ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ναταλί Χατζηαντωνίου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ταυτισμένη με το μπρίο ή, στον αντίποδα, τη δραματικότητα και τις μεγάλες σκηνικές «χειρονομίες», διαθέτοντας θεατρογενείς αρετές δηλαδή, υποδειγματική σκηνική άνεση και μια εξαιρετική φωνή, η Μαρινέλλα έγινε «μύθος» όχι μόνο ως μια καλή λαϊκή τραγουδίστρια, αλλά κυρίως ως μια συνολική «εντύπωση», μια showwoman ελληνικών προδιαγραφών δηλαδή που αναβάθμιζε την έννοια του λαϊκού ειδώλου. Αλλωστε η πάντα εξαιρετικά προσεγμένη εμφάνιση, η ενδυματολογική της καλαισθησία, η αρμονική κινησιολογία και η θεατρικότητά της έρχονταν σε αντίθεση με το παλαιότερο, επιβεβλημένο πρότυπο της λιτής, καθιστής και στατικής εικόνας που είχαν οι περισσότερες τραγουδίστριες τις χρυσές εποχές του λαϊκού.

Η Μαρινέλλα ήταν μια ντίβα χωρίς βίτσια ντίβας – αντίθετα, διατήρησε την προσήνεια και τη γνήσια λαϊκότητα της καταβολής της. Δεν ήταν ούτε καν μόνο γι’ αυτό που ξεχώρισε: η σκηνική της «ανεξαρτητοποίηση», η γυναικεία αυτοδιάθεση, η ισχυρή άποψη ήταν προσωπικές κατακτήσεις σε καιρούς και χώρους σφόδρα ανδροκρατούμενους. Μην ξεχνάμε ότι πήγε κάποτε κόντρα ακόμα και στη στερεότυπη άποψη του συντρόφου της, μέντορα και πατριάρχη του λαϊκού Στέλιου Καζαντζίδη για το πώς οφείλει να εμφανίζεται μια καθωσπρέπει ερμηνεύτρια: ο ίδιος την είχε παρατηρήσει όταν εκείνη φόρεσε φούστα πάνω από το γόνατο: «Εσύ δεν κάνεις κονσομασιόν, είσαι τραγουδίστρια», είχε διηγηθεί η Μαρινέλλα ότι της είπε. Τα επόμενα χρόνια η ίδια θα γινόταν και ενδυματολογικό πρότυπο κομψότητας και σχέσης με τη μόδα, αλλά θα ήταν και η πρώτη που σηκώθηκε από την καρέκλα στη σκηνή, η πρώτη που εμφανίστηκε με παντελόνι, αλλά και η πρώτη που έκοψε κοντά τα μαλλιά της. Και βέβαια υπήρξε η κατεξοχήν διάσημη γυναίκα που τόλμησε, δεκαετία του 1970, να φέρει στον κόσμο ένα παιδί εκτός γάμου, στηρίζοντας την επιλογή της.

Δεν έκανε, όμως, πράγματα μόνον υπέρ του εαυτού της: ήταν η τραγουδίστρια που επεδίωκε την άψογη ηχοληψία, εκείνη που ζήτησε θεατρικούς προβολείς, αντικατέστησε το σπάσιμο των πιάτων με γαρδένιες, απαιτούσε αξιοπρεπή καμαρίνια για τους συνεργάτες της και, τις εποχές που τα κέντρα δούλευαν 7ήμερο, επέβαλε το κυριακάτικο ρεπό, έβαλε πλάτη για καλύτερες συνθήκες για τους μουσικούς της και βοήθησε νέους τραγουδιστές (ο Γιώργος Νταλάρας π.χ. έχει συχνά μιλήσει για την καθοριστική της συμβολή στα πρώτα του βήματα, την εποχή των εμφανίσεών τους στο «Στορκ» μέχρι και πρότινος και δεν είναι τυχαίο βέβαια ότι χθες την αποχαιρέτησε με την ιδιότητα που της απέδιδε χρόνια: «Σ’ ευχαριστώ για όλα, ΜΑΝΑ…»).

Με τον Στέλιο Καζαντζίδη
Με τον Στέλιο Καζαντζίδη

Ολα αυτά ήταν «μικρές» επαναστάσεις βελτίωσης των γενικών συνθηκών εργασίας, αλλά και μεγαλύτερες επαναστάσεις αυτοδιάθεσης και προσωπικής χάραξης μιας πορείας που τελικά δεν χρωστούσε σε κανέναν και δεν υπήρξε ετερόφωτη. Κι ας συνυπήρξε στην προσωπική της ζωή ή στην επαγγελματική της καριέρα με συντριπτικά ισχυρές και δημοφιλείς ανδρικές προσωπικότητες. Κι ας διασταυρώθηκε με εξαιρετικά σημαντικές μορφές, ανθρώπους-κλειδιά του ακροάματος, του θεάματος και της δισκογραφίας, αλλά και με όλους τους μεγάλους του τραγουδιού και του στίχου: Θεοδωράκη, Χατζιδάκι, Ξαρχάκο, Λεοντή, Μαρκόπουλο, Λοΐζο, Πλέσσα, Σπανό, Χατζηνάσιο, Γκάτσο, Παπαδόπουλο, Χριστοδούλου, Νεγρεπόντη, Πυθαγόρα κ.ά.

