Συνέντευξη στην Αργυρώ Πατσού
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το πολυσήμαντο ραντεβού μας ορίζεται στην Τήνο. Αν και κοσμογυρισμένος, περνά για πρώτη φορά το Πέλαγος που ο ίδιος ταξίδεψε πολύ μακριά, τρισδιάστατα δοσμένο. είναι η πρώτη φορά που περνά το έμφυτο, κυτταρικό του Αιγαίο. Εάν έχει τόση βαρύτητα τούτο το ταξίδι είναι γιατί σ’ αυτή τη Θάλασσα συμπλέουν η εξωτερική και η εσωτερική του πραγματικότητα σ’ αξεδιάλυτο κράμα. Σ’ αλλοτινή μας κουβέντα, κι ενώ ήμουν στη Δήλο, του είχα πει: 

-Σε βρίσκω εδώ.  Εδώ είναι οι καθαρές σου φόρμες. 

-Στις Κυκλάδες, μου αποκρίθηκε, με πήγαν, μόνα τους, η ψυχή και το χέρι. 

Στις αφαιρετικές στεριές αυτής της Θάλασσας επέστρεψε άλλωστε ο αγαπημένος του Κονσταντίν Μπρανκούζι για ν’ αντλήσει, πίσω από τη μορφή, την ουσία. Ενώ μέσα στον Ωγκύστ Ροντέν καίει η φωτιά του Μικελάντζελο πυροδοτώντας τολμηρές ρεαλιστικές συνθέσεις που σπάζουν τα ακαδημαϊκά πρότυπα της εποχής αποθεώνοντας μια εμποτισμένη από πνεύμα αισθησιακή σάρκα, κελεύσματα μιας εποχής πολύ πιο μακρινής οδηγούν το Ρουμάνο βοηθό του στην αποφασιστική στροφή από την οποία θα προκύψει το «Φιλί»* το δικό του. Στις αρχέγονες ρίζες, στο συλλογικό ασυνείδητο, στα κυκλαδικά ειδώλια, στις αυστηρές συμπαγείς φόρμες, στον κύκλο, στο στοιχειώδες και απέριττο, στη γεωμετρικότητα, εντοπίζει ο Μπρανκούζι την πρώτη και την έσχατη χειρονομία. Στην παιδική ηλικία της γης, στην πρώιμη αρχαιότητα, η οπτική του βρίσκει την τελείωση και το τέλος της ανθρώπινης περιπέτειας, την αποπνευμάτωση. Πετώντας από πάνω της καθετί περιττό, φορτωμένο, επιτηδευμένο, επίκτητο, εισερχόμενη στην ίδια την ανόθευτη ουσία της, η «Μαϊάστρα»** πετάει. Το πνεύμα σπάζει τα δεσμά της ύλης και, σύμβολό του, το πουλί, φεύγει για τους αιθέρες. Όπως κάθε ζενίθ, έτσι και το Ροντενικό, έχει σημάνει, ταυτόχρονα, κορύφωση και τέλμα. Ακτινοβολεί, πάλλεται ολοζώντανο μέσα στο σφρίγος των φωτοσκιάσεων και των μυώνων, κυοφορώντας στο πεπερασμένο του το καινούργιο που ο Μπρανκούζι θ’ ανασύρει από την τοτεμική μαγεία που ο δάσκαλος σκότωσε. Από την ίδια αρχαϊκή Πηγή θα εμπνευστούν οι Αλμπέρτο Τζιακομέτι, Χένρι Μουρ, Αμεντέο Μοντιλιάνι, Πωλ Γκωγκέν, Πάμπλο Πικάσο.  

