Ο πολυτάλαντος και πολυπρισματικός μουσικός με την όμορφη φωνή, Αλέξανδρος Καψοκαβάδης, ιδρυτικό μέλος των συγκροτημάτων «Ματ σε 2 Υφέσεις», «Cumin Blue» και «POLIS Ensemble», μας μιλάει, μεταξύ άλλων, για τη μουσική του πορεία και το συγκερασμό Ανατολής και Δύσης, που είναι αναπόφευκτος ως αναπόσπαστο στοιχείο της μουσικής του συγκρότησης.
Αναφέρεται στην ιδιάζουσα «κοινωνική αναπηρία» να… συναναστρέφεται πολύ με μουσικούς θεωρώντας ότι «η ιδανική συνεργασία κατά κύριο λόγο συνίσταται στην -σε ανθρώπινο επίπεδο- χημεία ανάμεσα στα άτομα που πρόκειται να την επιχειρήσουν».
Διδάκτορας Εθνομουσικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, δουλεύει τα τελευταία δέκα χρόνια ως δάσκαλος στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Η παρουσία του στα δημοτικά τον έχει οπλίσει με τη δυνατότητα να προσέχει τα μουσικά του βήματα, απαλλαγμένος -μερικώς- από το άγχος της αυτοσυντήρησης.
• Αλέξανδρε, τελείωσες εμφανίσεις με τον Χρίστο Τσιαμούλη μαζί με τον οποίο και την Κατερίνα Παπαδοπούλου κυκλοφορήσατε πρόσφατα το δίσκο «Άγριο Καιρό». Πώς ήταν η εμπειρία;
Η παρουσία του Χρίστου Τσιαμούλη στη ζωή μου υπήρξε καταλυτικής σημασίας, εφόσον ήταν το πρώτο μου ίνδαλμα. Ως δάσκαλός μου στην Α’ τάξη του Μουσικού Γυμνασίου Χαϊδαρίου φρόντισε να μου μεταγγίσει ενδιαφέρον για την ανατολική μουσική και -το κυριότερο- να αποτελέσει πρότυπο για μένα.
Ο «Άγριος καιρός», στον οποίο συμμετέχω ως μέλος του POLIS Ensemble, με έφερε ξανά κοντά του μετά από περισσότερα από είκοσι χρόνια. Οι τέσσερις εμφανίσεις στο Χαμάμ, μία εκ των οποίων με την εξαίρετη Κατερίνα Παπαδοπούλου, με γέμισαν με χαρά, καθώς μου έδωσαν την ευκαιρία να συνυπάρξω επί σκηνής με έναν άνθρωπο που ποτέ δεν έπαψα να θαυμάζω και πάντοτε θα ευγνωμονώ…
• Μίλησέ μας για το σεξτέτο POLIS Ensemble και γιατί επιλέξατε την ανατολική μουσική ως πεδίο δράσης;
Στο POLIS Ensemble έχω την ευτυχία να συμπράττω με πέντε ανθρώπους που αγαπώ ξεχωριστά και εμπιστεύομαι, τόσο σε καλλιτεχνικό όσο και σε ανθρώπινο επίπεδο. Όλοι ανήκουμε, χοντρικά, στον χώρο της «ελληνικής παραδοσιακής μουσικής» ή, στον ακόμη ευρύτερο, της «ανατολικής μουσικής», όπως αυτός γίνεται αντιληπτός στη χώρα μας.
Αυτό που μας ενώνει ιδεολογικά, είναι -πιστεύω- ο αποφορτισμένος ιδεολογικά τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τη μουσική της Ανατολής. Εν ολίγοις, θεωρώ ότι αυτό που μας ωθεί να ασχολούμαστε με αυτούς τους ήχους ή αυτά τα όργανα (νέυ, λύρα, πολίτικο λαούτο, κανονάκι κ.τ.λ.) δεν είναι κάποιο χρέος συνέχισης, διατήρησης ή διάδοσης της μουσικής των προγόνων μας, αλλά το γεγονός ότι αγαπάμε αυτή τη μουσική ανεξάρτητα με το πώς αντιλαμβανόμαστε τη θέση της χώρας μας (είτε τη δικής μας) μέσα σε αυτή.
Το όνομα POLIS, αν και παραπέμπει στην Κωνσταντινούπολη, μάλλον περιγράφει τον αστικό (με την έννοια του λόγιου) χαρακτήρα της μουσικής μας. Άλλωστε οι πέντε στους έξι είμαστε παιδιά της Αθήνας, ενώ κι ο έκτος (Νίκος Παραουλάκης) στην Αθήνα ανατράφηκε μουσικά.