Κι αυτό ήταν η Μαρινέλλα που πέθανε προχθές στα 88 της χρόνια, έχοντας ζήσει τους τελευταίους μήνες μετά το επεισόδιο στο Ηρώδειο τον Σεπτέμβριο του 2024, σε μία συνθήκη ανημπόριας που δεν της ταίριαζε. Μέχρι τότε ήταν πάνω στο σανίδι, με τελευταία την εμφάνιση στο Ηρώδειο στα 86 της χρόνια, απόρροια του πείσματος μιας γυναίκας που μόλις έναν χρόνο πριν (το 2023) είχε αναγκαστεί να διακόψει τις εμφανίσεις της στο κέντρο όπου τραγουδούσε για να υποβληθεί σε εγχείρηση στο πόδι και όχι μόνον ξανασηκώθηκε γερή, αλλά προγραμμάτισε και συναυλίες (δύο στην Κύπρο και αυτήν του Ηρωδείου) είναι χαρακτηριστικό. Την τελευταία φορά βέβαια η μοίρα (ή απλά η σωματική της αντοχή) δεν της χαρίστηκε. Τελειομανής, εξωθώντας τον εαυτό της και τους συνεργάτες της στα άκρα με τις πρόβες ενόψει του Ηρωδείου (εξ ου και το περιστατικό «αποκλεισμού» την τελευταία στιγμή από τη συναυλία του Χρήστου Μάστορα που, όπως ειπώθηκε, δεν υπήρξε αρκετά συνεπής σε αυτές τις πρόβες), δεν έδωσε σημασία σε προειδοποιητικά σημάδια της υγείας της. Η στιγμή της κατάρρευσής της επί σκηνής σοκάρισε τους πάντες – και όχι μόνον όσους βρίσκονταν το βράδυ της Τετάρτης 25 Σεπτεμβρίου 2024 στο κατάμεστο Ηρώδειο. Αλλωστε το στιγμιότυπο «ταξίδεψε» σε όλη την Ελλάδα λόγω των βίντεο που τράβηξαν κάποιοι με τα κινητά τους, πυροδοτώντας αργότερα έναν διάλογο που επικαλέστηκε ανάλογα ατυχήματα διασημοτήτων, από τον Μπάιντεν μέχρι τη Μαντόνα και την Εϊμι Γουάινχαουζ. Η αλήθεια είναι ότι έκαναν πολύ καλύτερα όσοι δεν ανάρτησαν, προέβαλαν ή δημοσίευσαν το στιγμιότυπο, με σεβασμό σε ό,τι επεδίωκε να είναι σε όλη της τη ζωή η Μαρινέλλα: μια κομψή γυναίκα, όρθια, ανεξάρτητη και σταθερή πάνω στα δικά της πόδια.

Τα υπόλοιπα είναι γνωστά: υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο που της προκάλεσε αιμορραγία, νοσηλεύτηκε στο «Υγεία» έχοντας σταθερά στο πλευρό της την κόρη της, Τζωρτζίνα, από τον Φρέντυ Σερπιέρη, και τις εγγονές της, αλλά δεν μπόρεσε να επανέλθει. Εμεινε όλους τους μήνες που ακολούθησαν στο κρεβάτι, με σποραδικά και όχι αισιόδοξα νέα για την πορεία της υγείας της. Μέχρι το απόγευμα του Σαββάτου…

Η εικόνα της παραμένει όμως λαμπερή και «αρραγής». Είναι αυτή που υποστήριξε μέχρι τέλους ακόμα και σε αυτή τη συναυλία στο Ηρώδειο, όταν, βγαίνοντας στη σκηνή, ερμήνευσε α καπέλα το «Καμιά φορά (λέω ν’ αλλάξω ουρανό)» των Γ. Χατζηνάσιου – Μ. Μπουρμπούλη. Οσο για το κύκνειο άσμα της, λίγο προτού καταρρεύσει στη σκηνή, αυτό έμελλε να είναι το «Εγώ κι εσύ (Τα λόγια είναι περιττά)», τραγούδι του Τόλη Βοσκόπουλου σε στίχους Μίμη Θειόπουλου. Ηταν βέβαια το τραγούδι που είχε πρωτοερμηνεύσει η ίδια ντουέτο με τον Βοσκόπουλο το 1974, έναν χρόνο μετά τον αντισυμβατικό γάμο τους, σε εξαιρετικά κλειστό κύκλο στο Παγκράτι, όπου παντρεύτηκαν φορώντας και οι δύο τζιν. Ενα ακόμα –χαριτωμένο αυτό– επεισόδιο μιας ζωής που περιλάμβανε εκατομμύρια τέτοια, εκατοντάδες επιτυχίες, περισσότερους από 60 προσωπικούς δίσκους, δεκάδες συμμετοχές σε δίσκους άλλων, εμφανίσεις στο σινεμά, μουσικοθεατρικές παραστάσεις και σόου, βραβεία, διακρίσεις και βέβαια συνεργασίες με όλα τα μεγάλα ονόματα του ελληνικού τραγουδιού. Και όλα αυτά σε μια καριέρα που ισοδυναμούσε με δέκα ζωές. Ο Γιάννης Ξανθούλης κατάφερε πάντως να την αφηγηθεί ως μυθιστορηματική βιογραφία στο βιβλίο που κυκλοφόρησε –ας θυμίσουμε– πρόπερσι από τη «Διόπτρα» με τίτλο «Μαρινέλλα – Οι νύχτες που έγιναν μεσημέρια».

