Στην παλιά Αγορά της Αθήνας οι δρόμοι είναι στενοί, μικροί, ελάχιστοι. Ελίσσονται και αλληλομπλέκονται σαν φίδια, σ’ έναν ιστό που δημιουργήθηκε οργανικά, αποτέλεσμα μιας ζωής που εκφράστηκε ελεύθερα και ασχεδίαστα στον χώρο.
Συχνά συναντάς απρόσμενα αδιέξοδα, εσωτερικές αυλές, όμορφα αίθρια, φωταγωγούς που φέρνουν από ψηλά ένα φως μαγικό.
Χάνεσαι μέσα σε χώρους που κρύβουν μικρές αναπάντεχες εκπλήξεις, σε κτίρια διαφορετικών ιστορικών περιόδων που στέκουν όμορφα το ένα δίπλα στο άλλο, διαμορφώνοντας ως ιδιόμορφο αρχιτεκτονικό κολάζ τα μέτωπα των δρόμων.
Η Αγορά ανέκαθεν ζούσε και «ανέπνεε» από τον κόσμο που συνέρρεε και περιδιάβαινε στον πυκνοδομημένο ιστό της.
Παλαιότερα εκεί μάθαινες τα νέα, συζητούσες, συμμετείχες ενεργά στο γίγνεσθαι της πόλης. Η πολιτική λάμβανε χώρα έξω, στους δρόμους, στα καφενεία, στις πλατείες. Σε πραγματικό χρόνο και χώρο.
Οι ίδιοι οι άνθρωποι ήταν οι φυσικοί συντελεστές και οι εκφραστές της και όχι βεβαίως τα σημερινά εικονικά τηλεπαράθυρα των ανερμάτιστων και ανούσιων μονολόγων.
Η δημοκρατία έτσι μεταπήδησε από την Αγορά στην τηλεοπτική οθόνη και μαρμάρωσε. Εγινε τηλεοπτικό προϊόν προς κατανάλωση, σίριαλ που το παρακολουθούμε σε συνέχειες, αλλά δεν συμμετέχουμε.
Περπατώντας στα στενά της κεντρικής Αγοράς, χάνεσαι ανάμεσα σ’ ένα πολυποίκιλο μελίσσι ανθρώπων που πηγαινοέρχεται, σε διαπεραστικές φωνές που διαλαλούν εμπορεύματα, σε μεθυστικές μυρουδιές μπαχαρικών, σε κάθε λογής πολύχρωμα προϊόντα που κρέμονται στις προθήκες.
Αναπνέεις τον πραγματικό αέρα της πόλης, τόσο διαφορετικό από το αποστειρωμένο περιβάλλον των μεγάλων κλειστών εμπορικών κέντρων.
Θαρρείς και το έξω βρίσκεται αντιμέτωπο με το μέσα, το μικρό με το μεγάλο, το ανοιχτό με το κλειστό, η Ανατολή απέναντι στη Δύση.
Ή, για να θυμηθούμε τα λόγια της Βιρτζίνια Γουλφ, «εδώ πέρα η ζωή χαράζει τις ίδιες και τις ίδιες αυλακιές για αιώνες ολάκερους» (1).
Τα τελευταία χρόνια μιαν άλλη πραγματικότητα εγκαθιδρύεται στην Αγορά. Τα μικρά λαϊκά εμπορικά δυστυχώς κλείνουν και στη θέση τους ανοίγουν το ένα μετά το άλλο εστιατόρια και μπαρ.
Σαν η βουερή αγορά του πρωινού και της μέρας να υποχωρεί και να παραχωρεί τη θέση της στη νύχτα.
«Πρόκειται για το τέλος ενός κόσμου του οποίου ξεχνάμε σιγά σιγά τη μυρωδιά, τη γεύση, τη σύσταση, την όψη, τον ήχο» (2) επισημαίνει στοχαστικά ο Ζαν Κλερ.
Η λαϊκή κουλτούρα της Αγοράς κινδυνεύει να χαθεί οριστικά. Ενας άλλος κόσμος, διαφορετικός κυριεύει τον χώρο.
Τα κτίρια τώρα στέκουν στους στενούς δρόμους ως σκηνικά μιας άλλης ζωής. Η εικόνα του κέντρου της Αθήνας εκφράζει έντονα τη ζοφερή καθημερινότητα των Ελλήνων, αλλά και ξένων κατοίκων της.
Κλειστά μαγαζιά, υποβάθμιση, εξαθλίωση, εγκατάλειψη, φτώχεια.
Και τι ειρωνεία! Εκεί ανάμεσα στα στενά της Αγοράς υπάρχει η οδός Ευριπίδου, η οδός Σοφοκλέους, η οδός Αισχύλου.
Δρόμοι που χρόνια τώρα φέρουν τα σπουδαία ονόματα των πιο σημαντικών μας αρχαίων τραγικών. Γιατί ξεχνάμε τι σημαίνουν τα ονόματα των δρόμων, τα προσπερνάμε αδιάφορα, αφού απώλεσαν τη μεγάλη ιστορική τους σημασία και δεν συμβολίζουν τίποτα πια στην καθημερινότητά μας.
Παρατηρείς τη σημερινή εικόνα που παρουσιάζουν και συνειδητοποιείς πώς τους καταντήσαμε.
