«Ζωγραφίζω ό,τι μου αρέσει και, κατ’ επέκταση, ό,τι μου δημιουργεί ψυχική ευεξία. Ο Ντε Κούνινγκ και ο Χόκνεϊ είναι ενδιαφέροντες καλλιτέχνες, μπορώ να πω ότι έχω επηρεαστεί από τη δουλειά τους, ωστόσο, επειδή ως παιδί μεγάλωσα στην ελληνική επαρχία, οι άμεσες βιωματικές επιρροές μου είναι από την ελληνική φύση. Αυτή γνωρίζω να ζωγραφίζω καλά».
Ο 68χρονος διεθνής καλλιτέχνης Γιάννης Κόττης μάς εκπλήσσει με την ειλικρίνειά του και μας ξεκουράζει χρόνια τώρα με την πιστή θεματική των έργων του. Και με τις απιθανότητες που κυριαρχούν στα έργα του και που έχουν ως αφετηρία την παιδική αφέλεια, την ονειρική διάσταση και τα κινηματογραφικά καρέ. Με αφορμή την ατομική έκθεσή του στις Σπέτσες, επιχειρούμε να βρεθούμε για λίγο κοντά του, για να μάθουμε κάποια από τα μυστικά της δουλειάς του και της ζωής του.
• Κύριε Κόττη, γνωρίζουμε ότι γεννηθήκατε στο Κοκκώνι Κορινθίας. Υστερα ακολούθησαν τα χρόνια της Αθήνας, του Παρισιού και πρόσφατα της Υδρας. Να ξεκινήσουμε από την ιδιαίτερη πατρίδα σας;
Γεννήθηκα στο Κοκκώνι Κορινθίας όπως είπατε, από μητέρα που καταγόταν από την Αρκαδία και από πατέρα που προερχόταν από την περιοχή της Κύμης Ευβοίας. Στην Αθήνα εγκαταστάθηκα μόνιμα, όταν πέρασα στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών.
• Στην επαρχία δηλαδή συναντηθήκατε με την τέχνη;
Ναι. Στο σχολείο είχα την τύχη ο φιλόλογός μου να με ενθαρρύνει στη ζωγραφική, λέγοντας χαρακτηριστικά «ε, εσύ κάτι κάνεις… καλό είναι…» και μου έφερε δύο βιβλία. Το ένα ήταν του Γερμανού χαράκτη Ντίρερ και το άλλο ίσως ήταν του Ελ Γκρέκο. Ετσι, ξεκίνησα σιγά σιγά, με την αθώα τάση που έχουν τα παιδιά, να ζωγραφίζω. Καθώς μεγάλωνα, έπαιρνα ερεθίσματα από ζωγράφους που ζωγράφιζαν γιγαντοαφίσες για τον τοπικό κινηματογράφο.
Είχαμε δηλαδή και στο χωριό μας τον ανάλογο Βακιρτζή. Με μάγευε αυτό, όπως με μάγευε και η ζωγραφική που έκανε ο Σπύρος Βασιλείου για τα ημερολόγια της ΑΓΕΤ. Αυτές ήταν οι πρώτες προσεγγίσεις προς την τέχνη, όπως ακόμη και από τις θρησκευτικές εικόνες των Αγίων, που είχαμε στο σπίτι μας.
• Πώς ήταν στη συνέχεια η ζωή σας στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα;
Το 1974 που πέρασα στη Σχολή, είχα καθηγητή στο προκαταρκτικό τον Νίκο Νικολάου και την τύχη, στα υπόλοιπα έτη, τον ευγενή Γιάννη Μόραλη και αναπτύχθηκε, με τα χρόνια, αμοιβαία συμπάθεια μεταξύ μας. Στο περιβάλλον της σχολής επικρατούσε λαϊκό και δημοκρατικό πνεύμα.
• Ο Γιάννης Μόραλης πώς ήταν ως καθηγητής;
Ηταν ο μάγος και ο αρχιτέκτων της ζωγραφικής. Ο Μόραλης μας έμαθε, εκτός από τη γραμματική και το συντακτικό της ζωγραφικής, και πρακτικά θέματα. Για παράδειγμα, σε ποιο σημείο του έργου να βάλουμε κόκκινο χρώμα.
