Ξεχάστε τις χαριτωμένες rom-com, τους ερωτευμένους που, καλοντυμένοι, πίνουν καφέ στα ακριβά παρισινά μπιστρό με υπόκρουση το «La Vie en Rose» από την Grace Jones, τους Αγίους Βαλεντίνους, τους στρουμπουλούς ερωτιδείς, τα ροζ αρκουδάκια. Ο έρωτας στο κουίρ σύμπαν του νέου μυθιστορήματος «Ο συμβολισμός της λεοπάρδαλης» (εκδ. Μεταίχμιο) της Λένας Κιτσοπούλου είναι κατάμαυρος, δαγκώνει, ξεσκίζει, μαχαιρώνει και το μόνο χαριτωμένο ζωάκι που εμπλέκει βρίσκεται νεκρό καταμεσής ενός δρόμου με χυμένα έντερα στην άσφαλτο.

Φυσικά. Η Κιτσοπούλου, χωρίς να εγκαταλείψει το θέατρο, επέστρεψε στην πεζογραφία (είχε από το ’15 αν δεν κάνω λάθος να βγάλει καινούργιο βιβλίο), διατηρώντας πλήρη κι ανέπαφο τον δημιουργικό της εαυτό και τη συνήθεια να λέει, με αυθάδεια και ωμότητα, αλήθειες που πονάνε, εξοργίζουν, ταράζουν τα έθη κι ερεθίζουν τα ήθη. Εδώ πραγματεύεται πολυεπίπεδα δύσκολα κοινωνικά θέματα απ’ όσα κάνουν «τζιζ».
Μια γυναικοκτονία, αν και δεν φαίνεται να είναι τέτοια. Εναν ανελέητο όσο κι ανθεκτικό έρωτα μεταξύ μιας 12χρονης κι ενός άνδρα 20 χρόνια μεγαλύτερού της που οδηγεί κυριολεκτικά στην αυτοκαταστροφική τρέλα. Τη μετάβαση μιας γυναίκας -που παρ’ όλα αυτά δεν είναι λεσβία- σε άνδρα. Και προσωπικά δεν μπορώ να θυμηθώ εύκολα άλλον ήρωα στην πρόσφατη ελληνική βιβλιογραφία που να γεννήθηκε κορίτσι και να επέλεξε στην πορεία και με τη βοήθεια της ιατρικής να γίνει άνδρας (η γυναικεία ομοφυλοφιλία, ο γυναικείος τραβεστισμός και το κουίρ παραμένουν βέβαια θέματα ταμπού, ένα περίκλειστο «δωμάτιο» εντός ενός ευρύτερου συστήματος αιτημάτων ισότητας της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας).
Πραγματεύεται ακόμα την έκφραση του γυναικείου έρωτα καταλύοντας -επιτέλους- όλα τα στερεότυπα και μαζί τις αποχρώσεις και του ροζ και του περιβόητου γκρι. Οι γυναίκες -ναι, και οι όμορφες καλλίγραμμες, κομψές και γυμνασμένες- μπορεί και να εξευτελίζονται, να ταπεινώνονται, να πίνουν μέχρι γελοιοποιήσεως, να κάνουν εμετό, να μην πλυθούν για μέρες, να διασύρονται δημόσια αυτοβούλως, να χαχανίζουν, να λένε ανοησίες, να κλαίνε, να σέρνονται στα χαλίκια εκλιπαρώντας. Και όπως οποιοσδήποτε άλλος ερωτευμένος, μπορεί στη μοναξιά και την απόγνωσή τους να καταφεύγουν σε απελπισμένους και συνειρμικούς μονολόγους βρίζοντας τα θεία και την τύχη τους. Διότι ένα από τα καλύτερα, τα ευφυέστερα σημεία αυτού του μυθιστορήματος είναι οι στιγμές που η Κιτσοπούλου αναπαράγει τέτοιους θραυσματικούς, φλεγόμενους, παρανοϊκούς εσωτερικούς μονολόγους των κεντρικών της ηρώων.
