Ανταπόκριση: Dropkick Murphys, Θεσσαλονίκη, 04/06/2019
Μπορεί οι συναυλίες να είναι πλέον το πιο αξιόπιστο κομμάτι της μουσικής βιομηχανίας από άποψη εσόδων, ενδιαφέροντος του κοινού και συνολικής απόδοσης της επένδυσης, όμως υπάρχουν τόσα πράγματα που ίσως να μην πάνε καλά.
Σε μια κατάσταση τόσο ρευστή, που πρέπει να ισορροπήσουν τόσοι εξωγενείς και ανεξάρτητοι μεταξύ τους παράγοντες, πολλά μπορεί να μην κυλήσουν κατ’ ευχήν. Η συμμετοχή τόσων ανθρώπων, οι συνθήκες στον εκάστοτε συναυλιακό χώρο, η απόδοση των μουσικών ένας προς έναν, είναι μεταβλητές που όση εμπειρία και να αποκτηθεί, πάντα υπάρχει το ενδεχόμενο να μην εξελιχθεί το όλο event αρμονικά, έτσι δεν είναι;
Με τους Dropkick Murphys, όχι, δεν είναι καθόλου έτσι.
Οι Βοστωνέζοι μάστορες του folk punk rock, αν έχουν δείξει ένα πράγμα όλες αυτές τις δεκαετίες, είναι πως η σκηνή είναι ο φυσικός τους χώρος και κατέχουν το μυστικό φίλτρο που κάνει κάθε, μα κάθε φορά την κάθε τους εμφάνιση ένα ανεπανάληπτο μουσικό πάρτι, που με μαγικό τρόπο κάπως, πάντα επαναλαμβάνεται.
Όσον αφορά τη Θεσσαλονίκη, το συνεδριακό κέντρο “Ιωάννης Βελλίδης” αποτέλεσε για δεύτερη φορά το φιλόξενο λημέρι τους, πράγμα ιδιαίτερα ευχάριστο, καθότι πρόκειται για ένα χώρο ιδιαίτερα βολικό στην πρόσβαση, με άνεση στην υποδοχή και διαχείριση πλήθους (οι περίπου 1000 θεατές μπήκαν, βγήκαν και κινήθηκαν από τη σκηνή, στα bars και το merch stand χωρίς καμία πίεση), με ήχο και φώτα απολύτως ικανοποιητικά, σε βαθμό που πάντα αναρωτιόμαστε γιατί δε γίνονται περισσότερα live εκεί.
Σε αυτή τη συγκεκριμένη περίπτωση, οι Murhys είχαν μαζί τους το Frank Turner που μπορεί να φαινόταν πως έπρεπε να ανεβεί ένα βουνό, όταν ανέλαβε να ζεστάνει το κοινό και τη μεγάλη συναυλιακή αίθουσα μόνο με την κιθάρα κι ένα μικρόφωνο, σίγουρα όμως κέρδισε τη συμπάθεια όλων, με την τίμια εμφάνιση του, το ταλέντο του στην επικοινωνία, το punk ακουστικό ύφος του και σίγουρα τη φιλότιμη προσπάθεια να τραγουδήσει στα ελληνικά.
Οι Dropkick από την άλλη, έχοντας επισκεφτεί την πόλη ξανά τα τελευταία 2 χρόνια και χωρίς να έχουν καινούριο album ενδιάμεσα, με έκαναν να χάσω το πρώτο στοίχημα της βραδιάς, καθώς υπολόγιζα σε μια έκπληξη για εναρκτήριο κομμάτι. Αυτοί όμως ξεκίνησαν με το “The Boys Are Back” και για την επόμενη μιάμιση ώρα οι αγωνίες εκμηδενίστηκαν, το κέφι απογειώθηκε και όλα πήραν το δρόμο που συνήθως συμβαίνει.
Ιρλανδικές σημαίες ανέμισαν, οι Al Barr και Ken Casey μοίραζαν τα μικρόφωνα τους στις πρώτες σειρές συχνότατα, τα παραδοσιακά όργανα έδεσαν με τα ηλεκτρικά και τα “Prisoner’s Song”, “State Of Massachusetts”, “Rose Tattoo” μεταξύ άλλων έφεραν πολύ χορό και singalong από ένα κοινό που ήξερε τι να περιμένει και ήταν έτοιμο να ανταποκριθεί.
Με ένα χαιρετισμό στους οπαδούς της Liverpool, η εκτέλεση του “You’ll Never Walk Alone” ανέδειξε και ποδοσφαιρικά κασκόλ στην αίθουσα, το “I’m Shipping Up To Boston” ήταν και θα είναι για πάντα το πιο εμβληματικό τους κι αγαπημένο κομμάτι και όταν έφτασε η ώρα να ανέβει κόσμος στη σκηνή για το στολισμένο με κονφετί “Until The Next Time”, όλοι ήταν βέβαιοι ότι τα πράγματα είχαν πάει όσο καλύτερα γινόταν. Κάπου εκεί έχασα και το δεύτερο στοίχημα της βραδιάς, επειδή η ασυγκράτητη διασκευή του “Dirty Deeds Don’t Dirt Cheap” των AC/DC ήρθε να μας θυμίσει ότι ακόμα και σε ένα live των Murphys, υπάρχουν πράγματα που δε μπορείς να θεωρείς δεδομένα.
Αργεί η επόμενη φορά;