Τους διασχίζουμε κάθε μέρα δίχως να δίνουμε σημασία, ενώ άλλους, ιδίως το βράδυ, τους προσπερνάμε γρήγορα μ’ ένα αίσθημα φόβου και ανασφάλειας. Λες και σήμερα, τούτοι οι δρόμοι των μεγάλων μας τραγικών βγάζουν στην επιφάνεια και αποκαλύπτουν μ’ έναν υπόρρητο τρόπο τις τραγωδίες της σύγχρονης πόλης.
Την απαξίωση που της επιφυλάξαμε, την κατάντια και την υποβάθμιση στις οποίες την οδηγήσαμε, την Υβριν που διαπράξαμε. Η πόλη χάνει τη μνήμη της. Η Ιστορία έπαψε να εμπνέει.
Το χάσμα ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν βαθαίνει με αποτέλεσμα να αποτρέπει το δημιουργικό άλμα προς το μέλλον.
Στα σκοτεινά δρομάκια διαδραματίζονται και σήμερα τα ίδια ανθρώπινα δράματα, αντίστοιχες συγκλονιστικές τραγωδίες.
Δίπλα μας, γύρω μας, με τη διαφορά όμως ότι δεν τις βλέπουμε, αποστρέφοντας το βλέμμα καμώνοντας πως δεν υπάρχουν.
«Καμιά δύναμη να μην έχει η αδικία -ούτε στα σπίτια ούτε στις πόλεις»(3), αντηχούν επίκαιροι όσο ποτέ οι στίχοι του Ευριπίδη στην «Ανδρομάχη».
Σαν οι δρόμοι αυτοί να μας καλούν να θυμηθούμε όσα οι τραγικοί ποιητές μας εξιστορούσαν για τα δεινά και τα πάθη των ανθρώπων του καιρού τους. Να κάνουμε την αναγωγή στο παρόν, να στοχαστούμε ότι ο ανθρώπινος θρήνος, ο βαθύς, παραμένει ο ίδιος μέσα στο πέρασμα του χρόνου.
Στα στενά σοκάκια της Αγοράς μπορείς να ακούσεις τους χτύπους της καρδιάς της πόλης. Περπατώντας το βράδυ, ανάμεσα στις σκιές και τα αδύναμα φώτα, μέσα σε κόγχες, σε μικρές στοές και σε εσοχές κουρνιάζουν όλο και περισσότεροι άστεγοι συμπολίτες μας.
Αφουγκράζεσαι παράφορους λυγμούς που ξεπηδούν μέσα από ανθρώπινα καθημερινά δράματα.
Εκεί όπου το μέσα των κτιρίων μένει άδειο και απ’ έξω, κάτω από σφαλιστά παράθυρα, στριμώχνονται τα χαρτοκιβώτια των αστέγων και των ανήμπορων.
Τι τραγική γειτνίαση! Το σπίτι στέκει ακατοίκητο και κατοικείται το χαρτοκιβώτιο.
Τα καλοστημένα σκηνικά της ευμάρειας και της ευδαιμονίας των προηγούμενων δεκαετιών καταρρέουν το ένα μετά το άλλο.
Η ίδια η πόλη φαντάζει να εκδικείται. Σαν να ζητάει επιτακτικά Δικαιοσύνη και Νέμεση.
Η αρχιτεκτονική στέκει βουβή και ανήμπορη μπροστά στην αμείλικτη πραγματικότητα που την «κατηγορεί» (δικαίως) ότι έχασε τον προσανατολισμό της, λοξοδρόμησε και απώλεσε τον ανθρωποκεντρικό της χαρακτήρα, τον κοινωνικό ρόλο που οφείλει διαχρονικά να επιτελεί.
Οταν το σπίτι αδειάζει και στέκει έρημο χωρίς ανθρώπους, τότε σιγά σιγά ρημάζει και πεθαίνει. Ο αρχιτεκτονικός χώρος υπάρχει και δικαιώνεται μόνον από τις ανθρώπινες δράσεις, μόνον όταν η ζωή εκτυλίσσεται εντός του.
Ποιος σύγχρονος ποιητής, άραγε, θα εξιστορήσει στις επόμενες γενιές τις μεγάλες ανθρώπινες τραγωδίες του καιρού μας; Ποιος θα μιλήσει γι’ αυτά που χάσαμε;
Την αλληλεγγύη, τη συντροφικότητα, τη συλλογικότητα, την ανθρωπιά μας;
(1) Βιρτζίνια Γουλφ, «Για την άγνοια των αρχαίων ελληνικών», εκδ. Στιγμή, Αθήνα 1998
(2) Ζαν Κλερ, «Σκέψεις για την κατάσταση των εικαστικών τεχνών-Κριτική της μοντερνικότητας», εκδ. Σμίλη, Αθήνα 1999
(3) Ευριπίδης Αθηναίος, «Ξέρεις τη φύση των ανθρώπινων πραγμάτων; Ανθολόγιο Ευβουλίας», Μετάφραση-Ανθολόγηση, Ανθή Λεούση, εκδ. Ινδικτος, Αθήνα 2011
*Αρχιτέκτων-καθηγητής Σχολής Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ
