Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τα ναρκωτικά και η μουσική φαίνεται πως είναι άρρηκτα συνδεδεμένα. Έτσι εμφανίζονται σε ορισμένα από τα πρώτα, ήδη,  μπλουζ που ηχογραφήθηκαν. Η αγγλική λέξη dope, εξ’ ου και ντόπα στα ελληνικά, ήρθε στο προσκήνιο κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα με την τρέλλα του οπίου.

Αλλά από το 1927, όταν η Victoria Spivey ηχογράφησε το ‘Dope Head Blues’, με τον Lonnie Johnson στην κιθάρα και τον Porter Grainger στο πιάνο,  ο όρος έχει  χρησιμοποιηθεί  σχεδόν για όλα τα είδη των ναρκωτικών φαρμάκων. Το τραγούδι ‘Dope Head Blues’ αναφέρεται στις δυσκολίες της εξάρτησης από τα ναρκωτικά και γενικώς στα φάρμακα τα οποία προκαλούν παραληρητικές φαντασιώσεις στο χρήστη, ότι δηλαδή  είναι πλούσιος, σημαντικός ως προσωπικότητα και υγιής. Ας δούμε λίγο τους στίχους αυτού του τραγουδιού:   \

Δώσ’ μου ένα ακόμη σνιφάρισμα, απ’ αυτή την πρέζα.

Θα πιάσω μια αγελάδα σαν καουμπόης, και θα ρίξω έναν ταύρο χωρίς λάσο.

Έχω περισσότερα χρήματα από τον Χένρυ Φορντ και τον Τζων Ντ. (εννοεί τον Ροκφέλερ).

Χαλιναγώγησα ένα σκυλί την περασμένη Δευτέρα και σαράντα άλλα  σκυλιά τρελάθηκαν.

Νιώθω σαν κόκορας που παλεύει, και αισθάνομαι καλύτερα από ποτέ.

Άρπαξα βαριά πνευμονία κι’ εξακολουθώ να πιστεύω ότι έχω την καλύτερη υγεία. 

Ας πούμε, Σαμ, πάγαινε να πάρεις το αεροπλάνο μου και οδήγησέ το μέχρι την πόρτα μου

Νομίζω ότι θα πετάξω ως το Λονδίνο, αυτοί οι άνδρες σα μαϊμούδες στεναχωρούν τη μαμά μου.   

Ο πρόεδρος έστειλε για μένα, ο Πρίγκιπας της Ουαλίας με ακολουθεί

Με στεναχωρούν τόσο πολύ, θα πάρω άλλη μια δόση και θα τους βάλω και τους δυό στη φυλακή.

Βεβαίως παραθέτουμε πιο κάτω και το πρωτότυπο, γιατί όπως και στην ποίηση, έτσι κι εδώ, η ακριβής μετάφραση των ξένων αμερικάνικων στίχων, ειδικά  του μπλουζ, είναι μια διαδικασία περίεργη, στην οποία υπεισέρχονται διάφοροι παράγοντες, αλλά κυρίως οι γνώσεις, η αισθητική και φυσικά η γενικότερη κουλτούρα του κάθε φιλόδοξου μεταφραστή:    

Just give me one more sniff of, another sniff of that dope/Just give me one more sniff of, another sniff of that dope/I’ll catch a cow like a cowboy, and throw a bull without a rope/Doggone, I’ve got more money than Henry Ford or John D. ever had/Doggone, got more money than Henry Ford or John D. ever had/I bit a dog last Monday and forty doggone dogs went mad/Feel like a fighting rooster, feel better than I ever felt/Feel like a fighting rooster, feel better than I ever felt/Got double pneumonia and still I think I got the best health/Say, Sam/Go get my airplane and drive it up to my door/Aw, Sam, go get my airplane and drive it to my door/I think I’ll fly to London, these monkey men makes mama sore/The president sent for me, the Prince of Wales is on my trail/The president sent for me, the Prince of Wales is on my trail/They worry me so much, I’ll take another sniff and put them both in jail