Γκέλας Κεσίδης: Κυκλαδίτικος Άνεμος από την Τιφλίδα

 -Η σχέση σου με τις Κυκλάδες μετρά πολλά χρόνια… 

-Από όταν ήμουν παιδί. Παρευρισκόμουν τότε σ’ αρχαιολογικές ανασκαφές παρακολουθώντας σεμινάρια. Τα καλοκαίρια που παραθερίζαμε στο χωριό της μητέρας μου, Melaani, το ’σκαγα απ’ το σπίτι και πήγαινα στο νεκροταφείο μόνος και φοβισμένος. Η αίσθηση αυτή του απαγορευμένου με συνέπαιρνε ώσπου κατέλυε το φόβο. Ξέθαβα εκεί θραύσματα χαλκού, κομμάτια από αγγεία, οστά. Έτρεχα, ύστερα, με το θησαυρό μου τρισευτυχισμένος σπίτι για να με περιλάβει το κατσάδιασμα της γιαγιάς μου: «Άθεε! Δεν ντρέπεσαι να φέρνεις τέτοια πράγματα εδώ μέσα;» 

Προορισμός μας ο Πύργος, γενέτειρα του Γιαννούλη Χαλεπά, του μεγάλου μοναχικού που πάνω του διασταυρώνονται το παλιό με το καινούργιο μετατρέποντάς τον σε πεδίο μαχών.

-Είναι η Τρίτη του Περίοδος που με αγγίζει περισσότερο, μου λέει, και συμφωνώ μαζί του.

-Το 1989, στο πρώτο μου ταξίδι στην Ελλάδα, έπεσαν στα χέρια μου δυο βιβλία, ένα του Φασιανού και ένα του Χαλεπά – των δυο σημαντικότερων, κατά την ταπεινή μου γνώμη, εκφραστών της σύγχρονης ελληνικής τέχνης του εικοστού αιώνα. Από τότε περιμένω αυτή τη στιγμή… 

Φτάνουμε πρωί. Περιδιαβαίνουμε το χωριό περιμένοντας την ώρα που θ’ ανοίξει για το κοινό το σπίτι του Γιαννούλη Χαλεπά. Ο Πύργος είναι αφημένος στην καθημερινότητά του, στο ρυθμικό ήχο της σμίλης των μαρμαρογλυπτών. Προχωράμε μέσα σ’ αυτό το πλέγμα, συντονισμένοι όμως κι οι δυο στη συχνότητα του «Στοιχειού» του χωριού που σήμανε την παραφωνία στα άρθρα πίστης και στα στεγανά των συγχωριανών του. Για κάμποση ώρα σωπαίνουμε κοιτάζοντας τα παιδιά που κυνηγιούνται στην πλατεία του χωριού και σκαρφαλώνουν στο πλατάνι ώσπου η εικόνα μάς παίρνει μέσα. Το «Στοιχειό» βάζει σε τροχιά τα ενσταντανέ της προσωπικής μας πορείας, από το τώρα έως πίσω στα παιδικάτα μας, έως τη χαμένη μέσα στον άχρονο χρόνο μοιραία στιγμή που εκδηλώθηκε το «Κάλεσμα», ο προορισμός, το χάρισμα και η κατάρα, ο οργανικός μονόδρομος. Είναι στα ακραία όρια, στο ύψος των Μαρτύρων που περιδινήθηκε ο Χαλεπάς, εκεί που αποτιμάται, σε μέτρο σωστό, η συνέπεια μεταξύ φύσης και πράξης.   

Το κατανυκτικό του μειδίαμα, σ’ απόκριση του «Στοιχειού», μετρά λυγίσματα μα όχι σπασίματα της μέσης, θυσίες, δυσκολίες, θυμούς, απώλειες, εκστάσεις, σιωπές, διαβολεμένο πείσμα, εσωτερικές υπαγορεύσεις που άλλες λυτρώθηκαν, άλλες στριμώχθηκαν ή και συνθλίφτηκαν στο βωμό της βιοπάλης. Μετρά ακροβασίες. Στο τέλος, μετρά αμέτρητες υπερβάσεις και μια «χορευτική» πια, καθόλου εμπόλεμη, άρνηση να υποδυθεί, με όποιον τρόπο, πως «έβαλε μυαλό», συνετίστηκε, στον καθαρό του αγώνα πως έκανε σκόντο. 

-Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Θα είμαι πάντα ένας αδιόρθωτος ρομαντικός, ένας ονειροπόλος που όσες φορές κι αν διαψεύδεται, άλλες τόσες, κι ακόμα περισσότερες, θα ψάχνει να βρει το καλό στους ανθρώπους. Αυτή είναι η φύση μου, δεν μπορώ να την αλλάξω.

-Πότε πρωτοαισθάνθηκες το κάλεσμα της γλυπτικής; Θυμάσαι;    

-Δεν θυμάμαι. Ίσως και από πολύ νωρίς, από τα παιδικά μου χρόνια. Έως τα δεκαεφτά μου, τουλάχιστον, δεν την είχα επιλέξει ως «επάγγελμα». Η πόλη που μεγάλωσα υπήρξε διαρκές δέλεαρ και κινητήριος μοχλός μου. Ήμουν σε συνεχή επαφή με τον κόσμο της τέχνης. Μιλώ για την Τιφλίδα, την πόλη που, πριν από την έλευση των κομμουνιστών, αποκαλούσαν «Μικρό Παρίσι». Στην κοσμοπολίτική της ατμόσφαιρα, σ’ ένα σταυροδρόμι και χωνευτήρι πολιτισμών, μεγάλωνα. Οι καταβολές μου φέρουν την εικόνα ενός καλλιτέχνη ταγμένου υπηρέτη της τέχνης του που την προσεγγίζει με σεμνότητα, με τον δέοντα σεβασμό, μακριά από δηθενισμούς, κομπασμούς και αλαζονείες. Εκεί που ήκμαζαν ο κινηματογράφος, το θέατρο και οι εικαστικές τέχνες, υπήρχα και εγώ και ωρίμαζα ως προσωπικότητα. 

Γκέλας Κεσίδης: Κυκλαδίτικος Άνεμος από την Τιφλίδα

-Τι θυμάσαι πιο έντονα από την Τιφλίδα; 

-Τα χρώματα, τις μυρωδιές, τους δρόμους της παλιάς πόλης, τα φωτισμένα παράθυρα τη νύχτα και το πρωί τις μουσικές από το Ωδείο που συνόδευαν τα βήματά μας στο δρόμο προς τη Σχολή Καλών Τεχνών. Η Σχολή ήταν το σπίτι μας, και η παλιοπαρέα, έξι τον αριθμό, ξημεροβραδιαζόμασταν μαζί, ανταλλάσσαμε ιδέες, εργαζόμασταν πλάι-πλάι, κοιμόμασταν στα εργαστήρια που δεν έκλειναν ποτέ. 

Θυμάται τον αγαπημένο του δάσκαλο, τον ενενηνταπεντάχρονο σήμερα, Giorgi Otchiauri.

Του χρωστώ τα πάντα. Υπήρξε ο φάρος που μου έδειξε τον δρόμο. Σήμερα τα πράγματα είναι διαφορετικά και στην Τιφλίδα. Οι εποχές αποξένωσαν τον καλλιτέχνη και απ’ αυτή την αποξένωση ελάχιστο καλό μπορεί να προκύψει. Η τέχνη ανήκει στον κόσμο.  