Με τον Κώστα Χατζή
Με τον Κώστα Χατζή

Η ζωή της

«Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη στις 19 Μαΐου 1938. Το σπίτι μας ήταν ένα ημιυπόγειο στο κέντρο της πόλης, συγκεκριμένα στην οδό Παλαιών Πατρών Γερμανού. Το πραγματικό μου όνομα είναι Κυριακή Παπαδοπούλου. Η “Κική”, το στερνοπούλι μιας εξαμελούς οικογένειας. Σήμερα έχουμε μείνει εγώ και η αδελφή μου, η Λούλα, και είμαστε μια γροθιά. Τους άλλους, δυστυχώς, τους χάσαμε. Σκληρές οι παιδικές μνήμες, αφού μεγάλωσα την εποχή του πολέμου, της Κατοχής και του Εμφυλίου. Ανήκω σε μια γενιά η οποία ωρίμασε γρήγορα. Ημουν παιδάκι σε χρόνια που κυριαρχούσαν οι κακουχίες, οι ελλείψεις και οι στερήσεις. Πείνα και μπόλικο κρύο που κανείς σήμερα δεν μπορεί να καταλάβει. Ναι μεν ατελείωτα παιχνίδια σε χωμάτινους δρόμους αλλά και τα πάντα μετρημένα. Από τη μια ο παράδεισος της παιδικής ηλικίας με την ανεμελιά και απ’ την άλλη η αγριότητα και οι συμφορές. Βιώματα που δεν μπορούν να ξεπεραστούν. Το σημαντικότερο ήταν, όμως, ότι το σπίτι μας ξεχείλιζε από αγάπη. Ζούσαμε φτωχικά, αλλά ευτυχισμένα. Κι αυτό οφείλεται στους γονείς μας. Μια φράση που με ακολουθεί ακόμη και σήμερα είναι: “Τι θα φάμε;”. Ξορκίζαμε τους φόβους μας με το φαγητό. Αυτή είναι μια συνήθεια που πήρα απ’ τους γονείς μου, οι οποίοι κατάγονταν από τον Πόντο και πριν έρθουν στην Ελλάδα ζούσαν στην Κωνσταντινούπολη». Ετσι ξεκινούσε η ίδια την αφήγησή της μιλώντας μόλις τον περασμένο Ιούνιο στον Γιάννη Πανταζόπουλο και τη «Lifo». Ηταν σε μία από τις σπάνιες συνεντεύξεις της – αφού ήταν γνωστό ότι γενικά τις απέφευγε.

Η οικογένειά της ήταν φτωχή (ο πατέρας της δούλευε σε έναν φούρνο και η μάνα της φρόντιζε το σπίτι) και η ίδια, το «στερνοπούλι» τους, με μια σχεδόν εγγενή άνεση στο τραγούδι και στο θέαμα. Η ίδια θυμόταν π.χ. ότι όταν ήταν παιδάκι, στις οικογενειακές συγκεντρώσεις, ο πατέρας της την ανέβαζε στο τραπέζι για να τραγουδήσει. Εκείνη την εποχή τραγούδησε τη «Φλαμουριά» («Lindenbaum») του Σούμπερτ και στο ραδιόφωνο, στην εκπομπή «Παιδική ώρα». Μεγάλωσε πηγαίνοντας στο σχολείο και παράλληλα δουλεύοντας (σε περίπτερο, κάνοντας διαφημίσεις για γνωστή τότε αλυσίδα ενδυμάτων της Θεσσαλονίκης κ.ά.). Στα 17 της, γοητευμένη από το θέατρο, ακολούθησε ένα από τα «μπουλούκια» που περιόδευαν στην επαρχία, πρώτα ως ηθοποιός και ύστερα λόγω ενός τυχαίου περιστατικού ως τραγουδίστρια: δούλευε τότε στον θίασο της Μαίρης Λωράνς, μαζί με ηθοποιούς που έκαναν τα πρώτα τους βήματα στην υποκριτική, όπως η Καραγιάννη, ο Βουτσάς κι ο Τζανετάκος, όταν αρρώστησε η τραγουδίστρια του θιάσου και η «Κική» κλήθηκε να την αντικαταστήσει. Στην παράσταση ερμήνευσε τόσο ωραία το «Μαλαγκένια», γερμανικό τραγούδι της Κατοχής, και την επιτυχία της Βέμπο «Ο άνθρωπός μου» που χρίστηκε βασική τραγουδίστρια της ομάδας.

