ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Τάσης Παπαϊωάννου*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Κάθομαι στο μικρό γωνιακό καφενείο. Ολόγυρα, οι συνεχόμενες τζαμαρίες σού δίνουν τη δυνατότητα να χαζέψεις την κίνηση στους δρόμους, τους διαβάτες που περπατούν βιαστικοί, τα αυτοκίνητα που μουγκρίζουν ώρες ώρες σαν αφύσικα μηχανικά ζώα, τα λεωφορεία που κάθε τόσο σταματούν στην παρακείμενη στάση, με τον κόσμο να μπαινοβγαίνει από τις πόρτες τους.

Μπροστά του βρίσκεται ένα τριγωνικό πλάτωμα, σαν αυτά που συναντάς συχνά στον αστικό ιστό της Αθήνας. Μια μικρή διεύρυνση των πεζοδρομίων σ’ αυτό το σημείο όπου συναντιούνται τρεις δρόμοι της πόλης, μια ελάχιστη ανοιχτωσιά που ξέμεινε μέσα στο παχύσαρκο σώμα της. Ενα μικρό παρτέρι και μερικά δένδρα πρασινίζουν την περιοχή, ενώ τα λίγα τραπέζια που βρίσκονται κάτω από τις φυλλωσιές τους δίνουν την ευκαιρία στους θαμώνες του καφενείου να καθίσουν έξω στο ύπαιθρο, όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν.

Μέσα από τα περιμετρικά ανοίγματά του παρατηρώ την περιοχή. Η οπτική δεν είναι μετωπική, μονοδιάστατη. Εχει κανείς τη δυνατότητα να τη δει υπό γωνία, λοξά, διαγώνια. Να χάνεται στο βάθος, όπου ο ορίζοντας, ανάλογα με την κατεύθυνση του δρόμου, αλλάζει, όπως και το φως.

Κάπου μακριά αχνοφαίνεται η κορυφογραμμή του Υμηττού, ενώ κατά μήκος του άλλου δρόμου το φως είναι πιο έντονο και κοκκινίζει, με τα σύννεφα ψηλά στον ουρανό να αργοκινούνται σαν τεράστιες μάζες από λευκό βαμβάκι. Οι σκιές των κτιρίων όλο και περισσότερο απλώνονται πάνω στις αντικριστές προσόψεις των δρόμων, αφήνοντας φωτεινές και σκιερές περιοχές, καθώς ο ήλιος σιγά σιγά μετακινείται προς τη Δύση. Σαν τεράστιος προβολέας θεατρικής σκηνής που στρέφεται στιγμιαία πάνω σε μπαλκόνια, εσοχές, χρώματα, τονίζοντας τις υφές και αναδεικνύοντας τις λεπτομέρειες.

Αυτό το μικρό κενό μέσα στην πυκνοδομημένη γειτονιά της Αθήνας λειτουργεί ως ιδιότυπος κοινωνικός πυκνωτής που μπολιάζει με ζωή τη γύρω περιοχή. Λίγα τραπέζια έξω στο τρίστρατο και μερικά δεντράκια είναι αρκετά για να δημιουργήσουν έναν μικρό πυρήνα καθημερινής ζωής, να ζωντανέψουν έναν τυπικό και αδιάφορο κατά τα άλλα χώρο.

Ο ασφυκτικός δημόσιος χώρος μοιάζει να αναπνέει κάπως, να εκτονώνεται. Αυτή η ελευθερία του βλέμματος να πλανάται ανεξάρτητο, έξω και μακριά από το καταπιεστικό πλέγμα των στενών και ψηλών δρόμων, προσφέρει μιαν άλλη, μικρή, αλλά καθόλου ευκαταφρόνητη αίσθηση στην αντίληψη του αστικού περιβάλλοντος.

Είναι κάποια σημεία της πόλης, εκεί που καταργείται το ιπποδάμειο σύστημα, τα οποία ξεφεύγουν από τον καταναγκασμό του αυστηρού κανόνα και όπου η θέαση της πόλης αποκτά εξαιρετικό ενδιαφέρον.

Η προοπτική αλλάζει, τα σημεία φυγής μετατοπίζονται δημιουργώντας νέες προοπτικές σχέσεις, τα μέτωπα των δρόμων μοιάζουν να έχουν ξεφύγει από το κανονιστικό μοντέλο, να λοξοδρομούν, να ακολουθούν τις δικές τους ελεύθερες χαράξεις. Η εμφάνιση του αναπάντεχου, του απρόσμενου χώρου, που δεν εγγράφεται σε μια κανονικότητα, δημιουργεί μικρές νησίδες συνύπαρξης και κοινωνικότητας μέσα στο χάος της σύγχρονης απρόσωπης μεγαλούπολης.

