Εχουμε γράψει κι άλλες φορές ότι όσο πλούσια είναι η ελληνική γη σε αρχαιολογικά ευρήματα άλλο τόσο είναι και οι θάλασσές μας. Στις 12 Αυγούστου, ολοκληρώθηκε η έρευνα που ξεκίνησε έναν μήνα πριν (11 Ιουλίου) στον όρμο της Κοιλάδας στην Αργολίδα.
Σύμφωνα με τα προκαταρκτικά αποτελέσματα, ο οικισμός της Εποχής του Χαλκού, που χρονολογείται στην πρωτοελλαδική περίοδο (μέσα 3ης χιλιετίας π.Χ.) και είχε εντοπιστεί το 2015, παρουσιάζει μεγαλύτερη πολυπλοκότητα και μέγεθος από ό,τι είχε εκτιμηθεί αρχικά, ενώ εκτείνεται τουλάχιστον σε 20 στρέμματα.
Κατά την υποβρύχια ανασκαφή, έγινε δοκιμαστική τομή εντός του οικισμού στην εξωτερική παρειά ενός τοίχου της πρωτοελλαδικής ΙΙ περιόδου και αποκάλυψε παχύ στρώμα με κεραμική που χρονολογείται στην πρωτοελλαδική Ι περίοδο (αρχές της 3ης χιλιετίας π.Χ.) ή και πρωιμότερα.
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε υπό τη διεύθυνση της δρος Αγγελικής Σίμωσι, προϊσταμένης της Εφορείας Εναλίων Αρχαιοτήτων, και του καθηγητή Karl Reber, διευθυντή της Ελβετικής Αρχαιολογικής Σχολής. Υπεύθυνοι πεδίου ήταν η καταδυόμενη αρχαιολόγος της ΕΕΑ Δέσποινα Κουτσούμπα και ο λέκτορας του Πανεπιστημίου της Γενεύης Julien Beck.
Το ερευνητικό πρόγραμμα «Ορμος της Κοιλάδας» έχει σκοπό να εντοπίσει ίχνη ανθρώπινης δραστηριότητας κατά την προϊστορική περίοδο στη νοτιοανατολική περιοχή του Αργολικού Κόλπου, γύρω από το σπήλαιο Φράγχθι, όπου έχουν βρεθεί σημαντικά προϊστορικά κατάλοιπα. Το καλοκαίρι του 2015 βρέθηκε σε βάθος 1-3 μ. στον όρμο της παραλίας του Λαμπαγιαννά ο οχυρωμένος οικισμός της Εποχής του Χαλκού.
Σκοπός του φετινού προγράμματος ήταν να αναζητηθούν τα όρια του οικισμού στον χώρο και τον χρόνο.
Οπως μας ενημέρωσε το υπουργείο Πολιτισμού, «η έρευνα ξεκίνησε με υποβρύχια τοπογραφική αποτύπωση και γεωφυσικές μετρήσεις, μαγνητική διασκόπηση και ηλεκτρική τομογραφία, ώστε να αποτυπωθεί το ορατό τμήμα του οικισμού και να αναζητηθούν κατασκευές που πιθανόν βρίσκονται κάτω από τον αμμώδη πυθμένα και τον αιγιαλό».
Το πρόγραμμα «Ορμος της Κοιλάδας» πραγματοποιείται με τη συνεργασία της Εφορείας Εναλίων Αρχαιοτήτων και του Πανεπιστημίου της Γενεύης, υπό την αιγίδα της Ελβετικής Αρχαιολογικής Σχολής, και θα συνεχιστεί με τοπογραφική αποτύπωση, γεωφυσικές έρευνες και υποβρύχιες τομές σε μεγαλύτερο τμήμα του οικισμού.