Εναν χρόνο αργότερα είχε καταξιωθεί αρκετά ώστε να μπορεί να δουλεύει σε κέντρα πια με καλύτερη αμοιβή. Κι έτσι βρέθηκε και στο θεσσαλονικιώτικο «Πανόραμα», όπου συνεργάστηκε με τον περίφημο λαϊκό τραγουδοποιό και οργανοπαίκτη Τόλη Χάρμα, τον άνθρωπο που εμπνεύστηκε το όνομα «Μαρινέλλα»: «Η έμπνευση του ήρθε από το ομώνυμο τραγούδι του. “Κορίτσι μου, είναι δυνατό να σε βγάλουμε στο πάλκο ως Κική Παπαδοπούλου; Για τραγουδίστρια σε πήραμε, όχι για δακτυλογράφο”, μου είπε τότε και κάπως έτσι κύλησαν τα πράγματα και μέσω του Στέλιου Ζαφειρίου γνώρισα τον Στέλιο Καζαντζίδη», θυμόταν η ίδια στη «Lifo». Ηταν μια βραδιά που ο Καζαντζίδης είχε πάει να συναντήσει τον Ζαφειρίου κι έτσι την άκουσε να λέει ένα δικό του τραγούδι, «Το πιο πικρό ψωμί» του Μητσάκη…

Η χρυσή δεκαετία με τον Καζαντζίδη

Ετσι γνωρίστηκαν και δεν άργησαν να γίνουν (για τα επόμενα δέκα χρόνια) ζευγάρι στη σκηνή και στη ζωή. Μια γεύση πήραν αναμφίβολα όσοι είδαν την ταινία του Γιώργου Τσεμπερόπουλου «Υπάρχω», όπου τη Μαρινέλλα στο πλευρό του Καζαντζίδη-Χρήστου Μάστορα υποδύεται υποδειγματικά η Ασημένια Βουλιώτη. Ο Καζαντζίδης την έφερε στην Αθήνα, Νοέμβριο του 1957 (όταν έμειναν στη Νέα Ιωνία, με τη μάνα του). Μαζί ηχογράφησαν τα τραγούδια «Νίτσα, Ελενίτσα» και «Η πρώτη αγάπη σου είμαι εγώ», του Μητσάκη και πάλι, που κυκλοφόρησαν σε δίσκους 78 στροφών, με τη Μαρινέλλα να κάνει δεύτερη φωνή και μαζί κατοχύρωσαν το ισότιμο ντουέτο τους με πρώτο τραγούδι το «Τι γυρεύεις από ’μένα» των Πετσά και Βίρβου, το 1957. Οσο για το πρώτο της σόλο ήταν το τραγούδι που η δημιουργία του αποδίδεται στον Καζαντζίδη, «Ηρθα πάλι κοντά σου», με β΄ φωνή τη Γιώτα Λύδια (1959).

Παντρεύτηκαν αρκετά χρόνια αργότερα, τον Μάιο του 1964 στο Χαλάνδρι κι ενώ οι σχέσεις της Μαρινέλλας με την οικογένειά του ήταν πια από δύσκολες έως ανύπαρκτες. Μέχρι τότε όμως είχαν κάνει τεράστιες περιοδείες σε Αμερική και Αυστραλία και συναυλίες στην Κωνσταντινούπολη, είχαν ερμηνεύσει ντουέτο τραγούδια του Θεόδωρου Δερβενιώτη, του Απόστολου Καλδάρα, του Βασίλη Τσιτσάνη, της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου, του Κώστα Βίρβου κ.ά. Είχαν κάνει εμφανίσεις σε ταινίες – με πρώτη την κωμωδία του Ροβήρου Μανθούλη «Η κυρία δήμαρχος» όπου ερμήνευαν μαζί τα περίφημα «Για μας ποτέ μην ξημερώσει» και «Ζιγκουάλα». Και είχαν προσθέσει στο βιογραφικό τους δύο εμβληματικές συνεργασίες που θ’ αποδεικνύονταν και ιστορικές: η πρώτη ήταν Μάρτιο του 1961 όταν στο «Κεντρικόν» ερμήνευσαν τέσσερα τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι («Αθήνα», «Κουρασμένο παλληκάρι», «Ο κυρ Αντώνης», «Το πέλαγο είναι βαθύ») και έξι του Μίκη Θεοδωράκη («Βράχο βράχο τον καημό μου», «Παράπονο», «Ο μετανάστης», «Καημός», «Σαββατόβραδο» και «Εχω μια αγάπη»). Εκεί μάλιστα ο Χατζιδάκις, ακούγοντάς τη στην πρόβα, τη χαρακτήρισε «Μαρίκα Νίνου στη βελτιωμένη εκδοχή της». Η δεύτερη συνεργασία ήταν την επόμενη χρονιά στο «Παρκ» για την «Ομορφη πόλη» του Μίκη σε κείμενα του Μποστ.

Μέχρι τον γάμο τους ακολούθησαν ακόμα εμφανίσεις στο θέατρο «Ακροπόλ», στο «Παρκ» ξανά με τον Χατζηχρήστο, στο σινεμά, σε περίφημα κέντρα της εποχής, όπως στην «Τριάνα του Χειλά», και βέβαια δίσκοι και συνεργασίες –είτε μαζί είτε κατά μόνας– από τον Δερβενιώτη έως τον Λεοντή, με μερικούς από τους σημαντικότερους συνθέτες και τραγουδοποιούς της εποχής.

