Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η νοτιοαφρικανική ομάδα Third World Bunfight έρχεται στις 22 και 23 Ιουλίου στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών παρουσιάζοντας την όπερα «Μάκμπεθ» του Τζ. Βέρντι. Μια αλλιώτικη όπερα, αφού ο σκηνοθέτης Μπρετ Μπέιλι την τοποθετεί καταμεσής ενός εμφύλιου πολέμου στο Κονγκό, συνδέοντας το έργο του Σέξπιρ με τη σύγχρονη ιστορία.

Μια πραγματική ιστορία με διπλές εθνικές προδοσίες, ένοπλες συμμορίες, ακραία βία, ξέφρενο λαθρεμπόριο, ματωμένα ορυχεία τα οποία εποφθαλμιούν πανίσχυρες πολυεθνικές εταιρείες αποσκοπώντας στον έλεγχο ενός «χρυσού» μεταλλεύματος, του κολτανίου.

Το 80% των κοιτασμάτων αυτού του ορυκτού βρίσκονται στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό. Πάνω από 4 εκατομμύρια άνθρωποι έχουν χάσει τη ζωή τους πολεμώντας στην κεντρική Αφρική για την απόκτηση του κολτανίου, πολύτιμου στην κατασκευή κινητών τηλεφώνων, υπολογιστών και χιλιάδων ηλεκτρικών ειδών.

Η εξόρυξή του έχει μετατρέψει εδώ και χρόνια μια ορεινή περιοχή ζούγκλας σε πεδίο ένοπλων συγκρούσεων μεταξύ του κονγκολέζικου στρατού και έξι γειτονικών χωρών, καθώς και πολλών οπλισμένων φυλών τους. Κάποτε μπήκαν στο παιχνίδι οι πολυεθνικές που πληρώνοντας και παρέχοντας όπλα στις αντιμαχόμενες φυλές απέκτησαν πρόσβαση στις εξορύξεις, διαιωνίζοντας τον πόλεμο μέχρι σήμερα.

«Ενας άνθρωπος των πολυεθνικών στο Κονγκό είναι ο Μάκμπεθ», λέει ο Μπρετ Μπέιλι, «που αναρριχήθηκε στην εξουσία σκοτώνοντας τον νόμιμο βασιλιά. Και οι μάγισσες εδώ εμφανίζονται ως εκπρόσωποι των εταιρειών. Με κοστούμια μπίζνεσμεν, αλλά και με στοιχεία που αναφέρονται στα εγκλήματα των Βέλγων όταν το Κονγκό ήταν αποικία τους. Με εξιτάρει αυτό το κομμάτι της ιστορίας που αφορά τα ορυχεία, την εκμετάλλευση των εργατών, τους πρόσφυγες, τον πόλεμο για το κολτάνιο.

Τα τελευταία είκοσι χρόνια, τα θύματα στη Δημοκρατία του Κονγκό ξεπερνούν σε αριθμό αυτά του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά δεν είναι ευρέως γνωστό γιατί τα ευρωπαϊκά μέσα δεν ασχολούνται. Ο πόλεμος στη Συρία κλέβει τα φώτα της δημοσιότητας, η Αφρική είναι μακριά.

Ετοιμάζοντας την παράσταση με όχημα τον “Μάκμπεθ”, το βασικό ερώτημα που με απασχόλησε ήταν ποιος διηγείται την ιστορία. Το έργο λοιπόν παρουσιάζει μια ομάδα προσφύγων στο Κονγκό. Είναι όλοι στο πίσω μέρος της σκηνής και κάθε φορά ένας απ’ αυτούς έρχεται μπροστά, φοράει το κοστούμι του ρόλου και μετά πηγαίνει ξανά στη θέση του».

• Εχετε δουλέψει πάνω στο συγκεκριμένο έργο άλλες δύο φορές.

Το 2001 μου ανατέθηκε να κάνω μια όπερα. Ψάχνοντας βρήκα ότι η ιστορία του Μάκμπεθ συνδεόταν με ό,τι ήθελα να αφηγηθώ για το Κονγκό. Η πρώτη εκδοχή ήταν με φοιτητές, απλοϊκή στη μορφή της. Το 2007 το επιχείρησα ξανά στο πλαίσιο του Φεστιβάλ στο Κέιπ Τάουν με άλλον τρόπο. Η ομάδα των μουσικών και ο μαέστρος με τους οποίους δούλευα τότε είχαν μια συντηρητική αντίληψη για την παράσταση, δεν μπορούσα να κάνω ό,τι ακριβώς σκεφτόμουν.

Σ’ αυτή την τρίτη εκδοχή βγήκε ό,τι είχα στο μυαλό μου. Για να βρω τον συνθέτη Φαμπρίτσιο Κασόλ, μου πήρε έναν χρόνο. Αναζητούσα κάποιον με εμπειρία μουσικής από το θέατρο, με αίσθηση της αφρικανικής μουσικής, του ποπ στοιχείου. Δεν ήθελα να προσκολληθεί στο αυστηρό της όπερας αλλά να την πειράξει λίγο. Μετακίνησα σκηνές, η τελική διάρκεια έγινε 100 λεπτά, σμίκρυνα το σχήμα σε 10 τραγουδιστές και 12 μουσικούς.

• Μια διαβαλκανική ορχήστρα επί σκηνής, η «No Borders Orchestra».

Μια ορχήστρα χωρίς σύνορα, με μέλη από τη Σλοβενία, την Κροατία, τη Σερβία, τη Μακεδονία. Μετά το τέλος του εμφυλίου στη Γιουγκοσλαβία, η ορχήστρα ενώθηκε. Οι ηθοποιοί είναι Νοτιοαφρικανοί. Οι μαύροι καλλιτέχνες μεγαλώνουν τραγουδώντας γκόσπελ. Από παιδιά μαθαίνουν τις αρμονίες, έχουν εκπαίδευση λυρικού θεάτρου, είναι εξαιρετικοί τραγουδιστές, αλλά δύσκολα μπορούν να εργαστούν.

Στις ηλικίες από 19 μέχρι 35 χρόνων η ανεργία στη Ν. Αφρική είναι πάνω από 45%. Δεν λειτουργεί κάποιος κρατικός φορέας για τις τέχνες. Σε όλη τη χώρα δεν υπάρχουν πραγματικοί θεατρικοί οργανισμοί. Οι ελάχιστες χορηγίες και οι περιοδείες με παραγωγές δικές τους είναι ένας τρόπος επιβίωσης.

• Πριν από λίγους μήνες παρουσιάστηκε στην Αθήνα από τη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση η έκθεσή σας «Exhibit B» με θέμα τον ρατσισμό και συγκλόνισε το κοινό.

Ο κόσμος συμπεριφέρεται, όπως είναι φυσικό, συναισθηματικά. Το ίδιο γίνεται σε κάθε πόλη, από τη Μόσχα και το Αμστερνταμ ώς την Αθήνα. Οι Κορεάτες, π.χ. χωρίς καμιά ενημέρωση, είχαν ακριβώς την ίδια συμπεριφορά. Ταυτίστηκαν συνδυάζοντας την ιστορία που έβλεπαν με το δικό τους πρόβλημα με τους Ιάπωνες.

Είναι γεγονός ότι στις ευρωπαϊκές χώρες που είχαν αποικίες, όπως η Αγγλία, οι άνθρωποι, παρακολουθώντας την εγκατάσταση, νιώθουν μια εθνική ντροπή. Στο Λονδίνο υπήρξαν κάποιες διαμαρτυρίες. Το επιχείρημα ήταν γιατί ένας λευκός βάζει ξανά τους μαύρους σ’ αυτή τη θέση, δηλαδή τους ξανακάνει, μ’ έναν τρόπο, «θύματα».

Εγώ σκοπίμως επέλεξα να είναι σιωπηλοί ώστε να «ακουστεί» το σχόλιο: «Πού είναι οι φωνές για να εκπροσωπήσουν αυτό τον κόσμο;» Αντιδρούσαν σαν να έβλεπαν μια φωτογραφία, όχι την αλήθεια. Είναι κατανοητή η στάση, την υπαγορεύει το θυμικό απέναντι στο τρομερό γεγονός. Σκέφτηκα τότε ότι θα ήταν ωραίο να προσθέσω την αντίδραση των Λονδρέζων στην έκθεση…

• Σας κινητοποιούν συχνά θέματα που αφορούν την προσφυγιά, την εκμετάλλευση, τη φτώχεια.

Δεν γίνεται να υποτιμάς την κοινωνική κατάσταση μέσα στην οποία ζεις. Είμαστε σε εποχή όπου οι άνθρωποι μεταναστεύουν κατά χιλιάδες, το κλίμα αλλάζει επικίνδυνα, σύνορα χωρίζουν έθνη, η φτώχεια και η εξαθλίωση μεγεθύνονται για τους πολλούς. Την περίοδο που άλλαζε το σύστημα στη Ν. Αφρική ο κόσμος χαιρόταν, ήλπιζε. Και 20 χρόνια μετά έχουμε πολιτική και οικονομική κρίση.

Μου αρέσει πάρα πολύ να φτιάχνω θέατρο αλλά δεν μου αρέσει να παρακολουθώ θέατρο. Βλέπω όμως πολύ κινηματογράφο. Είμαι περισσότερο εικαστικός καλλιτέχνης. Σχεδίασα την παράσταση σκηνή σκηνή στο photoshop σαν να πρόκειται για σειρά installation χωρίς να λείπει η δραματουργική συνέχεια. Αντιμετώπισα όλα τα μέρη της κάθε ένα χωριστά. Δεν μου αρέσει πολύ η διαδικασία της δραματουργίας όσο το να αφηγούμαι μια ιστορία μέσα από εικόνες έτσι που να αγγίζουν τον θεατή.

Η παράσταση αφορά τους ειδικούς της όπερας αλλά κι όσους δεν έχουν σχέση μαζί της. Μισώ τους υπέρτιτλους αλλά ζήτησα από τους αρμόδιους η μετάφραση να γίνει από το αγγλικό κείμενο. Ηθελα τη γλώσσα λίγο άγρια, έτσι όπως τη μιλούν τις νύχτες στην Ομόνοια. Για παράδειγμα όταν ο Μάκμπεθ αποκαλεί τη γυναίκα του «μωρό μου» να αποδοθεί με την αντίστοιχη ελληνική λέξη.

• Εχετε έρθει κι άλλες φορές στη χώρα μας. Πώς σας φαίνεται;

Είναι η τέταρτη φορά μέσα σ’ έναν χρόνο. Η Αθήνα έχει μια τρέλα, μου αρέσει η μείξη πραγμάτων. Βλέπεις από αρχαιότητες μέχρι κτίρια του 19ου αιώνα και μετά τις άσχημες, σύγχρονες κατασκευές. Μου αρέσει όταν κατεβαίνουν τα ρολά στα μαγαζιά τη νύχτα που είναι ζωγραφισμένα με γκράφιτι.

Στη μια στάση του μετρό βλέπεις την πλατεία Βικτωρίας γεμάτη μετανάστες και στην επόμενη, στο Μοναστηράκι, βρίσκεσαι ανάμεσα σε εκατοντάδες τουρίστες και μικροπωλητές που πουλάνε ένα βραχιολάκι για 50 λεπτά. Απολαμβάνω τη θέα του Παρθενώνα παρόλο που δεν έχω ανεβεί στην Ακρόπολη.

Μου αρκεί να τον βλέπω. Οταν έγινε η πρόταση από το Φεστιβάλ Αθηνών, ήθελα πολύ να ανταποκριθούμε. Δεν ήταν εύκολο γιατί έπρεπε να συντονιστούν όλοι οι συντελεστές. Αγαπώ την Ελλάδα, ήθελα να έρθει εδώ η παράσταση.

Είναι ωραίο να ετοιμάζεις μια δημιουργία και μετά να γίνεσαι απλά ένας σερβιτόρος που την προσφέρει ξανά και ξανά. Τελικά νιώθω ευγνωμοσύνη για την καταστροφή που προκάλεσε ο Γιαν Φαμπρ με το πρόγραμμά του, αλλιώς ο «Μάκμπεθ» δεν θα ερχόταν…

• Αισθανθήκατε την οικονομική κρίση;

Τον περασμένο Δεκέμβριο που ήρθα στην Αθήνα, έχοντας ακούσει τόσα, πίστευα ότι θα δω εικόνα της παλιάς Ανατολικής Γερμανίας. Κατεβαίνοντας την Ερμού χάζευα τις βιτρίνες με δεκάδες ξένες φίρμες όπως σε κάθε ευρωπαϊκή πρωτεύουσα. Εβλεπα κόσμο με τσάντες στο χέρι, γεμάτα εστιατόρια και μπαρ. Καταλαβαίνω όμως ότι υπάρχουν δύο ταχύτητες.

