Τα Χριστούγεννα ήταν ανέκαθεν πολύ θεατρική μέρα. Γεμίζουν τα θέατρα, όσο κι αν ρεβεγιόν και οικογενειακά τραπέζια βαραίνουν βλέφαρα και στομάχια. Κι είναι μια μέρα με ιδιαίτερη προσωπικότητα.
Το πνεύμα των Χριστουγέννων επιβάλλεται και στους πιο κυνικούς. Εξ ου και η διαχρονικότητα του πλούσιου Σκρουτζ, των πνευμάτων που τον βασανίζουν για την καρμιριά του και της πελώριας γαλοπούλας-πεσκέσι στον φτωχό υπάλληλό του, με την οποία τα ξορκίζει.
Αλλά να που η Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση μας καλεί ανήμερα των Χριστουγέννων στην πρεμιέρα της παράστασης «Απ’ τα ψηλά στα χαμηλά – Ενας δολοφόνος στο Τόκιο». Μάλλον κόντρα με τη μέρα ο τίτλος της.
Αφήστε που διαφημίζεται και σαν «αστυνομικό θρίλερ», που απαιτεί «έντονη κίνηση μέσα κι έξω από το κτίριο». Τι θερμοκρασίες να έχει άραγε τα Χριστούγεννα; Και πώς θα βολέψουμε με δολοφόνους τη φουντωμένη ντικενσιανή μας μεγαλοψυχία;
«Η παράστασή μας είναι απολύτως ταιριαστή με τα Χριστούγεννα – και να το γράψεις, παρακαλώ. Και Ντίκενς θα βρεις μέσα. Και πλούσιους και φτωχούς. Και έλεος και ανθρωπιά. Απ’ όλα», με αποστομώνει ο Σύλλας Τζουμέρκας. «Ακόμα και για τη ζέστη και το κρύο μιλάει πολύ το έργο μας, ότι υπάρχουν σπίτια ζεστά και σπίτια κρύα…».
Εμείς πάντως κουβεντιάζουμε σε ένα πολύ ζεστό φουαγέ της Στέγης. Δύο είναι οι σκηνοθέτες της παράστασης. Ο πολύ κινηματογραφικός Τζουμέρκας των εξαιρετικών ταινιών «Χώρα Προέλευσης» και «A Blast – Η Εκρηξη». Και η πολύ θεατρική Γιούλα Μπούνταλη. Συνεργάζονται στενά, χρόνια τώρα, σε ταινίες και παραστάσεις, με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους.
Είναι, όμως, η πρώτη φορά που συνυπογράφουν μια σκηνοθεσία. Η παράστασή τους βασίζεται, καθόλου τυχαία, σε μια ταινία, στον «Δολοφόνο του Τόκιο» του Ακίρα Κουροσάβα («Ηigh and Low», ο διεθνής της τίτλος). Γυρισμένη το 1963, μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη το καλτ αστυνομικό μυθιστόρημα «King’s Ransom» του σταρ του pulp fiction Αμερικανού Εντ Μακ Μπέιν, συγγραφέα των «Πουλιών» του Χίτσκοκ.
Ο βιομήχανος Γκόντο ενημερώνεται από μια άγνωστη φωνή στο τηλέφωνο ότι έχει απαχθεί ο δεκάχρονος γιος του. Χωρίς δεύτερη σκέψη, είναι έτοιμος να πληρώσει ένα τεράστιο ποσό, όταν αποδεικνύεται ότι έχουν απαγάγει κατά λάθος τον γιο του σοφέρ του. Θα δώσει τα χρήματα για να σώσει ένα ξένο παιδί;
«Είδαμε κάποια στιγμή αυτό το κινηματογραφικό αριστούργημα και μας ήρθε η ιδέα, πατώντας ακριβώς πάνω στη δομή του, να κάνουμε μια παράσταση», λέει ο Σύλλας Τζουμέρκας. «Το πρώτο μέρος της ταινίας είναι όλο γυρισμένο σε έναν χώρο, στην έπαυλη του Γκόντο, κάτι σαν τη “Θηλιά” του Χίτσκοκ.
Και μετά, ο Κουροσάβα απεγκλωβίζει τη δράση και καταφέρνει να μας πάει σε όλο το Τόκιο, στις φτωχογειτονιές και στα πορνεία του. Συγκλονιστική σύλληψη. Το μέσα και το έξω. Ο κόσμος των πλουσίων και ο κόσμος των φτωχών. Από τα ψηλά στα χαμηλά. Για όλες αυτές τις αντιθέσεις ο χώρος της Στέγης, αλλά και το εξωτερικό της, αποδείχτηκε ιδανικός».
Η παράσταση, όντως, ξεκινάει από τα ψηλά. Από τη Μικρή Σκηνή του πέμπτου ορόφου, όπου παίζεται θέατρο «κλασικό, ρεαλιστικό, α λα παλαιά, σε ιταλική σκηνή» με τα όσα συμβαίνουν στην έπαυλη του βιομήχανου.