Ο γάμος τους δεν έμελλε να διαρκέσει πολύ. Στις αρχές του 1965 ο Καζαντζίδης πήρε την απόφαση να σταματήσει τις εμφανίσεις και Σεπτέμβριο του 1966 χώρισαν, ενώ συναντήθηκαν δισκογραφικά για τελευταία φορά το 1968, ηχογραφώντας έναν τελευταίο κοινό δίσκο 33 στροφών. «Παντρεμένοι ήμασταν μόνο δύο χρόνια. Χωρίσαμε γιατί αυτός δεν ήθελε να δουλεύει, εγώ το αντίθετο. Παραμείναμε, όμως, πολύ καλοί φίλοι μέχρι το τέλος», έλεγε η Μαρινέλλα, κάνοντας τον απολογισμό μιας 10ετίας που την εκτόξευσε στα άστρα και της έμαθε πολλά: «Αναμφίβολα, δίπλα του έμαθα πώς να χρησιμοποιώ το φωνητικό μου μέταλλο, την καθαρότητα των φράσεων των τραγουδιών και την ορθοφωνία».

Από το 1966 η Μαρινέλλα δεν έχει πια τη σιγουριά του ντουέτου. Τη βοηθάει όμως πολύ πρώτα ο Γιώργος Κατσαρός και ακολουθούν οι Γιώργος Ζαμπέτας, Γιάννης Μαρκόπουλος, Μάνος Λοΐζος, Χρήστος Λεοντής, Μίμης Πλέσσας. Τότε κυκλοφορεί τα πρώτα της 45άρια («Τα παλληκάρια», «Εκλαψα χθες», «Ασε με να σ’ αγαπήσω», «Ο χαμός» κ.ά.), αν και χωρίς μεγάλη επιτυχία.

Δύο τραγούδια, δύο «σταθμοί»

Οι δύο σταθμοί που μεταμόρφωσαν τη Μαρινέλλα σε μια εντελώς αυθύπαρκτη σταρ της λαϊκής μουσικής σκηνής ήταν δύο τραγούδια:

● Το «Σταλιά σταλιά» του Γιώργου Ζαμπέτα που, σε στίχους Διονύση Τζεφρώνη, προοριζόταν για την Αλίκη Βουγιουκλάκη. Εκείνη θα το πρωτοερμήνευε στην ταινία «Η κόρη μου η σοσιαλίστρια», αλλά… «“Τι είναι αυτό; Να το δώσεις να το πει ο Καζαντζίδης”, είπε η Αλίκη στον Ζαμπέτα. Εκείνη τη μέρα, συμπτωματικά, ήμουν στο στούντιο και μόλις άκουσα το τραγούδι πλησίασα συνεσταλμένα τον συνθέτη και χωρίς δισταγμό του είπα: “Μανίτσα, να το πω εγώ αυτό το τραγούδι;”. Κι έτσι, αυτό ήταν το πρώτο προσωπικό μου άλμπουμ μετά τον χωρισμό μου με τον Στέλιο Καζαντζίδη. Την ίδια χρονιά, εμφανίστηκα στην “Παλιά Αθήνα” της Πλάκας δίπλα στους Δημήτρη Μητροπάνο, Κλειώ Δενάρδου, Σόφη Ζαννίνου».

● Το «Ανοιξε πέτρα» του Μίμη Πλέσσα σε στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου. Το 1968 ο Γιάννης Δαλιανίδης προετοιμάζοντας το περίφημο μιούζικαλ «Γοργόνες και μάγκες» σκέφτηκε να βάλει τη Μαρινέλλα να τραγουδήσει ζωντανά σε κάποια σκηνή. Ο Μίμης Πλέσσας της έγραψε λοιπόν ένα τραγούδι πιο μοντέρνο, το «Πες μου πού πας», που ο Δαλιανίδης δεν ενέκρινε καθόλου για τη φωνή της. Ετσι επιστρατεύτηκε και ο Παπαδόπουλος και γράφτηκε η διαχρονική της επιτυχία, «ένα τραγούδι που κάθε φορά, όπου και να βρίσκομαι, μου ζητούν να το πω. Καμιά φορά, αν δεν το κάνω, γίνεται χαμός. Αλλά δεν χαλάω χατίρι».

Με τον Τόλη Βοσκόπουλο
Με τον Τόλη Βοσκόπουλο

Χατζής, Βοσκόπουλος και διεθνής απογείωση

Στις δεκάδες σπουδαίες συνεργασίες η ίδια ξεχώριζε με ιδιαίτερη νοσταλγία και αγάπη την περίοδο που τραγουδούσαν μαζί με τον Χατζή στις μπουάτ της Πλάκας. Δεκαετία του 1970 δηλαδή. «Τότε παρουσιάσαμε το πρόγραμμα “Ρεσιτάλ” με 52 καινούργια τραγούδια, τα “Τρελός ή παλικάρι”, “Γλυκό της νιότης μου πουλί”, “Ολος ο κόσμος είσαι εσύ”, “Σ’ αγαπώ”, “Σύνορα η αγάπη δε γνωρίζει”, “Η αγάπη όλα τα υπομένει” – ένας τριπλός δίσκος που κυκλοφόρησε το Πάσχα του ’76 και πούλησε 500.000 αντίτυπα. Μέχρι και σήμερα ανήκει στους δέκα εμπορικότερους ελληνικούς δίσκους όλων των εποχών. Με τον Κώστα συνεργαστήκαμε ξανά το 1980 στον δίσκο “Το ταμ-ταμ” και το 1987 στον δίσκο “Συνάντηση”», έλεγε στον Γιάννη Πανταζόπουλο.