Μοιραία η κουβέντα στρέφεται στις δυσκολίες που αντιμετωπίζει τον τελευταίο καιρό με το γλυπτό του Αριστοτέλη, το οποίο φιλοτέχνησε με αφορμή την ανακήρυξη του έτους 2016 σε Έτος Αριστοτέλη από την Unesco. Η υποδοχή του κόσμου από συγκινητική έως αφοπλιστική. τα μηνύματα με τα συγχαρητήρια δίνουν και παίρνουν. Ο Αριστοτέλης είναι μεν παγκόσμια κληρονομιά, πρωτίστως όμως είναι κληρονομιά των Ελλήνων. Νιώθοντας εσωτερικό του χρέος να τιμήσει τόσο το κοινό αίσθημα όσο και τον θεσμό, προσφέρθηκε να δωρίσει το γλυπτό στην Unesco. Οι προσπάθειές του όμως να εξασφαλίσει χορηγία για τη βάση, την έκχυση σε χαλκό και τη μεταφορά του γλυπτού σκοντάφτουν, έως τούτη εδώ τη στιγμή, στα μόνιμα αποστήματα που ταλανίζουν τη χώρα και λέγονται κλίκες, γραφειοκρατία, πολιτικοί παράγοντες και φορείς. Οι προτάσεις του στην Ελληνική Πρεσβεία του Παρισιού και στα γραφεία της Unesco των Αθηνών μένουν αναπάντητες. Αναρωτιόμαστε κι οι δυο πώς είναι δυνατόν να αγνοούν την απλή τούτη αλήθεια: η Τέχνη προαισθάνθηκε και πρωτοστάτησε σ’ όλες τις κοινωνικές αλλαγές πυροδοτώντας τις μάζες. Τώρα τι; Ένα έθνος παρηκμασμένο, τελματωμένο, που δεν του μένει άλλο από το να επαίρεται για τον πολιτισμό των προγόνων του, έρμαιο των ορέξεων των λίγων εκείνων που  χαράσσουν τη μοίρα του και που συστηματικά και εσκεμμένα αδιαφορούν για τις ουσιαστικές τονωτικές ενέσεις στο χαμένο γόητρο του ελληνισμού που μια από τις εμβληματικές μορφές του υπήρξε ο Αριστοτέλης. 

Δεν κρύβει την εξουθένωσή του απ’ όλα αυτά. 

-Γνωρίζεις την αγάπη μου, την ακατανίκητη γοητεία που μου ασκούν τα παλιά κτίρια, την όμορφη ανατριχίλα και την ευλάβεια που με διακατέχουν όταν κοινωνώ την ιστορία τους και προσπαθώ ν’ αφουγκραστώ τ’ ανομολόγητα μυστικά τους. Σε καλύτερους καιρούς, όταν είχα τη δυνατότητα και τις αντοχές γι’ αυτού του είδους τα πάρε-δώσε, υπέβαλλα τη μια πρόταση πίσω από την άλλη. Εγώ ο ίδιος διέθετα ένα αρκετά υπολογίσιμο κεφάλαιο για να μου παραχωρούνταν ένα από τα νεοκλασικά της Θεσσαλονίκης, της Καστοριάς ή της Έδεσσας που, στην κυριολεξία, σαπίζουν ανεκμετάλλευτα. Εικόνα θλιβερή, ντροπιαστική, που όμως είμαι αναγκασμένος, στην πόλη μου τουλάχιστον, ν’ αντικρίζω κάθε μέρα. Ήθελα να έσωζα ένα τέτοιο κτίριο από μια χωρίς νόημα παρακμή, να στέγαζα εκεί το ατελιέ και τα έργα μου, να μεταλαμπάδευα την τέχνη, να υλοποιούσα τα συμπόσια που ακόμα οραματίζομαι, να το ξανάφερνα σε νευρώδη ζωή. 

Έως τώρα τίποτα δεν έχει αποσπάσει την προσοχή του πέραν μιας παμπάλαιας πόρτας, ενός παλιού φούρνου που λειτουργεί ως εκθεσιακός χώρος, και τώρα ένας σκύλος. Χαμογελάω, γνωρίζοντας την ιεροτελεστική αγάπη του για τα ζώα. Στο χέρι του χαραγμένο το όνομα του σκύλου που έχασε πριν λίγα χρόνια. 

