Οταν ένα κινηματογραφικό φεστιβάλ είναι μεγάλο κι έγκυρο, συγκεντρώνει ταινίες απ’ όλον τον πλανήτη, αιχμηρές, δυνατές, ορμητικές. Με χιλιάδες δημοσιογράφους και θεατές μαζεμένους στις αίθουσες και στην πόλη του είναι ιδανικό σημείο για να εκφραστούν και να γίνουν αντιληπτές οι τάσεις κι οι ανησυχίες.
Αρα δεν είναι παρά επόμενο, το προσφυγικό ζήτημα να απασχολεί καθημερινά το Φεστιβάλ Βερολίνου, με κάθε είδους αφορμές. Την αρχή έκανε ο διευθυντής της Berlinale, Ντίτερ Κόσλικ, δηλώνοντας πριν ξεκινήσει το φεστιβάλ ότι οι ταινίες που πραγματεύονται το μεταναστευτικό θα έχουν προβεβλημένη θέση στη διοργάνωση.
Τη σκυτάλη πήρε η πρόεδρος της Κριτικής Επιτροπής, Μέριλ Στριπ, κάνοντας σαφή την ευαισθησία της: «Είμαστε όλοι Αφρικανοί», είπε σε συνέντευξη Τύπου. Και δυο μέρες μετά, το Σάββατο, 14.000 σωσίβια από τη Λέσβο γέμισαν το κέντρο του Βερολίνου.
Ο Κινέζος καλλιτέχνης Αϊ Βέι Βέι έντυσε το Konzerthaus του Βερολίνου με τα εμβληματικά σωσίβια που του έδωσαν οι αρχές στο ελληνικό νησί. Εχοντας επισκεφθεί ο ίδιος τη Μυτιλήνη αρκετές φορές τον τελευταίο χρόνο, ο Αϊ Βέι Βέι εξήγησε τις προθέσεις του έργου του:
Τα μνημεία χρειάζονται για να υπενθυμίζουν στους ανθρώπους, για τη μνήμη. Αυτό δεν θα είναι μνημείο αποθανόντων, αλλά ένα μνημείο όπου θα τιμάται η ανθρώπινη προσπάθεια και δοκιμασία.
»Θα τιμάται η προσπάθεια των παιδιών, των γυναικών και των ανδρών, των ηλικιωμένων που θυσιάζουν τα πάντα για ένα αβέβαιο μέλλον. Κανένας τους δεν έρχεται για να μεταναστεύσει. Είναι άνθρωποι που φθάνουν υπό εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες για να σώσουν τις ζωές τους
Το installation του Αϊ Βέι Βέι συνέπεσε μοιραία με την προβολή της νέας ταινίας του Τζιανφράνκο Ρόσι, «Fuocoammare» (Fire at Sea), μιας σκληρής, όσο και πανέμορφης απεικόνισης της κατάστασης στο φορτωμένο συμβολισμούς νησί της Λαμπεντούζα. Ο Ρόσι τιμήθηκε με το Χρυσό Λιοντάρι της Βενετίας πριν από δυο χρόνια για το «Sacro Gra» και το καινούργιο του ντοκιμαντέρ υπερβαίνει εκείνο, τόσο σε αισθητική προσέγγιση όσο και στο καίριο της παρατήρησής του.
Με μια ευέλικτη, ευαίσθητη κάμερα που, όμως, αποτυπώνει τοπία κι ανθρώπους σαν πληθωρικό φιλμ, ο Ρόσι παρακολουθεί τους κατοίκους του μικρού νησιού, επιφάνειας μόλις 20 τετραγωνικών χιλιομέτρων, με τρυφερότητα και χιούμορ.
Τον μικρό Σαμουέλε, που παλεύει να φτιάξει την τέλεια σφεντόνα, την κυρία Αννα που μαγειρεύει τέλειο κοκκινιστό καλαμάρι, την κυρία Μαρία που αφιερώνει τραγούδια στον άντρα της στον τοπικό ραδιοφωνικό σταθμό.
Η ταινία προχωρά ζεστά, αργά, παρατηρητικά. Ερχεται η πρώτη αναφορά: το «Fuocoammare», παιδί μου Σαμουέλε, είναι ένα παλιό τραγούδι που λέγαμε για τους ναυτικούς στον πόλεμο, όταν η θάλασσα ήταν γεμάτη κινδύνους, όταν η θάλασσα καιγόταν και οι ψαράδες φοβούνταν να την πλησιάσουν.
Ερχεται η δεύτερη αναφορά, η εξομολόγηση του γιατρού, «τα τελευταία χρόνια κάνω το αντίθετο από τη δουλειά μου, αντί να βοηθάω ζωντανά κορμιά, κάνω μόνο νεκροψίες».
Μια μικρή κοινότητα που ζει τόσο κανονικά, παρότι κάθε βράδυ το λιμενικό δέχεται εκκλήσεις: στείλτε βοήθεια, πνιγόμαστε, καιγόμαστε, είμαστε 250, 130, δεν έχουμε νερό.
Δεν είναι απλώς ότι ο Τζιανφράνκο Ρόσι κάνει ένα ντοκιμαντέρ απίθανης ακρίβειας και καθηλωτικού ρυθμού, είναι ότι αξιοποιεί το καυτό, σαν τη θάλασσα, θέμα του για να κάνει πανέμορφο σινεμά – κι αν καταλήξει με τη φετινή Χρυσή Αρκτο, η επιλογή θα είναι πέρα για πέρα δίκαιη.
Η άλλη ταινία του Διαγωνιστικού Προγράμματος, που συζητιέται ήδη ως φαβορί για τα μεγάλα βραβεία, έρχεται επίσης από την ταραγμένη Βόρεια Αφρική, αλλά με πολύ διαφορετικό ύφος. Στο «Hedi» του πρωτοεμφανιζόμενου Μοχάμεντ Μπεν Ατία, το έδαφος είναι η Τυνησία.
Ο 30χρονος Χέντι ετοιμάζεται να παντρευτεί την κοπέλα που του προξένεψε η μητέρα του, αλλά σ’ ένα σύντομο επαγγελματικό ταξίδι γνωρίζει κάτι που μπορεί και να είναι ο αληθινός έρωτας, ή απλώς η τομή με το παλιό κι η αγκαλιά του καινούργιου.
Μ’ έναν ευαίσθητο πρωταγωνιστή στο πρόσωπο του Ματζ Μαστούρα, μ’ ένα λιτό, άμεσο κινηματογραφικό ύφος με ανεξάντλητα κοντινά πλάνα στους ήρωες, στο δέρμα και στο βλέμμα τους (καθόλου τυχαίο ότι το φιλμ είναι μια παραγωγή των αδελφών Νταρντέν), το «Hedi» παρουσιάζει την Τυνησία μετά την «αραβική άνοιξη», μια χώρα σε αναζήτηση αλήθειας και μέλλοντος, μια κοινωνία που προσπαθεί να βρει το επόμενο βήμα, πετώντας το παλιό αλλά ψάχνοντας την ταυτότητα του καινούργιου.