Ηδη από τα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας η Μαρινέλλα έχει αρχίσει να κερδίζει και διεθνή αναγνώριση: «Ανεξίτηλες συναντήσεις της ζωής μου; Τι να πρωτοθυμηθώ. Σίγουρα ανθρώπους που γνώρισα όταν στα τέλη της δεκαετίας του ’60 δούλευα στο θρυλικό Stork, το οποίο ήταν στην παραλιακή. Εκεί είχα την απροσδόκητη χαρά να ’ρθει να με ακούσει η Ινγκριντ Μπέργκμαν. Ενα άλλο βράδυ είχε έρθει ο Φρανκ Σινάτρα. Μάλιστα, δήλωσε εντυπωσιασμένος απ’ τη φωνή και την παρουσία μου και είπε: “Αν αυτή η γυναίκα βρισκόταν στην Αμερική, σε δυο μήνες θα ήταν το πρώτο όνομα”. Αλησμόνητο ήταν και το ταξίδι στο Ιράν, όπου συνάντησα τον σάχη της Περσίας. Μου ζήτησε να τραγουδήσω σε ένα πρωτοχρονιάτικο ρεβεγιόν στο θέρετρό του, ένα νησί στον Περσικό Κόλπο που ονομαζόταν Κις».

Το 1974 στο Μπράιτον της Αγγλίας, όπου συμμετείχε στη Eurovision με το «Κρασί, θάλασσα και τ’ αγόρι μου» | AP PHOTO
Το 1974 στο Μπράιτον της Αγγλίας, όπου συμμετείχε στη Eurovision με το «Κρασί, θάλασσα και τ’ αγόρι μου» | AP PHOTO

Η διεθνής αποθέωση συνεχίζεται και τη δεκαετία του 1970. Κάνει εμφανίσεις από τις Κάνες έως το Ρίο ντε Τζανέιρο, εμφανίζεται σε προγράμματα του BBC, ηχογραφεί τραγούδια του Χατζιδάκι (σε δεύτερη εκτέλεση τα «Ενας μύθος», «Οδός ονείρων» και «Ο ταχυδρόμος πέθανε») και του Ακη Πάνου [«Πυρετός (Κάθε γνωριμία)» και «Κοίτα με στα μάτια»], αναφέρεται από ξένα Μέσα (το Billboard π.χ.) ως «η Μαρινέλλα από την Ελλάδα που κυριαρχεί στη νυχτερινή Αθήνα».

Σε μια παράθεση επιτυχιών, τραγουδιών και δίσκων που πράγματι είναι αδύνατο να τα αναφέρεις όλα στο μικρό αφιέρωμα μιας εφημερίδας, αξιομνημόνευτα γεγονότα στη ζωή της από αυτή τη δεκαετία (αν εξαιρέσεις το ότι εκπροσώπησε την Ελλάδα στην πρώτη μας συμμετοχή στη Eurovision, το 1974 στο Μπράιτον, με το τραγούδι του Γιώργου Κατσαρού «Κρασί, θάλασσα και τ’ αγόρι μου» σε στίχους Πυθαγόρα) είναι βέβαια: α) το 1973 η, εκτός γάμου, γέννηση της μοναχοκόρης της, Τζωρτζίνας (Γεωργία-Χριστίνα) Σερπιέρη, από τη σχέση της με τον πρωταθλητή Ελλάδας στην ιππασία Φρέντυ Σερπιέρη και β) την ίδια χρονιά ο γάμος της με τον Τόλη Βοσκόπουλο. Μαζί εμφανίστηκαν στη «Νεράιδα» και μοιράστηκαν δύο μεγάλους δίσκους («Μαρινέλλα & Βοσκόπουλος» και «Εγώ κι εσύ»), ενώ τις περισσότερες φορές μέσα στα επόμενα χρόνια συνόδευε ο ένας τον άλλο στους προσωπικούς τους δίσκους. Ο γάμος τους κράτησε μέχρι το 1981.

EUROKINISSI
EUROKINISSI
Η κατάρρευση της Μαρινέλλας επί σκηνής το 2024 και η βιασύνη με την οποία κυκλοφόρησαν τα σχετικά βίντεο άνοιξαν έναν δημόσιο διάλογο όσον αφορά την ευαισθησία και τον σεβασμό στην ιδιωτικότητα, αξίες που τείνουν να εκλείψουν | EUROKINISSI
Η κατάρρευση της Μαρινέλλας επί σκηνής το 2024 και η βιασύνη με την οποία κυκλοφόρησαν τα σχετικά βίντεο άνοιξαν έναν δημόσιο διάλογο όσον αφορά την ευαισθησία και τον σεβασμό στην ιδιωτικότητα, αξίες που τείνουν να εκλείψουν | EUROKINISSI