-Η διορατικότητα, η ευφυΐα τους, υπερβαίνουν κατά πολύ εκείνες των ανθρώπων. Πάντα είχα ζώα, είναι το απαραίτητό μου συμπλήρωμα. Εάν έχεις την ικανότητα να «μπαίνεις» μέσα στα μάτια τους, τότε εισέρχεσαι σε μια επικοινωνία που τελείται σε πολύ βαθιά ψυχικά στρώματα. Είναι άγγελοι, οι αληθινοί άγγελοι. 

-Πάντα περιβαλλόσουν από ζώα και.. αρχέτυπα… 

Χαμογελάει μ’ εκείνο το χαμόγελο που φωτίζει όλο του το πρόσωπο και απαλύνει τις αιχμηρές του γωνίες. 

-Μπορώ να πω ότι από την αρχή βυθίστηκα στην αρχαϊκή μυθολογία και παρέμεινα εκεί. Οι Κένταυροι και ο Μινώταυρος, η Σαπφώ και η Περσεφόνη, ο Οιδίποδας και οι Αμαζόνες, η Πηνελόπη και οι μαχητές είναι μόνο μια μικρή λίστα των συνοδοιπόρων μου. Πίστεψέ με, χωρίς αυτούς δεν θα υπήρχε ο Κεσίδης.  

-Ξέρεις, του λέω, κάθε φορά που κοιτάζω τις φαλλικές σου Αμαζόνες, τους θηλυπρεπείς σου Κένταυρους, τις πλούσιες, σαν της Μεγάλης Μητέρας, στρογγυλάδες της Πηνελόπης να χαίρονται τον ερωτισμό τους σ’ όλες του τις εκφάνσεις, αναρωτιέμαι αν υπάρχει κανείς μας χωρίς αυτούς. Εμφωλεύουν στο γονιδιακό μας υπόστρωμα, στο συλλογικό ασυνείδητό μας. Στριμώχνεται όλο τούτο σ’ αναλύσεις;     

-Είναι και ο λόγος που δεν θέλω να μιλάω για τα έργα μου. Αυτό θα ήταν λίγο γελοίο. είναι σα να βάζεις τον ποιητή ν’ αναλύει δημοσίως τα ποιήματά του.

-Υπάρχει μέσα σου κάποια άλλη μορφή που ζητά να βγει στο φως; 

-Πρόσφατα μου φανερώθηκε «Το τρίγωνο της Σαλώμης» (ο Ηρώδης, ο Ιωάννης ο Βαπτιστής και η Σαλώμη). Ίσως να είναι ένα φευγαλέο πάθος, δεν ξέρω, μέλλει να φανεί. 

-Ας μη μιλήσουμε λοιπόν για τα έργα σου. Πες μου για τις επιρροές σου. 

-Επιρροές φυσικά και υπήρξαν. Αλλά, για να πω την αλήθεια, πάντα ήμουν αρκετά προσεκτικός για να μη βρεθώ σε κύκλο κλειστό και σε ό,τι αυτό συνεπάγεται. Έχω πετύχει, πιστεύω, το εντελώς προσωπικό μου ύφος ή τουλάχιστον αυτό το συμπέρασμα βγάζω από την αξιολόγηση των κριτικών τέχνης. Δεν έχω είδωλα, ο επαγγελματισμός και τ’ όραμά μου είναι για μένα το άλφα και το ωμέγα. Και κάτι ακόμα: ο καλλιτέχνης δεν πρέπει να πέφτει θύμα αυταρέσκειας ή το χειρότερο, αυτομαστιγώματος.  

-Υπάρχει κάτι στην καλλιτεχνική σου πορεία που μετανιώνεις γι’ αυτό; 

-Ναι. Αν μετανιώνω για κάτι είναι που δεν συνειδητοποίησα νωρίτερα τον καταλυτικό παράγοντα και την αξία του χρόνου. Τα προβλήματα υπήρχαν και θα υπάρχουν πάντα, οφείλουμε όμως να τ’ αντιμετωπίζουμε με τρόπους κι ελιγμούς τέτοιους που να μη μας βγάζουν εκτός πορείας.