Αυτές οι τυχαίες -εν πολλοίς- κατατμήσεις του αστικού ιστού δημιουργούν ακανόνιστα περιβάλλοντα με μεγάλο αντιληπτικό ενδιαφέρον, χώρους οικείους στους οποίους φωλιάζει ευκολότερα η ζωή. Διαρρηγνύουν τη συνεκτικότητα και μονολιθικότητα της συμπαγούς αστικής μάζας, δημιουργώντας ρήγματα τόσο πολύτιμα για τη λειτουργία της πόλης.

Στενά δρομάκια που τέμνουν διαγώνια τη συνεχόμενη κτιριακή μάζα, άλλα που ελίσσονται σαν φίδια μέσα στον αυστηρό κάνναβο των ορθογωνικών οικοδομικών τετραγώνων, αδιέξοδα που σταματούν απότομα. Απομεινάρια συχνά ενός άλλου ρυμοτομικού, μιας παλιότερης εποχής, ενός άλλου χρόνου που συνδέει το παρόν της πόλης με το παρελθόν της. Ιχνη που πολλές φορές ταυτίζονται με δρόμους ακόμη και αυτής της μακρινής αρχαιότητας.

Στρέφεις το βλέμμα ξανά και κοιτάς το μικρό πλάτωμα. Σαν να ’ναι το κέντρο ενός κόσμου απ’ όπου παρατηρείς με διαφορετικό τρόπο την πόλη. Σαν να σου αφήνει μια άλλη αίσθηση, διαφορετική από τη μονοτονία των παράλληλων δρόμων του στερεότυπου πολεοδομικού ιστού.

Η μοντέρνα πόλη έχασε αυτή τη μαγεία και το μυστήριο που απέπνεαν οι παλαιότερες μεσαιωνικές πόλεις. Αυτή την έκπληξη που αισθανόσουν καθώς περπατούσες στα στενά δρομάκια τους, τις μικρές ανακαλύψεις κάθε τόσο τόπων διαφορετικών, ανοιγμάτων και πλατειών που δεν περίμενες να συναντήσεις και ξαφνιαζόσουν ευχάριστα.

Υπάρχουν πολλοί τέτοιοι διάσπαρτοι τριγωνικοί χώροι μέσα στην πόλη τους οποίους συνήθως τους προσπερνάμε γρήγορα, δίχως να τους προσέχουμε. Οπως υπάρχουν και πάμπολλα τέτοια μαγαζάκια που βρίσκονται σε διάφορες γωνιές της Αθήνας, επεκτείνοντας στο ύπαιθρο την εσωτερική τους λειτουργία.

Οπως και άλλα που βγάζουν τραπεζάκια έξω στο στενό πεζοδρόμιο, όπου ίσα ίσα χωράς να καθίσεις κάτω από τη σκιά μιας νεραντζιάς ή μιας ακακίας. Υπολειμματικοί χώροι που συσσωρεύουν όμως μέσα τους τέτοια ζωή που είναι να απορείς πώς είναι δυνατόν να αλλάζουν έτσι, μεμιάς χαρακτήρα. Θαρρείς και υπάρχει μια μυστηριώδης ώσμωση ανάμεσα στους κατοίκους και στα μικρά αυτά ανοιχτά πλατώματα της πόλης. Σαν να έλκουν σαν αόρατοι αστικοί μαγνήτες τις διάφορες κοινωνικές δραστηριότητες να λάβουν χώρα εκεί ακριβώς, σ’ αυτές τις μικρές ρωγμές υπαίθριου.

Είναι αυτή η σχέση, η τόσο σημαντική, που κάνει κάποια σημεία της πόλης να είναι τόσο ζωντανά και να αποκτούν μια έντονη θεατρικότητα. Οι κάτοικοι της πόλης λειτουργούν στον χώρο και στον χρόνο ως ηθοποιοί και ως θεατές ταυτόχρονα, δίδοντας υπόσταση στο γίγνεσθαι της πόλης.

Ενα σύνολο θραυσμάτων επί μέρους εμπειριών και μικρών καθημερινών στιγμών. Τα κτίρια, οι μορφές, τα υλικά, τα χρώματα περνάνε σε δεύτερη μοίρα. Σχεδόν εκμηδενίζονται από τη συνύπαρξη των ανθρώπων που πλημμυρίζουν και κατοικούν ολοκληρωτικά τον χώρο, φανερώνοντας την ουσία της φευγαλέας πραγματικότητας της πόλης.

* Αρχιτέκτων-καθηγητής Σχολής Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