Οι τελευταίες δεκαετίες

Εξίσου πολυπρόσωπα, λαμπερά, καλειδοσκοπικά, πλήρη εμπειριών, γνωριμιών, αναγνώρισης είναι και τα επόμενα χρόνια. Σταδιακά τα μικρότερα ή μεγαλύτερα κέντρα της πρώτης της εποχής αντικαθίστανται από χώρους σαν το «Ρεξ» κι από θεσμούς σαν το Ηρώδειο ή το Μέγαρο Μουσικής. Δεν λέει όμως όχι και σε μικρότερης κλίμακας θεάματα με υψηλά ποιοτικά στάνταρ. Οι συνεργάτες της αντικαθίστανται από τους πιο ταλαντούχους των νεότερων γενιών: Κραουνάκης, Αντύπας, Νικολακοπούλου, Θεοφάνους κ.ά. Και από τους νεότερους τραγουδιστές που έρχονται σταδιακά: από την Αλεξίου, τη Γαλάνη, την Πρωτοψάλτη, την Τσανακλίδου, τον Πάριο, την Αρβανιτάκη, την Τσαλιγοπούλου μέχρι την Αννα Βίσση, τον Αντώνη Ρέμο ή τον αγαπημένο της (και άσο στη μίμησή της) Τάκη Ζαχαράτο.

Διατηρεί τις σχέσεις ζωής, όπως π.χ. με τον Γιώργο Νταλάρα, με τον οποίο το 2002 κάνουν σειρά εμφανίσεων στα Μέγαρα Μουσικής Αθηνών και Θεσσαλονίκης και μετά περιοδεία σε Κύπρο, ΗΠΑ, Καναδά, Αγγλία και Αυστραλία. Για να φτάσει το άστρο της και μέχρι τους New York Times: «Η Μαρινέλλα είναι μια εξέχουσα μορφή στην ελληνική λαϊκή μουσική. Η φωνή της ήταν γήινη και δυνατή και η παρουσία της αντάξια μιας ντίβας του θεάτρου σαν χόρευε με βήματα σκερτσόζικα ή εξέφραζε μεγαλοπρεπώς τα πάθη της», περιέγραφε ο εκστασιασμένος δημοσιογράφος της αμερικανικής εφημερίδας.

Δύο χρόνια νωρίτερα έχει τολμήσει και την πρώτη της συνεργασία ως ηθοποιού στην τηλεόραση, πρωταγωνιστώντας, ύστερα από πρόταση του σκηνοθέτη Κώστα Κουτσομύτη, στην τηλεοπτική μεταφορά του βιβλίου «Υστερα ήρθαν οι μέλισσες» του Γιάννη Ξανθούλη. Εκεί η Μαρινέλλα επέστρεψε στα βιώματα της εφηβείας της, καθώς υποδύθηκε τη Μαρίκα Σουέζ, μια θεατρίνα ενός ιδιότυπου μπουλουκιού που έδινε παραστάσεις σε λουτροπόλεις εξαθλιωμένες από τους πολέμους, στα χρόνια του Εμφυλίου. Η σειρά προβλήθηκε από την ΕΤ1, ενώ τα περίφημα τραγούδια της σειράς έγραψε ο Σταμάτης Κραουνάκης.

Αύγουστο του 2004 έρχεται η συμμετοχή της σε δύο πολύ ξεχωριστές εκδηλώσεις: πρώτα στη συναυλία του Μίκη Θεοδωράκη στα εγκαίνια της γέφυρας Ρίου – Αντιρρίου, όπου ερμήνευσε σόλο το τραγούδι «Δρόμοι παλιοί» σε ποίηση Αναγνωστάκη και τα τραγούδια «Βράχο βράχο τον καημό μου» και «Παράπονο» με τον Γιώργο Νταλάρα. Και λίγες μέρες μετά, στην Τελετή Λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας, τραγουδώντας μεταξύ άλλων το τραγούδι του Χαράλαμπου Βασιλειάδη «Αναψε το τσιγάρο».

Οι επιτυχίες της συνεχίστηκαν ακατάβλητα, ανοίγοντας την «γκάμα» τους και σε καινούργιες εμπειρίες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η μουσικοθεατρική παράσταση «Μαρινέλλα – Το μιούζικαλ» των Ρέππα – Παπαθανασίου στο «Παλλάς», που με την ίδια πρωταγωνίστρια μιας εκδοχής της ζωής της όπως τη σκηνοθετούσε ο Σταμάτης Φασουλής, έκανε τον θεατρικό κριτικό Κώστα Γεωργουσόπουλο να υπογράψει έναν ύμνο: «Η Μαρινέλλα είναι µια Σειρήνα, σαν τις οµηρικές, που µπορεί να αναστατώσει και να σαγηνεύσει και τον τυφλό και τον κουφό, τον τυφλό µε τη φωνή, τον κουφό µε το λάλο, κυριολεκτικά, άγαλµα. Ω! ναι, έχουµε κι εµείς την Πιαφ και την Γκάρλαντ και το µιούζικαλ που της αξίζει…».