-Βρήκες την ευτυχία; 

-Δεν θα έλεγα ότι το εγχείρημά μου μού χαρίζει την ευτυχία. Την ευθύνη, ναι. Ίσως γι’ αυτό δεν συγκαταλέγω τον εαυτό μου στους «παραγωγικούς καλλιτέχνες». Δυστυχώς, δεν έχει επιτευχθεί μέσα μου εκείνη η κατάσταση που θα μπορούσα να «παίζω» σαν τον Πικάσο, αυτό θα ήταν ευχής έργον.  

-Το όνειρό σου; 

-Το όνειρό μου; Ένας μεγάλος κήπος γεμάτος από οικόσιτα και άγρια ​​ζώα και, φυσικά, το εργαστήριο με μια μεγάλη εκθεσιακή αίθουσα. Αυτό είναι όλο… Αυτός είμαι όλος.

Απ’ τον προαύλιο κιόλας χώρο του σπιτιού του Γιαννούλη, παρότι δείχνει συγκρατημένος, αρχίζει ν’ αλλάζει η χροιά της φωνής του. σιγά-σιγά χαμηλώνει ώσπου εισέρχεται στον κραδασμό που μέσα του θα σμίξουν οι Μήδειες και οι Σάτυροι με τον Κένταυρο και την Πηνελόπη, θ’ ανταμώσουν οι Περσεφόνες, σ’ έναν χορό αρχετύπων, σ’ ένα ξέβρασμα του συλλογικού ασυνειδήτου στ’ ανοιχτά. Η λιπόσαρκη, σαν το κερί που λιώνει, μορφή τον καλεί, πίσω και πέρα από τα πράγματα, στο άδυτο που αξιώνονται ελάχιστα μάτια.  Τον αφήνω μόνο να σμίξει με τις παρατεταμένες σιωπές και το «αναίτιο», όπως το χαρακτήριζαν, νευρικό γέλιο του Χαλεπά που αλλάζει τώρα σε συνωμοτικό χαμόγελο βλέποντάς τον ν’ αγγίζει τα ταπεινά του αντικείμενα, το σιδερένιο κρεβάτι, τα χαραγμένα στον τοίχο σχέδια, τα προσχέδια, τα ξύλινα σκεύη στην κουζίνα, το καπέλο, το φτωχικό κουστούμι, τα γλυπτά, τα ημιτελή μαρμάρινα ανάγλυφα που, όπως μου είπε αργότερα, «ίσως τα άφησε έτσι για να εγείρουν τη σκέψη πάνω στο κομβικό σημείο όπου διασταυρώνονται ο ρεαλισμός του νησιού με τον ευαίσθητο, πονεμένο, μυθιστορηματικό κόσμο του Χαλεπά, σαν το, αναμεσίς ζωής και θανάτου, ανεξήγητο μειδίαμα της Κοιμωμένης». 

*Τίτλος εξίσου ενός εκ των διασημοτέρων γλυπτών του Ροντέν αλλά και, αργότερα, του Μπρανκούζι. Το γήινο «Φιλί» του Ωγκύστ κοντραστάρεται και αντισταθμίζεται από το «Φιλί» που ο Κονσταντίν αλιεύει από το Πεδίο των Ιδεών του Πλάτωνα, σμιλεύοντας, ουσιαστικά, τον Ερμαφρόδιτο.   

**Το περίφημο γλυπτό του Μπρανκούζι που δίχασε κοινό και κριτικούς και αποτέλεσε ορόσημο του καλλιτέχνη. Δανείζεται γι’ αυτό το όνομα ενός θαυματουργού πουλιού της Ρουμάνικης μυθολογίας. Το θέμα «Πουλί» θα επανέλθει σε πολυάριθμες παραλλαγές στην καλλιτεχνική του πορεία.