Πλούσιοι και πολύ περισσότεροι φτωχοί. Είδα κλειστά μαγαζιά, ένιωσα την κρίση. Πήγα στη Μονεμβασιά, στην Ελαφόνησο. Η επαρχία είναι διαφορετική από τα αστικά κέντρα, οι άνθρωποι μιλάνε περισσότερο. Συνάντησα ευγενείς, γλυκούς ανθρώπους.

Το ίδιο και στη Λέσβο. Οι Ελληνες πολιτικολογούν, είναι δε σίγουροι για την άποψή τους. «Ετσι πρέπει να γίνει», «αυτό είναι σωστό», δεν σηκώνουν αντίρρηση… Είναι σαν τους Βραζιλιάνους, όχι τόσο σέξι αλλά σίγουρα πολύ παθιασμένοι.

• Μεγαλώσατε στη διάρκεια του απαρτχάιντ…

Γεννήθηκα το 1967 και μεγάλωσα ακριβώς εκείνη την περίοδο. Επαιρνα κάθε πρωί το τρένο για να πάω στο σχολείο, μια απόσταση 20 λεπτών. Το τρένο είχε οκτώ βαγόνια. Τα τέσσερα πρώτα ήταν Α’ θέσης για τους λευκούς και τα άλλα τέσσερα Γ’ θέσης. Δεν υπήρχε Β’ θέση… Επίσης στο ταχυδρομείο, σε όλες τις υπηρεσίες, υπήρχε διαχωρισμός. Ακόμα και στην παραλία συνέβαινε το ίδιο.

• Ενα παιδί που βιώνει τον ρατσισμό ως δεδομένη κατάσταση πώς και πότε αφυπνίζεται;

Ηταν δύσκολο να συνειδητοποιήσεις αυτή την επιβεβλημένη φυλετική διάκριση, δεν είχες τρόπο. Τα μέσα ενημέρωσης ήταν απολύτως ελεγχόμενα από το καθεστώς, οι δάσκαλοι δούλευαν με συγκεκριμένα προγράμματα της κυβέρνησης.

Κι έπειτα, ναι, όταν είσαι μικρό παιδί, νομίζεις ότι έτσι πρέπει να είναι τα πράγματα. Τα βιώνεις ως κανονικά. Αρχισα να προβληματίζομαι στα τελευταία χρόνια του σχολείου και στο πανεπιστήμιο είχα πλέον ξεκάθαρη άποψη για το θέμα. Μετά τον Μαντέλα άλλαξε η κατάσταση, αλλά όχι και στον οικονομικό τομέα. Η μεσαία τάξη διευρύνθηκε, όμως η εργατική τάξη των μαύρων εξακολουθεί να ζει στην καταπίεση. Η οικονομία βρίσκεται ακόμα στα χέρια των λευκών.

• Θεωρείτε τους Ελληνες ρατσιστές;

Αναρωτιέμαι πώς είναι να είσαι μαύρος στην Ελλάδα… Στην Αθήνα, όταν έκανα τις συνεντεύξεις με μετανάστες για την έκθεση, ένιωσα ότι έχουν δεχτεί ρατσιστική αντιμετώπιση. Εφερναν συνεχώς το θέμα της υπηκοότητας. Δεν έχουν χαρτιά για άδεια παραμονής. Κάποιος δηλαδή έχει γεννηθεί στην Τανζανία, έχει ζήσει εκεί τρεις εβδομάδες, αλλά τριάντα χρόνια στην Ελλάδα, και αντιμετωπίζεται ως Τανζανός.

Αποχαιρετήσαμε τον Μπρετ Μπέιλι. Εκείνος θα πήγαινε σε κάποιο ξενοδοχείο στην πλατεία Βικτωρίας όπου ακτιβιστές είχαν φροντίσει να μεταφερθούν εκεί πρόσφυγες. «Ακόμα πιο χρήσιμο είναι να δημιουργηθούν δομές ώστε να μπορούν οι ίδιοι οι πρόσφυγες να εξυπηρετούνται. Να νιώθουν πως είναι χρήσιμοι μέσα στο 24ωρο» μας είπε.

INFO: Μέγαρο Μουσικής – Αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη, τηλ.: 210 7282000. «Μάκμπεθ» του Τζ. Βέρντι. Σύλληψη-σχεδιασμός-σκηνοθεσία: Μπρετ Μπέιλι. Μουσική: Φαμπρίτσιο Κασόλ. Μουσική διεύθυνση: Πρέμιλ Πέτροβιτς. 22-23 Ιουλίου στις 21.00.