Ο Frankie ‘Half-Pint’ Jaxon, ήταν ένας εκκεντρικός τραγουδιστής και μια μυστηριώδης φιγούρα που εξαφανίστηκε μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1940. Ονομάστηκε ‘Half Pint’ λόγω του μικρού ύψους του και μεγάλωσε  ορφανός στην πόλη του Κάνσας. Στα δεκαπέντε του  άρχισε να τραγουδάει σε βαριετέ και σε κλαμπ, ενώ περιόδευσε αρκετά μ’ ένα θίασο στο Τέξας και την Οκλαχόμα, σχηματίζοντας μάλιστα ομάδα χορού και τραγουδιού με την Gallie De Gaston κατά τη διάρκεια του 1912-1924. Ως ειδικός στα περί σκηνικής παρουσίας των σώου, βοήθησε πολλούς άλλους καλλιτέχνες, μεταξύ των οποίων την Μπέσσυ Σμιθ και την Έθελ Γουώτερς στις διάφορες παραγωγές τους. Ο Jaxon, ο οποίος εργάστηκε επίσης ως μιμητής γυναικών,  ηθοποιός, πιανίστας, τραγουδιστής και σαξοφωνίστας,  βρισκόταν ως επί το πλείστον στο Σικάγο κατά τη διάρκεια του 1927-1941, μια περίοδο κατά την οποία έκανε πολλές πράγματι ηχογραφήσεις. Για ένα διάστημα εργάστηκε για την κυβέρνηση στην Ουάσιγκτον, αλλά το 1944 μετακόμισε στο Λος Άντζελες και έκτοτε εξαφανίστηκε από τον μουσικό κόσμο.

Ο Frankie “Half-Pint” Jaxon, στις 22, Ιουλίου του 1927, ηχογράφησε το   μπλουζ ‘Willie the Weeper’, όπου αφηγείται την ιστορία ενός καπνοδοχοκαθαριστή που χρησιμοποιούσε ναρκωτικές ουσίες και ο οποίος, όπως και ο πρωταγωνιστής του προαναφερθέντος τραγουδιού της Victoria Spivey, μπλέκει μέσα στους στίχους τη φαντασία  με την πραγματικότητα. Το τραγούδι άρχιζε κάπως έτσι:

‘‘Έχετε ακούσει την ιστορία και το μύθο για τον Willie the Weeper; Το επάγγελμα του Willie ήταν  καπνοδοχοκαθαριστής, αλλά είχε μια κακή συνήθεια, εκείνη την κακή, αλλά ακούστε, επιτρέψτε μου να σας πω για τα όνειρα που έβλεπε…’’.(Have you heard the story, folks, of Willie the Weeper? Willie’s occupation was a chimney sweeper, He had a dreamin’ habit, he had it kind of bad, Listen, let me tell you ’bout the dream he had…).

Τελειώνοντας ο τραγουδιστής αναρωτιέται:

…Τώρα πείτε μου, τι θα κάνατε αν θα μπορούσατε να κάνετε όλα τα όνειρά σας πραγματικότητα; …Αλλά σας παρακαλώ πηγαίνετε τώρα, αφήστε με να  κοιμηθώ και μην ενοχλείτε το βαθύ μου ύπνο’’! (….Now tell me, what would you do/ If you could have all of your dreams come true? /There’s something tells me that you’d lock your door/Like Willie the Weeper, and cry for – please go ‘way and let me sleep! /Don’t disturb my slumber deep/Something tells me that you’d lock your door/Like Willie the Weeper, and cry for more, more, more, more, more).

Μερικά χρόνια αργότερα, το μπλουζ  ‘Willie the Weeper’ του Frankie ‘Half-Pint’ Jaxon, θα έδινε αφορμή για να γραφτεί μια άλλη εκδοχή του, ή ας πούμε καλύτερα διασκευή του, το ‘Minnie The Moocher’. Αυτή τη φορά από τον Καμπ Κάλογουεϊ (Cab Calloway, 1907-1994), αυτόν τον μεγάλο  τραγουδιστή της τζαζ και ηγέτη ορχήστρας, μιας από τις γνωστότερες αφροαμερικανικές ορχήστρες από τις αρχές της δεκαετίας του 1930 ως τα τέλη της δεκαετίας του 1940. Σύντομα η ορχήστρα του έγινε πολύ διάσημη και μάλιστα έπαιζε στο περίφημο και πασίγνωστο Κότον Κλάμπ. Το 1931, ηχογράφησε το διασημότερό του τραγούδι, το περίφημο  ‘Minnie The Moocher’. Αυτό το τραγούδι, μαζί με το ‘St. James Infirmary Blues’ και το ‘The Old Man of the Mountain’, έγιναν από την Betty Boop τα πολύ επιτυχημένα κινούμενα σχέδια μικρού μήκους, Minnie the Moocher, Snow White και The Old Man of the Mountain, αντιστοίχως. Οι στίχοι στο  ‘Minnie The Moocher’, είναι βαριά φορτωμένοι με αναφορές στα ναρκωτικά.

