«Το ποδόσφαιρο χωρίς τους οπαδούς είναι ένα τίποτα» είχε πει ο Τζοκ Στάιν, θρυλικός Σκοτσέζος παίκτης και προπονητής. «Η μπάλα στην κερκίδα» του Θάνου Σαρρή, που θα βρίσκεται πριν μπει ο Δεκέμβριος στα βιβλιοπωλεία από τις εκδόσεις «Οξύ», αναφέρεται ακριβώς σ’ αυτούς τους οπαδούς. Αναδεικνύει όλη τη σάπια κατάσταση και τη διαπλοκή του ελληνικού ποδοσφαίρου, φωτίζοντας μια διέξοδο που ανοίγουν όσοι αγαπούν πραγματικά και ανιδιοτελώς την ομάδα τους. «Ενα μυθιστόρημα βασισμένο σε έρευνα με πρωταγωνιστές και διαλόγους που είναι ή θα μπορούσαν να είναι αληθινοί», το οποίο καλεί τους αναγνώστες να δουν μια άλλη πλευρά της κοινωνίας του γηπέδου και να αντιληφθούν πώς μπορεί να δοθεί λύση απέναντι σε εκείνους που εκμεταλλεύονται προς ίδιον όφελος την «ασπρόμαυρη θεά». Η «Εφ.Συν.» προδημοσιεύει αποκλειστικά ένα απόσπασμα από την πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία.
Καθόταν με την πλάτη στερεωμένη στην ολόμαυρη μηχανή του. Φορώντας το μπουφάν με τα κόκαλα, μαύρο κι αυτό, έμοιαζε μ’ ένα αλλόκοτο πλάσμα κρυμμένο στις σκιές. Ισως να τρεφόταν κι απ’ αυτές. Εβλεπε τον κόσμο να αποχωρεί από το γήπεδο κι έβγαλε ένα πνιχτό γέλιο.
«Ποιοι θα στηρίξουν την επανάσταση; Αυτοί; Αυτοί δεν μπορούν ν’ αλλάξουν ούτε θέση στον καναπέ του σπιτιού τους χωρίς να βογκήξουν» είπε από μέσα του. Ηξερε για το σχέδιο των οπαδών από την πρώτη στιγμή. Τίποτα απ’ όσα γίνονται στους κύκλους τους δεν μένει κρυφό και τα οπαδικά κουτσομπολιά διαδίδονται με ταχύτητα αστραπής, πόσω μάλλον όταν αποδέκτης τους είναι το αόρατο χέρι του Μεγάλου, ο διαβόητος Σομαλός. Πάντα βρίσκονταν καλοθελητές να του πουν διάφορα, με τους δικούς του σκοπούς ο καθένας. Από ένα δωρεάν γραμμάριο της δικής τους πλάνης μέχρι μια πιθανή δουλίτσα στο μέλλον, ή ένα δωρεάν εισιτήριο για τον αγώνα που ήθελαν να δουν.
Στο γήπεδο πήγαιναν πλέον ελάχιστοι κι αυτοί με βαριά καρδιά. Φαίνονταν σαν υπνωτισμένοι, καταδικασμένοι σε μια αέναη ρουτίνα που δεν τους έδινε καμιά χαρά ή πάθος αλλά τους έριχνε στη μιζέρια. Και απ’ την άλλη ήταν «οι πολλοί». Εκείνοι που είχαν ξεχάσει πια τη μυσταγωγία της Κυριακής. Εκείνοι που τα ωραία χρόνια γέμιζαν ασφυκτικά τα στενά καθίσματα του γηπέδου, δημιουργώντας τη μαγική ατμόσφαιρα που ομόρφαινε τις βδομάδες τους. Ηταν σαν να είχαν πάθει αμνησία.
Οι συνθήκες τούς είχαν σταδιακά απομακρύνει, εξορίζοντάς τους στην απομόνωση των διαμερισμάτων τους. Μπροστά σε μια τηλεόραση, όχι δίπλα σε γεμάτους ένταση συνοδοιπόρους στην τρέλα αλλά σε ζωντανούς νεκρούς που μετρούσαν αντίστροφα για το τελευταίο σφύριγμα του διαιτητή, ώστε να σφαλίσουν επιτέλους τα μάτια τους και να διώξουν για λίγο την άχαρη ρουτίνα.
Ηταν κάθε ηλικίας, οικογένειες ολόκληρες, παιδιά που έμαθαν να λένε το όνομα της ομάδας την ίδια στιγμή που πρωτοείπαν μαμά και μπαμπά. Παιδιά που το πρώτο δώρο του νονού τους ήταν ένα μοβ φορμάκι με το σύμβολο που στη συνέχεια θα γινόταν ιερό. Ο πρώτος καβγάς, το πρώτο ανεξήγητο για τους άλλους κλάμα, η πρώτη γνήσια καψούρα. Κι όμως, χωρίς να το καταλάβουν είχαν διαβεί τον Ρουβίκωνα της λήθης.
Τώρα πλέον έμεναν απαθείς σε μια συζήτηση που στρεφόταν κατά του συλλόγου, πανηγύριζαν τα γκολ με προσποιητό πάθος, η μυρωδιά του γηπέδου τούς άφηνε αδιάφορους. Είχαν χάσει κάθε συναίσθημα. Είχαν πουλήσει την ψυχή τους στον διάβολο των υλικών απολαύσεων, αφήνοντάς την να παγιδευτεί στον βρόχο της καθημερινότητας.
Εβλεπε στα μάτια τους πως οι ευθύνες δεν ήταν γι’ αυτούς. Για όσους πήγαιναν ακόμα στο γήπεδο, το χρέος τους έπιανε ταβάνι στην καταβολή του αντιτίμου για το εισιτήριο και στο δίωρο που ξέκλεβαν για να βρεθούν εκεί. Να ψηφίσουν; Να αποφασίσουν; Να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους; Αυτά ήταν για άλλους, για χώρες πλούσιες, δυτικές. Και φρόντιζαν, όλοι όσοι βρίσκονταν υπό την επιρροή του, να θυμίζουν στις καθημερινές κουβέντες τους με άλλους οπαδούς ότι αυτά τα πράγματα δεν γίνονται στην Ελλάδα. Κι ότι όποτε πήγαν να γίνουν απέτυχαν παταγωδώς. Οχι, ο μόνος δρόμος ήταν η ελπίδα στον Μεγάλο. Για να βρει έναν ακόμα μεγαλύτερο και να πουλήσει όλο το οπαδικό τους βιος.
