Η πολύχρονη δικαστική διαμάχη γύρω από τα χειρόγραφα του Φραντς Κάφκα τελείωσε με θριαμβευτή το κράτος του Ισραήλ ή μάλλον την ίδια την ανθρωπότητα.
Διότι το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας αποφάσισε ότι οι θησαυροί που είχε αφήσει μετά τον θάνατό του (1924) στον φίλο του Μαξ Μπροντ με την εντολή να τους κάψει, δηλαδή όλο του το έργο, κι αυτός παρακούοντας τους έσωσε, ανήκουν στην Εθνική Βιβλιοθήκη του Ισραήλ και όχι στην οικογένεια Χόφε, που τους κρατούσε κλειδωμένους σε τραπεζικές θυρίδες στο Ισραήλ και την Ελβετία και πότε πότε τους πουλούσε σε συλλέκτες!
Η ιστορία είναι εντελώς καφκική. Ο ανυπάκουος Μαξ Μπροντ, στον οποίο χρωστάμε ό,τι γνώση έχουμε σήμερα για το μεγαλειώδες έργο του Κάφκα -αυτός το εξέδωσε και το παρουσίασε-, όταν οι ναζί μπήκαν το 1939 στην Τσεχοσλοβακία κατέφυγε για να γλιτώσει στην Παλαιστίνη.
Και πήρε μαζί του το αρχείο Κάφκα. Οταν πέθανε το 1968 τα ντοκουμέντα του Κάφκα πέρασαν σαν κληρονομιά στη γραμματέα του, Εστερ Χόφε, με τον όρο, όμως, να τα παραδώσει «στο Εβραϊκό Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ, στη Δημοτική Βιβλιοθήκη του Τελ Αβίβ ή σε κάποιον άλλον οργανισμό στο Ισραήλ ή στο εξωτερικό».
Η Χόφε τα κράτησε και τα μοιράστηκε με τις δύο κόρες της.
Μετά τον θάνατό της το 2007, η δικαστική διαμάχη φούντωσε.
Το 2009 το κράτος του Ισραήλ τα διεκδίκησε από την κόρη της Εύα, απαιτώντας να τηρηθεί η επιθυμία του Μαξ Μπροντ.
Αυτή αντιστάθηκε επί χρόνια, με ό,τι νομικό μέσο διέθετε, υποστηρίζοντας ότι τα χειρόγραφα, αξίας εκατομμυρίων δολαρίων, είχαν δοθεί στη μητέρα της και μπορούσε να τα κάνει ό,τι θέλει.
Για παράδειγμα, είχε πουλήσει τα πρωτότυπα χειρόγραφα της «Δίκης» για 2 εκατομμύρια δολάρια.
Σ’ αυτή την απαράδεκτη κατάσταση έδωσε τέλος η ισραηλινή Δικαιοσύνη. «Ο Μαξ Μπροντ δεν ήθελε η περιουσία του να πουλιέται στην καλύτερη τιμή, αλλά να βρει τη θέση που της αρμόζει σε έναν λογοτεχνικό και πολιτιστικό οργανισμό», τονίζει η απόφαση του δικαστηρίου.
Και διέταξε την Εύα Χόφε να παραδώσει τα χειρόγραφα.