Ο χαρακτήρας ‘Smokey’ μέσα στο τραγούδι, περιγράφεται ως ‘Cokey’, που σημαίνει ο χρήστης κοκαΐνης. Η φράση ‘κλωτσάει το γκονγκ γύρω’ (kicking the gong around), ήταν μια αναφορά  στην αργκό, για το κάπνισμα οπίου.

Το τραγούδι πάει κάπως έτσι:  ‘Εδώ η ιστορία και ο θρύλος αναφέρονται σε μια δύστροπη γυναίκα (Minnie the Moocher),  αλλά με μια καρδιά τόσο μεγάλη όσο μια φάλαινα…. Είχε μπλέξει με κάποιον μάγκα, ονόματι Smoky, αλλά τον αγαπούσε κι ας ήταν χρήστης κοκαΐνης. Αυτός την πήρε μαζί του κάτω στην Chinatown και της έδειξε πώς να καπνίζει το όπιο…’’.

Folks, here’s a story about Minnie the Moocher/She was a lowdown hoochie coocher/She was the roughest, toughest frail/But Minnie had a heart as big as a whale. /She messed around with a bloke named Smoky/She loved him though he was cokey/He took her down to Chinatown/And he showed her how to kick the gong around.

Το τραγούδι συνεχίζει δίνοντας ονειρικές περιγραφές της Minnie, πλημυρισμένες από ψευδαισθήσεις, οι οποίες εναλλάσσονταν με παραισθήσεις  και τανάπαλιν. Σπίτια χτισμένα από χρυσό και χάλυβα, ένα αυτοκίνητο με διαμάντια και  τροχούς από πλατίνα, ο βασιλιάς της Σουηδίας κάπου μπλέκεται κι αυτός, αρχοντικά σπίτια, τα αγωνιστικά άλογα παρόντα επίσης, γεύματα πλουσιοπάροχα, εκατομμύρια δολαρίων τριγύρω να αφθονούν, η αποθέωση της ανεξέλεγκτης ψυχεδέλειας…

(She had a dream about the King of Sweden/He gave her things that she was needin’/He gave her a home built of gold and steel/A diamond car with platinum wheels.He gave her his townhouse and his racing horses/Each meal she ate was a dozen courses/She had a million dollars worth of nickels and dimes/She sat around and counted them all a million times).

Η μαριχουάνα έγινε δημοφιλής ως ναρκωτικό που προσέφερε σωματική και ψυχική αναζωογόνηση, στη δεύτερη δεκαετία του εικοστού αιώνα. Ποινικοποιήθηκε από το Κογκρέσο το 1937. Τα ναρκωτικά μάλλον συνδέονταν περισσότερο με την τζαζ παρά τα μπλουζ, και οι Harlem Hamfats γεφύρωσαν τέλεια  τους δύο αυτούς  μουσικούς κόσμους. Πρέπει να τονίσουμε εδώ, ότι οι Harlem Hamfats συχνά συνόδευαν τον Frankie Jaxon στην καριέρα του. Το ‘Weed Smoker’s Dream’, άλλο τραγούδι πλουσιότατο από φαντασία, ηχογραφήθηκε το 1936. Το τραγούδι μας λέει για εκατομμυριούχους που κάθονται και κάνουν χρήματα, πουλώντας στην αγορά το υλικό τους.