• Θυμάμαι σε μία συναυλία των «Ματ σε δύο υφέσεις» τον Θάνο Μικρούτσικο να λέει ότι είστε ένα συγκρότημα με «προχωρημένη μουσική με ουσία, συγκίνηση και επίπεδο που συνεχίζει την αλυσίδα του λεγόμενο έντεχνου τραγουδιού, που συνεχίζεται την αλυσίδα». Παράλληλα, έχετε χτίσει μια όμορφη και σταθερή σχέση με το κοινό. Τι είναι για σένα η μπάντα μετά από τέσσερις δίσκους και 16 χρόνια;
Οι Ματ σε 2 Υφέσεις είναι το μεγαλύτερο σχολείο της μουσικής μου πορείας μέχρι σήμερα. Τα παιδιά του συγκροτήματος, με τα οποία ήμουν συμμαθητής στο Μουσικό Σχολείο, είναι -χωρίς υπερβολή- κομμάτι από την ψυχή και το σώμα μου. Παρότι το συγκρότημα παραμένει ουσιαστικά ανενεργό τα τελευταία έξι χρόνια, συνεχίζει -όπως με έκπληξη και χαρά ανακαλύπτω- να εμπνέει και να συγκινεί.
Από το 2011 και μετά, όταν και λόγω απόστασης (οι τρεις στους επτά κατοικούν μόνιμα στο εξωτερικό) το σχήμα έπαψε να δραστηριοποιείται, κάθε χρόνο διοργανώνουμε ένα reunion-live κάπου κοντά στην Πρωτοχρονιά. Έτσι και τα τραγούδια μας διατηρούμε ζωντανά και έχουμε την ευκαιρία να ξαναβλέπουμε παλιούς φίλους.
• Έχεις συνεργαστεί με πολλούς σπουδαίους καλλιτέχνες, όπως οι Μαμαγκάκης, Ξυδάκης, Ντέιλι, Δημητράτος, Γλυκερία, Βιτάλη, Θηβαίος, αλλά έχεις παίξει και δίπλα σε μεγάλους οργανοπαίκτες, όπως οι Μαρκογιαννάκης και Κουλαξίζης. Κάτι από αυτά που έχεις αποκομίσει;
Από όσους προανέφερες, μόνο ο Μαμαγκάκης και η Γλυκερία (μέσω αυτής γνώρισα και τον Κουλαξίζη) είναι ολοκληρωμένες και πολύπλευρες συνεργασίες, δεδομένου ότι άντεξαν πολλά χρόνια. Οι άλλες ήταν μάλλον συγκυριακές, ενώ ιδιάζουσας φύσης είναι η σχέση μου -και όχι συνεργασία- με τον Ross Daly, ο οποίος ήταν δάσκαλός μου (ένας ιδιαίτερα φωτισμένος άνθρωπος) και δέχθηκε να συμπράξει με του Ματ σε 2 Υφέσεις, έπειτα από δική μας πρόσκληση.
Άλλες ουσιαστικές και σε βάθος συνεργασίες μου είναι, αδιαμφισβήτητα, αυτές με τον Νίκο Γράψα και τον Haig Yazdjian. Βεβαίως πολλά πράγματα έμαθα δίπλα στον Κώστα Καράλη και τη Γιώτα Βέη. Σε σχέση, τώρα, με αυτά που έχω αποκομίσει από τον καθένα, ίσως θα πρέπει να αφιερώσουμε μια συνέντευξη ακόμα, τουλάχιστον…
• Όλα αυτά τα χρόνια βρίσκεσαι πάντα δίπλα στους νέους, για παράδειγμα έχεις γράψει τη μουσική για τον δίσκο «Αηδονάκι μου» με την Αρετή Κετιμέ αλλά και για ένα τραγούδι στο δίσκο «Νέοι στιχουργοί στο φως». Πόσο δύσκολο είναι για τους νέους τραγουδιστές, μουσικούς, στιχουργούς, να ζουν από αυτή τη δουλειά;
Όσο νέα είναι η Αρετή Κετιμέ ή η Μαρία Αναματερού, άλλο τόσο νέος είμαι κι εγώ. Μάλιστα, αν και μεγαλύτερος ηλικιακά από τις δύο, θα θεωρούσα τον εαυτό μου «δισκογραφικά νεότερο», μιας και ακόμη δεν έχω αποτολμήσει ένα εντελώς προσωπικό βήμα. Προσωπικά, ανήκω φύσει και θέσει, στη γενιά και στην κατηγορία αυτή των «μουσικαθρώπων» που δυσκολεύονται να βιοποριστούν από τη μουσική και μόνο.
