Δέκα ερωτήσεις, περισσότερο αφορμές και σπινθήρες για μια συνομιλία, ανάμεσα σ’ έναν επίμονο αναγνώστη κι ένα πρόσωπο της γραφής. Σήμερα η Ευγενία Μπογιάνου απέναντι σ’ ένα ερωτηματολόγιο που επιχειρεί να ψηλαφίσει, εντός κι εκτός αφηγηματικής επιφάνειας, διαθέσεις, εμμονές, αναγωγές.
• Γράφετε συνεχώς το ίδιο βιβλίο ή στο έργο σας εντοπίζετε τομές και ασυνέχειες;
Πιστεύω πως ένα από τα πράγματα που μας καθορίζουν είναι οι εμμονές μας. Αλλωστε γράφει πάντα ο ίδιος άνθρωπος, οπότε και η ματιά του έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά τα οποία δεν μπορούν παρά να αποτυπωθούν στο έργο του. Συγχρόνως όμως ο συγγραφέας αναζητά συνεχώς και εκ νέου τη φωνή του, όχι τόσο ως προς το «τι» όσο ως προς το «πώς». Θέλω να πιστεύω πως οι τομές και οι ασυνέχειες έχουν υπάρξει στο έργο μου στην πορεία αυτής της αναζήτησης.
• Εκτός από τη λογοτεχνία, τι άλλο καθορίζει και φωτίζει το έργο σας;
Οι σχέσεις μου με τους άλλους, η ματιά μου πάνω στην πολιτική, το σινεμά, η φωτογραφία, τα διαβάσματά μου, η μανία της παρατήρησης, το πάθος μου για τους μεγάλους ανοιχτούς άδειους χώρους.
• Υπάρχει κάποιο βιβλίο που βιαστήκατε να το παραδώσετε στον εκδότη σας και κάποιο άλλο που το απωθείτε, το «φοβάστε» μέχρι σήμερα;
Το πρώτο μου βιβλίο, την συλλογή διηγημάτων «Το μυστικό», έχοντας την ορμή και τη βιασύνη του νεόκοπου, νομίζω πως βιάστηκα λίγο να το παραδώσω. Από κει και ύστερα καθυστερώ υποδειγματικά να παραδώσω οτιδήποτε γράφω, όχι ακριβώς απωθώντας, αλλά με τον φόβο ότι ίσως δεν έκανα (ακόμα) το καλύτερο δυνατό.
• Τρεις τίτλοι βιβλίων που σας σφράγισαν, στο πέρασμα του χρόνου, εντός κι εκτός κειμένου…
Τα διηγήματα του Τσέχοφ, στην έκδοση του «Θεμέλιου» του 1983 σε μετάφραση Κυριάκου Σιμόπουλου. Μια έκδοση που με σφράγισε ακόμα και το χαρακτηριστικό γαλάζιο εξώφυλλό της με τον πίνακα του Ιβάν Π. Ποχιτόνοβ.
Το «Κάτω από το ηφαίστειο» του Μάλκομ Λόουρι.
Το «Στο φάρο» της Βιρτζίνια Γουλφ σε μετάφραση του Αρη Μπερλή.
• Υπάρχουν αρνητικές κριτικές που σας βοήθησαν και θετικές που υπομειδιάσατε;
Τις αρνητικές κριτικές τις διαβάζω πάντα με ιδιαίτερη προσοχή. Και τις λαμβάνω πολύ σοβαρά υπ’ όψιν μου, στο μέτρο που «αγγίζουν» κάποια δική μου επιφύλαξη, κάποια υπόνοια αδυναμίας την οποία ίσως αγνόησα όταν έπρεπε.
Υπομειδίαμα μου προκαλούν εκείνες οι κριτικές, είτε είναι θετικές είτε είναι αρνητικές, που χαρακτηρίζονται από προχειρότητα. Από μια οπτική γρήγορη και διεκπεραιωτική.
• Υπάρχει κάποιος παλαιότερος και κάποιος νεότερος Ελληνας συγγραφέας που σας έλκει η γραφή του;
Από τους παλιότερους η τριανδρία Βιζυηνός, Παπαδιαμάντης, Μητσάκης. Με ίσως μια μικρή προτίμηση στον ιδιοφυή, ασυμβίβαστο Μητσάκη που είναι και ο πιο παραγκωνισμένος από τους τρεις.
Από τους νεότερους υπάρχει μια πλειάδα συγγραφέων που παρακολουθώ και εκτιμώ το έργο τους. Ενίοτε το ζηλεύω κιόλας.
• Σήμερα υπάρχουν λογοτεχνικές συντροφιές που διαμορφώνουν το πνευματικό κλίμα της εποχής.
Λογοτεχνικές συντροφιές σίγουρα υπάρχουν, οι οποίες κάθε φορά διαμορφώνουν ένα κλίμα που καθορίζει εν πολλοίς το ποια βιβλία θα προβληθούν περισσότερο και ποια λιγότερο. Συνολικά όμως το «πνευματικό κλίμα» της εποχής νομίζω πως καθορίζεται από άλλους, συχνά αντιφατικούς, παράγοντες.
• Για ποιο λόγο η παρουσία της ελληνικής λογοτεχνίας, εκτός συνόρων, είναι τόσο νωθρή και αποσπασματική;
Λόγω της απουσίας συγκροτημένης πολιτικής για το βιβλίο, σε συνδυασμό με μια «μικρή» γλώσσα.
• Η πολιτική συγκυρία, εντός και εκτός της χώρας, αλλά και η γλώσσα και ο τρόπος της ενημέρωσης αγγίζουν το συγγραφικό εργαστήρι σας;
Το αγγίζουν. Η γραφή είναι ένα εργαλείο σκέψης και στοχασμού που όμως καθορίζεται και αλληλεπιδρά με όλα όσα συμβαίνουν γύρω μας. Φυσικά γίνεται επεξεργασία των ερεθισμάτων, μέχρι τελικής πτώσεως πολλές φορές, που έχει να κάνει κυρίως με την ιδιοσυγκρασία, τις αναφορές και τη συνείδηση του καθενός.
• Σας απασχολεί αν μετά θάνατον θα σας θυμούνται μέσα από το έργο σας;
Δεν θα έλεγα πως με απασχολεί, θα ήθελα όμως να με θυμούνται.

Η Ευγ. Μπογιάνου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και ζει στην Αθήνα. Το 2004 κυκλοφόρησε η συλλογή διηγημάτων της με τίτλο «Το μυστικό» (Ροές). Ακολούθησαν οι συλλογές διηγημάτων «Κλειστή Πόρτα» (Πόλις, 2012) και «Μόνο ο αέρας ακουγόταν» (Μεταίχμιο, 2016). Το 2014 κυκλοφόρησε το μυθιστόρημά της «Ακόμα φεύγει» (Πόλις) και πρόσφατα το μυθιστόρημα «Φανή» (Μεταίχμιο). Συνεργάζεται με την εφημερίδα «Αυγή» στην κριτική βιβλίου.