Sitting on a million, sitting on it every day/Can’t make no money giving your stuff away/ Why don’t you do now, like the millionaires do/ Put your stuff on the market and make a million too…/Fay’s a betting woman, she bets on every hand/ She’s a tricking mother for you every where she land../May’s a good looking frail, she lives down by the jail/ On her back though she got hot stuff for sale…

Το 1938, ο Jazz Gillum ηχογράφησε  ένα τραγούδι (Reefer Head Woman) στο οποίο διαμαρτυρόταν   για τη γυναίκα του με την υπερβολική χρήση ναρκωτικών ουσιών που έκανε. Δεν  μπορεί να καταλάβει γιατί το μωρό του κοιμάται τόσο βαριά, λέει ο τραγουδιστής, πρέπει μάλλον να έχει καπνίσει εκείνη τη μαριχουάνα που την έριξε τόσο πολύ. Όταν την άφησε το πρωί, κοιμόταν βαριά,  κι ο μόνος τρόπος να τον …βρει και να τον φιλήσει ήταν να τρέξει τριγύρω όπως τα έξυπνα κυνηγόσκυλα….

I can’t see why my baby sleeps so sound/Well, I can’t see why my baby sleeps so sound/ She must have smoked that reefer and it’s bound to carry her down

When I left her this morning, I left her sleeping sound…/The only way she could kiss me is to run like a full bloodhound…

She said she was going to leave, going to some no good town/She was a rough-cutting woman, she didn’t like to break them down

 If you got a good woman, mens, please don’t take her around/She will get full of reefers and raise sand all over this town

Ο William McKinley Gillum (1904-1966) ήταν γνωστός ως Jazz Gillum,  ένας   μαιτρ στη φυσαρμόνικα των μπλουζ, που γεννήθηκε στην Ινδιανάπολη του  Μισισιπή. Στα εφτά του  έφυγε απ’ το σπίτι του και πέρασε τα επόμενα χρόνια στο Τσάρλεστον του Μισισιπή δουλεύοντας και παίζοντας για μικρά φιλοδωρήματα στις γωνίες των δρόμων. Το 1923, μετακόμισε στο Σικάγο του Ιλλινόις, όπου συναντήθηκε με τον κιθαρίστα Big Bill Broonzy, μαζί με τον οποίο άρχισαν να εμφανίζονται σε κλαμπ γύρω απ’ την πόλη και ηχογραφώντας ταυτόχρονα. Ο Gillum ήταν ο πρώτος που ηχογράφησε το μπλουζ ‘Key to the Highway’ με τον Big Bill Broonzy στην κιθάρα. Οι ηχογραφήσεις του Gillum, μεταξύ των άλλων, περιελάμβαναν  κάποιες από τις πολύ πρώτες ηχογραφήσεις των ηλεκτρικών μπλουζ, ειδικά όταν άρχισε να συνεργάζεται με τον  δεκαεξάχρονο κιθαρίστα της τζαζ, George Barnes, όπως το ‘Reefer Headed Woman’ στο οποίο  προαναφερθήκαμε, και βέβαια αρκετά άλλα. Από το 1942 μέχρι το 1945, υπηρέτησε στο Στρατό των Ηνωμένων Πολιτειών.

Στις 29 Μαρτίου 1966 κατά τη διάρκεια ενός τσακωμού, πυροβολήθηκε στο κεφάλι και μεταφέρθηκε νεκρός στο Garfield Park Hospital  του Σικάγου.

Στο ‘Reefer-Head Woman’, έπαιζαν οι Big Bill Broonzy και Washboard Sam, οι οποίοι αργότερα έγραψαν ένα άλλο παρεμφερές τραγούδι (Bucket’s Got a Hole in It) που αναφερόταν στα   ναρκωτικά,   για την Bluebird, αυτή τη φορά με  το όνομα Wasboard Sam and His Washboard Band. Το τραγούδι δίνει κάποιες συμβουλές, όπως για παράδειγμα είναι καλύτερα κάποιος να σταματήσει να ασχολείται με τη μαστροπεία, αφού μπορεί να βγάλει περισσότερα χρήματα πουλώντας  ναρκωτικές ουσίες:

Oh my bucket’s got a hole in it/ Can’t buy no beer/When you walking down Thirty-First Street, you had better look around/The vice squad is on the beat and you’ll be jailhouse bound./I was standing on the corner, everything was going slow/ Can’t make no money, tricks ain’t walking no more./Going to start a little racket, going to start it out right/ Going to sell moonshine in the day and sell the dope at night/Then if I can’t make no money, going to catch the Santa Fe/Going to drink good liquor and let all women be.