• Στη συνέχεια η υποτροφία σάς οδήγησε στη Σχολή Καλών Τεχνών του Παρισιού.
Στη σχολή εκεί, γνώρισα έναν άλλο δάσκαλο, που είχε το χάρισμα της χαώδους διδακτικής! Διατηρούσε ένα ωραίο χαώδες σύστημα. Αυτός ο δάσκαλος είχε κάνει όλα τα σκηνικά του Ζακ Τατί…
• Και από τότε έχετε δύο πατρίδες. Την Ελλάδα και τη Γαλλία.
Η Γαλλία με κράτησε εξαιτίας μιας γυναίκας. Της συζύγου μου, που είναι Γαλλίς και κινούμαστε επαγγελματικά και οι δύο στον εικαστικό χώρο.
• Η έμπνευση να ζωγραφίζετε με το προσωπικό σας ύφος και στιλ την ελληνική φύση πότε σας επισκέφθηκε και πού;
Πριν από πολλά χρόνια, στο εργαστήριό μου στο Παρίσι, ξαφνικά ένα μεσημέρι, σε μια στιγμή νοσταλγίας για το καλοκαιρινό φαγητό που έφτιαχνε η μάνα μου, τα γεμιστά. Και έτσι ξεκίνησα να ζωγραφίζω τα μυρωδικά και τις μυρωδιές του βασιλικού, της ρίγανης, τις πιπεριές, τις ντομάτες, τις μελιτζάνες, τα κολοκυθάκια με τους ανθούς τους, τα ωραία λουλούδια, τις ροδιές, τις λεμονιές, τις πορτοκαλιές, τις ελιές. Τα χρώματα και τις μυρωδιές των φρούτων. Ζωγράφιζα με ειλικρίνεια τα θέματά μου, χωρίς να γνωρίζω πού θα με βγάλει αυτός ο δρόμος. Αισθανόμουν ευδαιμονία με αυτά που ζωγράφιζα.
• Και από τότε είστε πιστός στη θεματολογία σας.
Είμαι μάλλον άπιστος προς την τέχνη, αλλά και πιστός εκεί όπου αισθάνομαι άνετα.
• Η φύση είναι δημιούργημα του Θεού;
Σκέφτομαι τον Θεό, αλλά δεν γνωρίζω τι γίνεται…
• Τι σημαίνουν στα έργα σας οι υπερβολές; Είστε προκλητικός. Βλέπουμε επάνω από έναν ναύτη ξαπλωμένο στη στεριά ένα καράβι ή ένα τρένο.
Ζωγραφίζω τις απιθανότητες με στοιχεία που δανείζομαι από τον ονειρικό και κινηματογραφικό χώρο. Τα αυθαίρετα στοιχεία που συναντάμε και στις κινηματογραφικές ταινίες, όταν διακόπτεται ξαφνικά η ροή μιας ιστορίας και εισχωρεί ένα άλλο θέμα, που φαινομενικά είναι ουδέτερο.
• Η απιθανότητα είναι δηλαδή η υπερβολή, η συμβολική γλώσσα που μεταφέρει και προβάλλει μηνύματα από τον υποσυνείδητο κόσμο σας;
Ως αδηφάγος βάζω σε ένα έργο όλα τα στοιχεία που με ευαισθητοποιούν. Με ενδιαφέρει ο μύθος που κρύβουν από πίσω τους κάποια υπαρκτά πράγματα. Τι κρύβει ένα πηγάδι, ένα κλειδί;
• Τι κρύβουν;
Το πηγάδι κρύβει το μυθικό χάος. Οταν ήμουν μικρός στο χωριό, άκουγα ότι κάποιος έπεσε μέσα στο πηγάδι. Ηταν τρομακτικό! Το πηγάδι επίσης είναι και πηγή ζωής. Η συμβολική εξήγηση του κλειδιού καλύπτει το μυστήριο του σπιτιού, σε μια δεύτερη και τρίτη ανάγνωση. Βέβαια, αυτά τα στοιχεία διεγείρουν τη φαντασία ανθρώπων της δικής μας εποχής. Για τα παιδιά που μεγαλώνουν στις σύγχρονες πόλεις είναι απομυθοποιημένα.
