακό μουσουλμάνο». Αλλά εκτός από αντιδραστική αυτή η «αφήγηση» είναι και ανιστόρητη.
Μπορεί οι εθνικιστές να ντύνονται -μερικές φορές κυριολεκτικά- με τις φουστανέλες του Κολοκοτρώνη, όμως το 1821 από το 1922 δεν τα χωρίζει απλά ένας αιώνας, αλλά μια εντελώς διαφορετική ιστορική περίοδος. Για να χρησιμοποιήσουμε την περιοδολόγηση του Βρετανού μαρξιστή ιστορικού Eric Hobsbawm, την «εποχή των επαναστάσεων» (των αστικών) από την «εποχή των αυτοκρατοριών» (τον ιμπεριαλισμό). Και βέβαια τέτοιες απόψεις δεν μπορούν να εξηγήσουν γιατί το «προαιώνιο μίσος» που χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον για τη Μικρασιατική Εκστρατεία αντικαταστάθηκε από τη «φιλία» Κεμάλ-Βενιζέλου και από την ταυτόχρονη ένταξη στο ΝΑΤΟ αργότερα, ενώ φούντωσε στη δεκαετία του ’50 με επίκεντρο την Κύπρο, το νησί που η ελληνική και τουρκική διπλωματία με δυσκολία έβρισκαν στον χάρτη στις προηγούμενες δεκαετίες.
Ομως τα κείμενα αυτής της έκδοσης προχωράνε περισσότερο από το να απαντάνε στα χοντροκομμένα εθνικιστικά παραμύθια. Μας δίνουν ένα πλαίσιο ανάλυσης και πληροφόρησης για να κοιτάξουμε πέρα από τα συνηθισμένα, ακόμα και στον χώρο της Αριστεράς, κλισέ για την ελληνοτουρκική διαμάχη. Σύμφωνα με αυτά, η πηγή των προβλημάτων είναι η «τουρκική επιθετικότητα» ή «επεκτατισμός» που αγνοεί και παραβιάζει το «διεθνές δίκαιο», ενώ η Ελλάδα είναι διαρκώς αμυνόμενη. Παλιότερα ανθούσαν οι θεωρίες που έντυναν αυτήν την εκτίμηση με αντιμπεριαλιστικά ρούχα: πίσω από την Τουρκία ήταν ο «αμερικανικός δάκτυλος». Σήμερα είναι πιο συνηθισμένες οι αναλύσεις που μιλάνε για «τυχοδιωκτισμό» της Τουρκίας απέναντι σε μια Ελλάδα «παράγοντα σταθερότητας στην περιοχή».
Ομως αυτή η οπτική, με όλες τις παραλλαγές και τις μεταλλάξεις της, βγάζει από την εικόνα την εξέλιξη του καπιταλισμού στην Ελλάδα και την Τουρκία και τις αλλαγές στον ιμπεριαλισμό που έχουν διαμορφώσει το πλαίσιο της ελληνοτουρκικής διαμάχης. Αυτό το ευρύτερο πλαίσιο είναι το κόκκινο νήμα της ανάλυσης που διατρέχει τα κείμενα αυτής της έκδοσης και που αντιμετωπίζει τον ελληνοτουρκικό ανταγωνισμό σαν αντιδραστικό και από τις δυο πλευρές, σαν διαμάχη ανάμεσα σε δυο αστικές τάξεις που τροφοδοτεί και τροφοδοτείται από τους ευρύτερους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς και την αποσταθεροποίηση σε όλη την περιοχή.
Οπως εξηγεί ένα από τα κείμενα, γραμμένο το 1994 στην επέτειο των είκοσι χρόνων από τον ελληνοτουρκικό πόλεμο στην Κύπρο: «Ο ελληνικός και ο τούρκικος καπιταλισμός βρίσκονταν και βρίσκονται σε ανταγωνισμό για την κατάκτηση της θέσης του κυρίαρχου υποϊμπεριαλισμού στην περιοχή… Η έννοια του υποϊμπεριαλισμού δεν καλύπτει μόνο τον ρόλο του τοπικού χωροφύλακα που εξυπηρετεί τις στρατηγικές ανάγκες του ιμπεριαλισμού. Συνδυάζεται και με τον ρόλο της αναδυόμενης οικονομικής δύναμης που μετατρέπεται σε ‘κεφαλοχώρι’ της περιοχής».