Ο πιανίστας Curtis Jones ήταν παραγωγικός καλλιτέχνης στις ηχογραφήσεις,   τόσο στην προπολεμική περίοδο, όσο  και αργότερα. Το 1938 ηχογράφησε το Reefer Hound Blues. Σ’ αυτό ο τραγουδιστής δεν ενδιαφέρεται για τίποτα. Νοιώθει ολόκληρο το σώμα του σα βασιλιάς και  χορτασμένος εκατομμυριούχος. Του αρέσει, εξομολογείται, εκείνο το χόρτο σαν τσάι (μαριχουάνα), που κάνει ολόκληρο το σώμα του να αισθάνεται καλά.  Το χόρτο του έκανε την ψυχή ευτυχισμένη, τόσο όσο δεν μπορεί κανείς να φαντασθεί, εκτός κι αν δοκιμάσει ο ίδιος. Βρίσκεται τόσο υψηλά, που ακόμα κι ο ήλιος και ο ουρανός, φαίνονται απελπιστικά χαμηλά.

I ‘m high up on my reefer, I’m nothing but a reefer hound…/My gage has just hit bottom, I believe I’ll lay my body down/My whole body is king, I feel like I’m a millionaire…/If I’m broke, I still got money, If I’m hungry, I don’t even care/Lord, I really like my gage, that weed you call the reefer tea…/It’s done sent my whole body and it sure feels good to me/This weed I’ve been smoking, it’s done sent my very soul…/And nobody could imagine, unless it’s another cat who blows/I’m so high, I swear I’m as high as I could/I am so high, I’m as high as I can be/ I’m so doggone high, the sun and sky even look low to me.

Το 1941, ο πιανίστας Champion Jack Dupree ηχογράφησε την  πρώτη εκδοχή του τραγουδιού που ακουγόταν γύρω από τη Νέα Ορλεάνη για μερικά χρόνια, και που θα γινόταν ύμνος των ναρκωτικών, ένα τραγούδι που επηρέασε   απίστευτα πολλούς μουσικούς της Νέας Ορλεάνης. Το  ‘Junker Blues’. Ο τραγουδιστής αποδέχεται τη μοίρα του καρτερικά. Τον αποκαλούν ηρωινομανή, αφού είναι μαστουρωμένος όλη την ώρα. Λέει πως η ποινή του στο σωφρονιστικό κατάστημα ήταν μικρή, αφού έξι μήνες κι ένα χρόνος δεν είναι τίποτα, περνάει γρήγορα.  Άλλοι μπήκαν μέσα για πολύ μεγαλύτερο διάστημα!   Βέβαια η μητέρα και ο πατέρας του τον είχαν προειδοποιήσει ότι η ηρωίνη είναι μια κακή συνήθεια που πρέπει να εγκαταλείψει, ενώ η αδελφή κι η γιαγιά του είπαν ξεκάθαρα ότι στο τέλος θα τον πεθάνει. 

They call, they call me a junker/Cause I’m loaded all the time/ I don’t use no reefer, I’ll be knocked out with that angel wine/Six months, Six months ain’t no sentence/ And one year ain’t no time/They got boys in penitentiary doing from nine to ninety-nine/I was standing, I was standing on the corner/With my reefers in my hand/ Upstairs the sergeant took my reefers out of my hand/My brother, my brother used a needle/ and my sister sniffed cocaine/I don’t use no junk, I’m the nicest boy you ever seen/My mother, my mother she told me/and my father told me too/That that junk is a bad habit, why don’t you leave it too/My sister she even told me/And my grandma told me too/That using junk partner was going to be the death of you.

Είτε νόμιμα είτε παράνομα, τα ναρκωτικά ήταν αναπόσπαστο  μέρος της ζωής των μουσικών του μπλουζ, κι εκείνοι τραγούδησαν γι’ αυτά. Σχεδόν όλα τα τραγούδια τους αναγνωρίζουν τις δυσκολίες ενός τρόπου ζωής που περιλαμβάνει τη χρήση των ναρκωτικών.

Μέσα σε αυτά εμφανίζονται τα πάντα. Οι αυταπάτες, οι βλάβες της υγείας τους, το χρονικό διάστημα που έμειναν εσώκλειστοι σε σωφρονιστικά ιδρύματα, και όπως και στα περισσότερα άλλωστε μπλουζ, περιλαμβάνεται εκεί ή υπονοείται το πρόβλημα και οι σχέσεις τους με τις γυναίκες.