Και όπως ισοπεδώνει κάθε στερεότυπο στους ήρωες και τις ηρωίδες της (ο ωραίος ξένος «Λάμπρος» προϋπήρξε η γνωστή «Κική», η καλλονή «Χριστίνα» σέρνεται στον απόλυτο αυτοεξευτελισμό, ο μοναδικός που της δείχνει θαυμασμό και γνήσιο έρωτα, ο «Σάκης», θα ανατρέψει βίαια τις εντυπώσεις μας, ο βενζινάς «Θανάσης», νυν οικογενειάρχης, πρώην ωραίος με χαίτη και συμπεριφορά βαρύμαγκα, ερωτεύτηκε κάποτε το αδιανόητο και απαγορευμένο), έτσι ισοπεδώνει και το σκηνικό και μαζί κάθε στερεότυπο. Οι μεγάλοι, μοιραίοι, ακραίοι έρωτες δεν συμβαίνουν μόνο σε αριστοκρατικά σπίτια, στις ράγες ενός τρένου από τη Μόσχα, στην Τοσκάνη ή στο κέντρο της Αθήνας.
Συμβαίνουν και σε ένα παρατημένο χωριό με μία καφετέρια-μπαρ και με καμία προοπτική. Περιφέρονται στα κωλόμπαρα της διπλανής κωμόπολης και στον κόσμο της νύχτας. Καταγράφουν τα αδιέξοδα της σύγχρονης ελληνικής επαρχίας. Συναντούν κορίτσια σαν τη Μυρτώ της Κεφαλονιάς και την τρανς «Ολίβια». Χαρίζουν -όπως επιμένει το γνωστό μαύρο χιούμορ της Κιτσοπούλου- όχι λουλούδια, αλλά πολτοποιητές χειρός. Ούτως ή άλλως η Ελλάδα της Κιτσοπούλου είναι σαν την παράγραφο που απομόνωσαν από τις σκέψεις του κεντρικού ήρωα-ίδας οι εκδόσεις «Μεταίχμιο» για το «αυτί» του βιβλίου:
«Μ’ άρεσε η ελληνική επαρχία, η αίσθηση της βλαχιάς ακόμα και στα κόκκινα νέον της Σπάρτης. Μ’ άρεσαν οι λεοπάρ ρόμπες από τους Κινέζους, η βλάχικη προφορά σε άτομα που η όψη τους ήταν πακιστανική ή σλάβικη ή αλβανική, αλλά η προφορά τους πελοποννήσια. Μ’ άρεσε οτιδήποτε είχε να μου προσφέρει η Ελλάδα των σκυλιών, των κακών πλαστικών επεμβάσεων και των καφενείων. Τα ελληνικά ανάπηρα γατιά. Τα βγαλμένα τους μάτια και η καλοσύνη τους. Μ’ άρεσαν. Τα ελληνικά σκουπίδια πεταμένα έξω από τους κάδους. Η ελληνική σκόνη πάνω στις γυαλιστερές μπάρες. Μ’ άρεσε το μισογεμάτο ποτήρι με το κατουρλιό δίπλα στον φραπέ με το μασημένο καλαμάκι. Μ’ άρεσε η νύχτα όταν μπλεκόταν με τη μέρα. Και το ανάποδο. Τα γεμάτα τασάκια. Το χρώμα του κραγιόν στις σβησμένες γόπες». Κι εμένα μ’ αρέσει η Κιτσοπούλου για τον τρόπο της να τσακίζει με τον κασμά κάθε πολιτική ορθότητα, κάθε πεποίθηση και κάθε στερεότυπο. Υπάρχουν και φορές που με εκνευρίζει ή και με εξοργίζει, πράγμα που επίσης ξέρει να κάνει εξαιρετικά καλά. Μου αρέσει όμως και γι’ αυτή τη μετωπική ματιά, το πλάγιο και μαύρο χιούμορ, το -χωρίς φόβο, μόνο με πάθος- θράσος της να αναποδογυρίζει όλα τα τοτέμ, τις πεποιθήσεις και τα στερεότυπα. Σε αυτό το μυθιστόρημα μου αρέσει ακόμα περισσότερο γιατί αρπάζει βίαια το τρίτο Στάσιμο της «Αντιγόνης» από τα χέρια της Βουγιουκλάκη και το πετάει τσαλακωμένο αλλά άθικτο σε περιεχόμενο στην πλατεία του χωριού της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας.
ΥΓ. Το επόμενο θεατρικό ραντεβού της Λένας Κιτσοπούλου μετά τον «Σωσμένο» του Μποντ, σε σκηνοθεσία Βασίλη Μπισμπίκη, είναι στο Φεστιβάλ Αθηνών, στην Πειραιώς 260, όταν 20-22 Ιουλίου θα σκηνοθετήσει και θα παίξει στις «Βάκχες», σε μια παράσταση με ζωντανό τραγούδι από τον Λευτέρη Πανταζή.