Και μετά αρχίζει η αστυνομική έρευνα και το κυνήγι του δολοφόνου και η παράσταση αρχίζει να κατεβαίνει. Από φουαγέ σε φουαγιέ. Κάθε φουαγέ και άλλο πλάνο-σεκάνς («εδώ που καθόμαστε τώρα θα έχει και γκαζόν», εξηγεί ο Σύλλας), μέχρι να καταλήξει έξω από τη Στέγη, «έναν γύρο σε ένα οικοδομικό τετράγωνο κάνουμε, αλλά υπάρχει και μια έκπληξη, δεν θέλουμε να τη γράψετε».
• Δεν φοβάστε ότι η μετακίνηση του κοινού θα είναι καταστροφική για τον ρυθμό της παράστασης;
Καθόλου. Η δράση είναι ταυτόχρονη με την κίνηση του κοινού, δεν λέμε «κοιτάξτε εδώ, μην κοιτάξετε εκεί», είναι σαν να βρίσκεστε στο σινεμά. Παρακολουθείτε απλώς ζωντανά ένα πλάνο-σεκάνς και είναι on όλο το κτίριο… Το ίδιο συνεχίζεται και στον δρόμο.
• Εχω την αίσθηση ότι σας ενθουσιάζει περισσότερο η φόρμα, παρά το ίδιο το θέμα του έργου.
Οχι, το ένα δεν υπάρχει χωρίς το άλλο. Ενας από τους λόγους που θέλαμε να κάνουμε την παράσταση είναι ακριβώς το δίλημμα του Γκόντο: δίνω τα χρήματα για να σώσω το παιδί του σοφέρ μου; Στην ταινία του Κουροσάβα, τα δίνει. Στη δική μας, το μόνο που μπορούμε να σας αποκαλύψουμε είναι ότι μας απασχόλησε πολύ το θέμα της ανθρωπιάς, που δεν είναι καθόλου αυτονόητη στην εποχή μας.
Γιατί η απόσταση ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς όλο μεγαλώνει, οι πλούσιοι γίνονται πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχότεροι. Για μας, ως καλλιτέχνες, αυτό είναι πια το μεγάλο θέμα.
Η αφήγηση που είχε να κάνει με την κρίση και την προσωπική κατάρρευση μέσα στην κρίση πάει, μας τελείωσε. Ξεκινάμε μια νέα φάση στο έργο μας, που έχει να κάνει με τη δικαιοσύνη και το έλεος σε μια εποχή που όλο και πιο άνιση και άδικη γίνεται. Τι είναι δίκαιο; Πώς έρχεται; Είναι καθαρτήριο;
• Εχετε κάνει κάπως ελληνικό το έργο; Γιατί βλέπουμε στις φωτογραφίες ότι κρατάτε το γιαπωνέζικο στοιχείο.
Εχουμε κάνει ένα απόλυτο fusion μεταξύ Ελλάδας-Αμερικής-Τόκιο. Μεταξύ του τότε και του τώρα. Και όλα συμβαίνουν ταυτόχρονα. Πάμε από κάτι πολύ αμερικάνικο, ποπ και σύγχρονο σε κάτι ιαπωνικό του ‘60.
• Εχετε προσθέσει στο υλικό του Μακ Μπέιν και του Κουροσάβα και δικά σας πράγματα;
Πολλά. Σχεδόν όλο το μέρος του έργου, που παίζεται έξω από τη Στέγη, είναι δικό μας, πρωτότυπο κείμενο. Υπάρχει και πολύ devised θέατρο, πήραμε συνεντεύξεις από ανθρώπους και τις χρησιμοποιήσαμε.
Την ταινία του Κουροσάβα δεν την είδαμε ποτέ σαν κάτι το «κλειστό» και το «αυστηρό», το ηθικό δίλημμα που βάζει γίνεται ένας καμβάς για να ζωγραφίσεις την καινούργια εποχή που ζούμε.
Μας αρέσει πολύ να μπαίνουμε μέσα στα έργα, να ζούμε μαζί τους, να παίρνουμε τη χαρά της ελευθερίας, να τα ξαναγράφουμε, να τα ξαναλέμε.
• Αρα, δεν κάνετε ένα hommage στον Κουροσάβα.
Δεν κάνουμε hommage στον Κουροσάβα, αλλά στην παραβολή που διηγείται. Κι αυτή η παραβολή, όπως κάθε παραβολή άλλωστε, μας καλεί να την επενδύσουμε με τον δικό μας κόσμο.
Ο θαυμασμός μας, βέβαια, για τον Κουροσάβα είναι μεγάλος και ενεργός, αλλά δεν τον έχουμε κάνει και άγαλμα. Και όσοι ξέρουν καλά την ταινία, θα καταλάβουν ότι σε ένα κομμάτι του μύθου του πηγαίνουμε κόντρα, τον κρίνουμε, συγκρουόμαστε μαζί του πολιτικά. Τόσο ζωντανή είναι η σχέση μας μαζί του.