Τα τελευταία δέκα χρόνια, η παρουσία μου ως μόνιμου εκπαιδευτικού στα δημοτικά σχολεία με έχει οπλίσει με τη δυνατότητα να προσέχω τα μουσικά μου βήματα, απαλλαγμένος -μερικώς- από το άγχος της αυτοσυντήρησης. Στον δίσκο του Μικρού Πολυτεχνίου κλήθηκα να μελοποιήσω τους στίχος του Βασίλη Κομύτη· ενός πολυπράγμονος και αεικίνητου ανθρώπου.
• Σε λίγο κυκλοφορεί το τελευταίο σου άλμπουμ και πρώτο του Θοδωρή Μέρμηγκα με τίτλο «Λουλουδάκι του γκρεμού». Είπες ότι πρόκειται για την πληρέστερη μέχρι τώρα δουλειά. Γιατί;
Καταρχάς, στις δισκογραφικές μου απόπειρες θα πρέπει να προσθέσω και αυτή του Μάνου Σύριου με τίτλο «Το βλέμμα χαμηλά». Σε αυτή, όπως και στο «Αηδονάκι μου» της Αρετής ή στο «Λουλουδάκι του γκρεμού» του Θοδωρή, συνυπογράφω όλα τα τραγούδια με τον Μαρίνο Καρβελά (πλην ενός τραγουδιού στο οποίο στίχους έβαλε, ο επίσης παλιόφιλος, Σταύρος Δάλκος). Εκ των τριών, αυτή του Θοδωρή -μόνο και μόνο λόγω μεγαλύτερου αριθμού τραγουδιών- σκιαγραφεί το συνθετικό μου πορτρέτο λεπτομερέστερα.
• Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο δίσκος «Bodyterranean» του Simone Mongelli, με τον οποίο παίξατε πρόσφατα και στη Γαλλία, ενώ συμπράττετε και στην μπάντα Olìgon.
Ο Simone είναι μια ολοκληρωμένη προσωπικότητα. Ένας μορφωμένος καλλιτέχνης και καλλιεργημένος άνθρωπος με τον οποίον συνεργάζομαι στενά από το 2008. Το άλμπουμ του είναι μοναδική περίπτωση στην παγκόσμια δισκογραφία και η συμμετοχή μου αυτό αποτελεί τιμή, δίχως άλλο.
• Παίζετε παραδοσιακές μουσικές αλλά και τραγούδια, έτσι δεν είναι; Ενώ στο συγκρότημα Cumin Blue μόνο ορχηστική μουσική -αν εξαιρέσεις τα vocals της Αγγελικής Τουμπανάκη- συνυπάρχουν στοιχεία Ανατολής, αλλά και της Δύσης;
Σε ό,τι έχω κάνει μέχρι σήμερα, ο συγκερασμός Ανατολής και Δύσης είναι αναπόφευκτος ως αναπόσπαστο στοιχείο της ίδιας της μουσικής μου συγκρότησης. Τόσο στο Cumin Blue (ένα μουσικό Project το οποίο στήσαμε μαζί με την Έφη Ζαϊτίδου και το οποίο μπορεί κανείς να βρει στο YouTube, όπως και σε όλα τα διαδικτυακά δισκοπωλεία) όσο και στα τραγούδια των Ματ σε 2 Υφέσεις ή σε αυτά για τα οποία μιλήσαμε προηγουμένως, η συνύπαρξη αρμονίας και τροπικότητας είναι διαρκώς παρούσα, όλως ηθελημένως.
• Μου άρεσε πολύ και το ορχηστρικό θέμα «Βροχή στο τζάμι» του Λάζαρου Σαμαρά που ακούγεται στο ντοκιμαντέρ μικρού μήκους «Ειδομένη» του Νίκου Κουρού. Έχεις παίξει σε συναυλία για πρόσφυγες, έχεις διδάξει σε παιδιά που δεν είναι Έλληνες. Πώς βλέπεις την κατάσταση;
Με τον Λάζαρο έχω συνεργαστεί σε δύο projects μέχρι στιγμής, ενώ αυτή την περίοδο τόσο εγώ ηχογραφώ σε ένα τρίτο δικό του, όσο και αυτός στην πρώτη μου προσωπική δισκογραφική απόπειρα. Πρόκειται για έναν ευαίσθητο καλλιτέχνη, κάτι που γίνεται ξεκάθαρο από την πρώτη ακρόαση της μουσικής του.
Σε σχέση με αυτό που ανέφερες για τους πρόσφυγες, δεν σου κρύβω πως η προσφυγική κρίση των τελευταίων ετών είναι ένα από τα ζητήματα που με έχουν πληγώσει βαθιά και ποικιλοτρόπως αναφορικά με την εξέλιξη του ανθρώπου ως πολιτισμικού όντος μέσα στο χρόνο. Τοποθετώντας, από την πρώτη στιγμή και όσο αυτό είναι δυνατόν, τον εαυτό μου στη θέση αυτών των δυστυχισμένων που υποχρεώθηκαν ν’ αφήσουν τις πατρίδα τους για ένα ταξίδι με αβέβαιο μέλλον, αντιλήφθηκα πως δεν έχω άλλη επιλογή απ’ το να βοηθώ με όποιο μέσο δύναμαι.