• Και ξαφνικά με έκπληξη υποδεχτήκαμε πρόσφατα τις απιθανότητές σας στο κέντρο της Αθήνας, στο ιστορικό πολυκατάστημα Μινιόν…
Αυτή την έκπληξη που λέτε την προκάλεσα με την αθώα ζωγραφική που μετέφεραν, από μακέτα διαστάσεων 40 x 80 εκ., οι αρχιτέκτονες που επέλεξαν με τη δουλειά μου να μεταμορφώσουν σε χαρούμενη την καθημερινότητα του ανθρώπου, που ζει στο μουντό, υποβιβασμένο και τσιμεντένιο τοπίο, στο κέντρο των Αθηνών.
• Και από την αθώα σας ζωγραφική να περάσουμε στην πραγματικότητα του Χρηματιστηρίου της Τέχνης; Το όνομά σας βρίσκεται σταθερά στις λίστες των πωλήσεων έργων στην παγκόσμια αγορά.
Αυτό έγινε από μόνο του. Δεν έκανα τίποτα για να προκαλέσω τις πωλήσεις των έργων μου. Θεωρώ ότι ο αγοραστής που παίρνει ένα έργο μου το αγοράζει γιατί πρωτίστως του ανακαλεί μνήμες για τη ζωή που θα ήθελε να κάνει και δεν κάνει, ζώντας μέσα στην πόλη. Είναι αυτός που πάει με μανία κοντά στη φύση τα Σαββατοκύριακα. Τα έργα μου καλύπτουν ψυχολογικές ανάγκες θα μπορούσα να πω επιγραμματικά.
• Το Παρίσι είναι ωραία πόλη.
Είναι ολόκληρο ένα μουσείο, όπως θα έπρεπε να είναι και η κάθε πόλη. Και εμείς κατοικούμε σε ένα ενδιαφέρον σημείο του, που είναι κοντά στο Λούβρο και το Μπομπούρ.
• Σας έχουν επηρεάσει τα σημερινά φαινόμενα με τα τρομοκρατικά χτυπήματα;
Μας προστατεύει ο φόβος. Υπάρχει η σκέψη του υπαρκτού κινδύνου στο πίσω μέρος του κεφαλιού μας, αλλά η καθημερινή ζωή συνεχίζεται και κάποια στιγμή τον ξεχνάμε. Η δύναμη της ζωής ξεπερνά την κακή σκέψη. Παίρνουμε τις ανάλογες προφυλάξεις σαν να πρόκειται για φυσικές καταστροφές. Δεν πάμε ξυπόλητοι στ’ αγκάθια. Προσπαθούμε ο κίνδυνος να μη μας γίνει έμμονη ιδέα και να μη μας ακινητοποιεί ο φόβος.
• Να ολοκληρώσουμε τη συνέντευξη με μια αισιόδοξη εικόνα, όπως άλλωστε είναι και το μήνυμα που μεταφέρουν τα έργα σας; Την Υδρα!
Η Υδρα είναι έρωτας με την πρώτη ματιά. Μας κέρδισε αυτό το ιδιαίτερο μικρό νησί, όπου πριν από εξι χρόνια αγοράσαμε το σπίτι μας και εγώ έφτιαξα και το εργαστήριό μου. Βαρεθήκαμε την Αθήνα. Στην Υδρα ζούμε μέσα σε απίθανη ησυχία και αυτή τη διακόπτουν μόνο τα άγια και αθώα μουλαράκια, που επιτρέπεται να κυκλοφορούν στο νησί, αντί για αυτοκίνητα!
Info: Γκαλερί Καπόπουλος, Ντάπια, Σπέτσες, τηλ. 22980-72278. Διάρκεια έκθεσης έως 10 Σεπτεμβρίου. Ωρες λειτουργίας: καθημερινά 11.00-15.00 και 19.00-01.00.