• Από τους ηθοποιούς που πήρατε μαζί σας σ’ αυτή την περιπέτεια τι ζητήσατε;
Δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα χωρίς τους συγκεκριμένους ηθοποιούς. Τους διαλέξαμε στοχευμένα ακριβώς γιατί γνωρίζαμε τις δυνατότητές τους.
Μπορούν να περνάνε από υποκριτικό κώδικα σε υποκριτικό κώδικα με άνεση, φυσικότητα και άψογη τεχνική. Από φουαγιέ σε φουαγιέ. Κλασικό θέατρο, devised, επιθεώρηση, ταινία τρόμου…
Μαζί και στη Θάλασσα των Σαργασσών
• Κύριε Τζουμέρκα, αφήσατε γι’ αυτή την παράσταση, έστω και για λίγο, την ταινία που ετοιμάζετε;
Ούτε στιγμή δεν εγκατέλειψα το «Θαύμα της θάλασσας των Σαργασσών». Εκανα, μάλιστα, ρεπεράζ εν μέσω προβών. Το πρότζεκτ μας (έχουμε γράψει πάλι μαζί με τη Γιούλα το σενάριο) ολοκληρώνεται. Κλείνει το χρηματοδοτικό πλάνο -είναι ευρωπαϊκή συμπαραγωγή-, όλα πάνε κανονικά, ξεκινάμε γυρίσματα του χρόνου.
• Τελικά, δεν βρίσκεται περισσότερο η καρδιά σας στο σινεμά;
Ούτε στο σινεμά ούτε στο θέατρο, έτσι γενικά. Είτε σκηνοθετώ είτε κάνω τον ηθοποιό, αυτά που μου δίνουν χαρά, με παρασύρουν, με συνεπαίρνουν, είναι τα θέματα, οι ιστορίες. Οχι το είδος της τέχνης από μόνο του.
• Κυρία Μπούνταλη, γράφετε, παίζετε, σκηνοθετείτε, αλλά είστε βασικά του θεάτρου. Η συνεργασία σας στο σινεμά, και τώρα στο θέατρο, με τον Σύλλα Τζουμέρκα πόσο εύκολη είναι; Καμιά φορά οι γυναίκες αναγκαζόμαστε να κάνουμε ένα βήμα πίσω μπροστά στον άνδρα συνεργάτη.
Εχετε δίκιο, πολλές γυναίκες κάνουμε δουλειές μόνες μας, γιατί είναι δύσκολο να βρούμε συνεργάτες που να μας αφήνουν χώρο. Με τον Σύλλα ποτέ δεν είχαμε τέτοια προβλήματα.
Ο καθένας μας είναι καλός σε κάτι, ξέρουμε πολύ καλά ο ένας την κλίση του άλλου. Ανάλογα με το πρότζεκτ επιλέγουμε πολύ φυσικά, ελεύθερα και γρήγορα τι «ρόλο» θα αναλάβει ο καθένας μας.
Το κρύο θέλει νιτσεράδες
«Η παράσταση δεν ενδείκνυται για άτομα με κινητικές δυσκολίες, καθώς προϋποθέτει έντονη κίνηση μέσα και έξω από το κτίριο της Στέγης» γράφει ανακοίνωση της παραγωγής. Λίγες πληροφορίες, λοιπόν, βοηθούν, αν και το κοινό της Στέγης είναι ανθεκτικό και περίεργο. Βάλτε άνετα παπούτσια, τα ψηλοτάκουνα αφήστε τα για τα πάρτι, διαλέξτε χοντρά ρούχα.
Σκουφιά, ομπρέλες και τέτοια, εξαρτάται από τον καιρό, αν και για ανήμερα τα Χριστούγεννα δεν προβλέπεται και παγετός. Εχει κάνει και η Στέγη τα κουμάντα της, κάτι για μεγάλες νιτσεράδες πήρε το αφτί μας, ωραία θα είναι.
«Απ’ τα ψηλά στα χαμηλά – Ενας δολοφόνος στο Τόκιο». 25-30 Δεκεμβρίου, 2-8 Ιανουαρίου, Μικρή Σκηνή Στέγης, 9 μ.μ. Σκηνοθεσία-σύλληψη-δραματουργία: Σύλλας Τζουμέρκας και Γιούλα Μπούνταλη. Σκηνικά: Κωνσταντίνος Ζαμάνης. Κοστούμια: Μάρλι Αλειφέρη. Φωτισμοί: Χριστίνα Θανάσουλα. Μουσική/Soundscapes: Γιώργος Κωνσταντινίδης. Μοντάζ: Γιώργος Ζαφείρης. Βοηθός σκηνοθέτη: Ευγενία Δελιαλή. Παίζουν: Μάκης Παπαδημητρίου (βιομήχανος Γκόντο), Γιούλα Μπούνταλη, Χάρης Αττώνης, Κωνσταντίνος Βουδούρης, Θανάσης Δόβρης, Παύλος Ιορδανόπουλος, Ρωμανός Καλοκύρης, Θάνος Τοκάκης κ.ά. Με αγγλικούς υπέρτιτλους.