Η άρχουσα τάξη «μας» δεν είναι εθελόδουλος κομπάρσος στην επέκταση της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ στα Βαλκάνια, στις επεμβάσεις των ΗΠΑ και των άλλων ιμπεριαλιστών στη Μέση Ανατολή. Είναι πρωταγωνιστής, με σκοπό να δυναμώσει και την οικονομική και τη «γεωπολιτική» της θέση. Για παράδειγμα, η υπογραφή της νέας αμυντικής συμφωνίας με τις ΗΠΑ που επεκτείνει και αναβαθμίζει τις αμερικάνικες βάσεις δεν είναι «εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας», είναι κομμάτι της στρατηγικής της άρχουσας τάξης που τα συμφέροντά της είναι δεμένα με τον έλεγχο της Μέσης Ανατολής από τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό. Και αντίστοιχα ο «άξονας» με τη δικτατορία της Αιγύπτου και το κράτος-τρομοκράτη του Ισραήλ δεν είναι «αμυντικές», αλλά επιθετικές κινήσεις του ελληνικού καπιταλισμού.
Από πού θα έρθει η απάντηση στην απειλή του πολέμου; Το τρίτο στοιχείο που διαπερνάει τα κείμενα αυτής της έκδοσης είναι ότι η λύση μπορεί να έρθει μόνο από τα κάτω, από τη δράση του εργατικού κινήματος σε Ελλάδα, Κύπρο και Τουρκία. Οπως λέει και το σύνθημα, «Αγκυρα, Αθήνα, Λευκωσία – εχθρός μας το κεφάλαιο και η στρατοκρατία».
Είναι ρεαλιστική αυτή η προοπτική; Μια σειρά κλισέ μάς λένε ότι δεν είναι. Στις περισσότερες αναλύσεις η τουρκική κοινωνία εμφανίζεται ως ένας αντιδραστικός μονόλιθος όπου ο απλός κόσμος είναι αιχμάλωτος του εθνικισμού ή του ισλαμισμού. Η άλλη όψη αυτών των κλισέ αφορά τον κόσμο εδώ, που υποτίθεται ότι δυσκολεύεται να ξεπεράσει την εθνικιστική προπαγάνδα και άρα η «ρεαλιστική» αντιμετώπιση από την Αριστερά είναι η υπόκλιση στα «αυθόρμητα πατριωτικά αισθήματα του λαού».
Δεν χρειάζεται να γυρίσουμε πολύ πίσω στο παρελθόν για να διαπιστώσουμε πόσο χοντροκομμένα ψεύτικες είναι αυτές οι εικόνες. Το καλοκαίρι του 1999 η Αθήνα και το Ισμίτ χτυπήθηκαν από φονικούς σεισμούς. Τρία μόλις χρόνια πριν, οι δύο άρχουσες τάξεις είχαν φτάσει στα πρόθυρα του πολέμου στα Ιμια. Κι όμως, αυτό που επικράτησε το 1999 ήταν η ανθρωπιά και η αλληλεγγύη. Αν πάμε ακόμα πιο πίσω, μπορούμε να διαβάσουμε σε άλλο κείμενο αυτού του βιβλίου για τους κοινούς αγώνες Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων εργατών. Και βέβαια ποτέ δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το καλοκαίρι του 1974 εργάτες και νεολαία προτίμησαν να ρίξουν τη χούντα παρά να την αφήσουν να τους οδηγήσει στο σφαγείο του πολέμου με την Τουρκία.
Το εργατικό κίνημα και η Αριστερά έχουν μια ολόκληρη ιστορία αγώνων όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στην Τουρκία και στην Κύπρο. Αυτή η προοπτική γίνεται ακόμα πιο επίκαιρη σήμερα, όταν σε όλη τη Μέση Ανατολή φουντώνουν τα κινήματα και οι εξεγέρσεις από το Σουδάν και τον Λίβανο μέχρι το Ιράκ και το Ιράν.