Ως εκπαιδευτικός καθήκον έχω να μιλώ στους μαθητές μου για την ισότητα των ανθρώπων και να την διδάσκω στην πράξη, ως καλλιτέχνης οφείλω να συμμετέχω σε δράσεις συμπαράστασης και αλληλεγγύης, ως πολιτικό ον επιβάλλεται να αποδυναμώνω με επιχειρήματα τις κραυγές μίσους και μισαλλοδοξίας…
• Με τους Ματ κάνατε τραγούδια τέσσερα ποιήματα του Σαχτούρη, έπαιξες μελοποιημένη Κική Δημουλά και Λάμπρο Πορφύρα. Τι λες για την περιβόητη συζήτηση μουσικής και ποίησης;
Σε μια αντίστοιχη ερώτηση κλήθηκα να απαντήσω σχετικά πρόσφατα, γι’ αυτό και δεν μπορώ να τροποποιήσω πολύ τα όσα είχα υποστηρίξει τότε. Εφόσον η μελοποίηση ενός στίχου συμβάλλει, χωρίς αμφιβολία, στην ευκολότερη αλλά και ευρύτερη διάδοσή του, δεν βρίσκω το λόγο για τον οποίον ορισμένοι διαφωνούν με τη συμπόρευση μουσικής και στίχου.
Για μένα η διάκριση μεταξύ «στίχων» και «ποίησης» αποτελεί -φέρνοντας συγκεκριμένα παραδείγματα στο νου- ζήτημα γόητρου και μόνο. Τον τελευταίο ενάμιση χρόνο, και με αφορμή την ενορχήστρωση ενός δίσκου με μελοποιημένα ποιήματα του Καβάφη, ήρθα σε στενή επαφή με το έργο του αλεξανδρινού ποιητή και θυμήθηκα τα φοιτητικά μου χρόνια, όταν, προσπαθώντας να μυηθώ στη μουσική της Λένας Πλάτωνος είχα αβίαστα αποστηθίσει δεκατρία ποιήματα του Κώστα Καρυωτάκη.
• Παίζεις σε όλη την πορεία σταθερά με φίλους. Πώς διαμορφώνεται η καθημερινότητα μαζί με την τέχνη σου;
Κάποτε, ένας στενός με κατέταξε στην κλειστή ομάδα των ατόμων με την ιδιάζουσα «κοινωνική αναπηρία» να συναναστρέφονται μόνο με μουσικούς, ως αποτέλεσμα του ότι (υπήρξα μαθητής αλλά και καθηγητής στο Μουσικού Σχολείου, προπτυχιακός και μεταπτυχιακός φοιτητής του Τμήματος Μουσικών Σπουδών, επαγγελματίας μουσικός από μικρή ηλικία και σύζυγος μουσικού, γόνου μουσικής οικογένειας.
Πέραν της πλάκας, θεωρώ πως η ιδανική μουσική συνεργασία κατά κύριο συνίσταται στην -σε ανθρώπινο επίπεδο- χημεία ανάμεσα στα άτομα που πρόκειται να την επιχειρήσουν. Εσχάτως, μάλιστα, έχω αρχίσει να πιστεύω πως ένα καλό γεύμα ή μια καλή συζήτηση μεταξύ των μελών μιας μπάντας συχνά αποδεικνύονται αποτελεσματικότερα μιας σειράς προβών. Το σπίτι μας (με την Έφη) αποτελεί ένα «κέντρο μουσικών διερχομένων» εδώ και πολλά χρόνια· γεγονός που χρωματίζει ευχάριστα την καθημερινότητά μας.
• Πού σε ακούμε και τι ακολουθεί στο πολύ αρμονικό ταξίδι σου;
Στο άμεσο μέλλον πρόκειται να κυκλοφορήσουν δύο CD με τραγούδια, όσο και ενορχηστρώσεις μου. Το πρώτο είναι της Ασπασίας Στρατηγού, με τίτλο «Ροδόσταμο» και το δεύτερο της Ελένης Καπηλίδου, με τίτλο «Γιορτή». Ωστόσο, κατά την τρέχουσα περίοδο, διεξοδικά ασχολούμαι με την ηχογράφηση του πρώτου album του POLIS Ensemble, καθώς και του παρθενικού μου προσωπικού δίσκου.
Πολύ σύντομα, δε, θα κυκλοφορήσει το πρώτο μου βιβλίο με τίτλο «Η μουσική ως Πράξη φυσιολογική» από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδη.
