Στον αγώνα για τη ζωή η προτίμηση στην αλήθεια είναι πολυτέλεια ή, καλύτερα, μειονέκτημα. Μόνο οι βασανισμένοι την επιδιώκουν. Η επιστήμη, από τη μέχρι τώρα εμπειρία, φαίνεται ότι ποτέ δεν θα χρησιμοποιηθεί πρωτίστως για την επιδίωξη της αλήθειας ή τη βελτίωση της ανθρώπινης ζωής. Ο Nietzsche είχε αναρωτηθεί «σε τι βαθμό η αλήθεια επιδέχεται ενσάρκωση;» Αυτό είναι το ερώτημα. Αυτό είναι το πείραμα.
Ο Daniel Johnston ήταν ένα τέτοιο όν. Δεν θα μπω στη διαδικασία να αναλύσω τη σπουδαιότητά του ως καλλιτέχνη ή να κριτικάρω αν όντως ήταν αληθινός καλλιτέχνης. Ούτε έχει σημασία ότι ο Kurt Cobain, ο Beck, οι The Flaming Lips, οι Yo La Tengo, οι Pearl Jam, οι Sonic Youth και πολλοί άλλοι, κατά καιρούς, είχαν εκδηλώσει τον θαυμασμό τους γι’ αυτόν. Δεν μας αφορά.
Αυτό που μας αφορά και έχει τη σημασία του είναι η όμορφη προσπάθεια. Και τί είναι στο κάτω κάτω η όμορφη προσπάθεια για την ιδιοφυΐα; Είναι ό,τι το διακοπτόμενο πέταγμα του τριγονιού για το χελιδόνι. Οι καιροί μας πρέπει να απεχθάνονται τις μεγαλοφυΐες. Εμπορεύσιμη πια πρέπει να γίνει η απομυθοποίηση. Γι’ αυτό και χρειαζόμαστε πλάσματα σαν τον Daniel Johnston, τον Jandek, τον Robert Pollard, τον Calvin Johnson, τον Wesley Willis, τον Art Paul Schlosser και, για να πάμε ακόμη πιο πίσω, τις The Shaggs, τον Mayo Thompson, τον Roky Erickson και τον Syd Barrett.
Τα Πλάσματα αυτά είναι σαν τσαλακωμένα κτίρια. Πολλές φορές εμείς οι υπόλοιποι τα πατάμε, σαν σάπια φρούτα. Αυτά όμως διαθέτουν δύναμη και κρατάνε μια μνήμη, τη μνήμη στο κουκούτσι τους. Έχουν επιμονή και κάνουν πράξεις αυτοθυσίας. Φυτρώνουν πάλι, τινάζονται ώς τον ουρανό και κατοικούνται ξανά, ανάβοντας όλα τα φώτα.
Ο Daniel περπάτησε αδιάκοπα σε λασπερούς δρόμους. Δεν έβλεπε μακρύτερα από λίγα βήματα μπροστά του. Ωστόσο περπάτησε μόνος. Από όλα και από τον εαυτό του. Θα μπορούσε να κλάψει μπροστά σ’ ένα σκυλί και σ’ όλους εμάς. Σαν ένας άλλος λόρδος Τζιμ. Ο λόρδος Τζιμ δεν θα μάθει ποτέ γιατί πήδηξε. Όλοι μας μπροστά του είμαστε σαν τον Μάρλοου, τον αφηγητή της ιστορίας του, που για το άλμα του λόρδου είπε: «Χαμογέλασα στη σκέψη ότι στο κάτω κάτω, από τους δυό μας, εκείνος είχε το φως. Και μελαγχόλησα. Λευκό μητρώο, αυτό δεν είπε; Λες και η αρχική λέξη του πεπρωμένου του καθενός μας δεν είχε εγχαραχθεί με άσβηστους χαρακτήρες στην πλευρά ενός βράχου».
Τραγικό σκεύος ενός πεπρωμένου ανελέητου και ο Johnston. Ωσπου το σκεύος ράγισε. Εμείς δεν έχουμε παρά να κρατήσουμε το κερί αναμμένο:
“Do yourself a favor: become your own savior
And don’t let the sun go down on your grievances
And yet if you find yourself in the dark
And you’re left holding the bag
Then take care of it right away
And don’t let the sun go down on your grievances again”