Η Μαρινέλλα μέχρι εδώ δεν απουσίασε ουσιαστικά καμία δεκαετία, καμία σεζόν, από καμία γενιά. Δεν άφησε το βάρος της ηλικίας να την καταβάλει. Πάνω στη σκηνή πήγε κόντρα ακόμα και στις επιταγές του χρόνου. Κάτω από αυτήν, ακολούθησε όμως τους ρυθμούς του: «Ξυπνώ», έλεγε τον Ιούνιο στον Πανταζόπουλο, «πολύ πρωί γιατί ακόμα μου αρέσει να χαίρομαι τη μέρα και δεν θέλω να περνά αναξιοποίητα ο χρόνος. Ζούμε μαζί με την αδελφή μου, την κόρη μου, τον άντρα της και τα εγγόνια μου, τον Δημήτρη και τη Μελίνα. Μου αρέσει να φροντίζω τα φυτά μου, να απολαμβάνω το φως του ήλιου, να τακτοποιώ τους χώρους του σπιτιού. Κατοικώ εδώ περισσότερο από σαράντα χρόνια. Αγόρασα το σπίτι από τη Ρένα Βλαχοπούλου, αλλά το ανακαίνισα πλήρως. Διακοπές πηγαίνουμε σε ένα εξοχικό που έχουμε στη Χαλκιδική δίπλα στη θάλασσα. Εχουμε κάθε μέρα τις δικές μας ιεροτελεστίες. Γελάμε, κολυμπάμε, μαγειρεύουμε, στιγμές καθημερινής ευτυχίας […]. Επίσης, στη διάρκεια της μέρας θα ακούσω σίγουρα κλασική μουσική. Είναι κάτι που με ηρεμεί, ειδικά οι μελωδίες του Σοπέν και του Μπετόβεν». Κι ακόμα αναγνώριζε: «Δόξα τω Θεώ, έχω περάσει ωραία στη ζωή μου.

Νιώθω πλήρης βιωμάτων και εμπειριών. Και το καλύτερο είναι ότι εξακολουθώ να κάνω πράξη όσα με ευχαριστούν. Σημασία στη ζωή έχει να πορευόμαστε με ισχυρή θέληση και βούληση για δράση. Να διατηρούμε, παρά τις δυσκολίες και τα εμπόδια, μια αισιόδοξη οπτική. Να αξιοποιούμε την κάθε μέρα, βρε παιδί μου. […]. Είμαι κυρία του εαυτού μου. Γι’ αυτό και δεν φοβάμαι το βιολογικό τέλος, ούτε τον θάνατο. Είναι αναπόφευκτος. Κανείς δεν ξέρει πότε θα τον επισκεφθεί. Και, φυσικά, ουδείς γλιτώνει. Αυτό που με τρομάζει είναι η ανημποριά και η καθήλωση που μπορεί να σου προκαλέσει μια αρρώστια»…

Πολιτικοί «αποχαιρετισμοί»

Αναμένοντας χθες το απόγευμα την απόφαση της οικογένειάς της για τον τρόπο και τον τόπο της κηδείας της Μαρινέλλας, διαβάσαμε τα συλλυπητήρια μηνύματα σύσσωμου του πολιτικού κόσμου.

■ Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Κωνσταντίνος Τασούλας, εξέφρασε τα θερμά του συλλυπητήρια για τον θάνατο της Μαρινέλλας επισημαίνοντας μεταξύ άλλων πως εκείνη «άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού. Υπήρξε κορυφαία ερμηνεύτρια που τίμησε την τέχνη, σεβάστηκε τους δημιουργούς που την εμπιστεύτηκαν και άγγιξε τις διαδοχικές γενιές που την αγάπησαν για τη φωνή, για την προσωπικότητα και για το ήθος της […]».

■ O πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης αντίστοιχα δήλωσε μεταξύ άλλων πως «στο εξής, η μνήμη της ανεπανάληπτης Μαρινέλλας περνά στα χείλη των Ελληνίδων και των Ελλήνων, που πάντα θα σιγοψιθυρίζουν τις μελωδίες της. Με αυτές, άλλωστε, μεγάλωσαν πολλές γενιές στην πατρίδα μας. Ανάμεσά τους και η δική μου, καθώς οι μεγάλες επιτυχίες της υπήρξαν από τα πρώτα μουσικά μου ακούσματα. Σε ένα σπίτι, μάλιστα, όπου οι γονείς μου ήταν από τους πιο πιστούς και διαχρονικούς θαυμαστές της. Θαυμαστής της, όμως, έγινα, αργότερα και εγώ. Παρατηρώντας την εξέλιξή της στο πεντάγραμμο, αλλά και τη σεμνή παρουσία της στην κοινωνική ζωή. Μία ξεχωριστή προσωπικότητα στον χώρο της που ωστόσο θέλησε να μείνει απλή και ανθρώπινη. Και μία γυναίκα τολμηρή, που διεκδίκησε με πάθος το όνειρό της, διδάσκοντας όχι μόνο τέχνη, αλλά και ήθος στη σκηνή. Κάτι που διαπίστωσα όταν την γνώρισα από κοντά, παρακολουθώντας και όλες τις τελευταίες εμφανίσεις της […]».

■ Η υπουργός Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη, αποχαιρέτησε «με θλίψη και αισθήματα απώλειας» τη Μαρινέλλα, «τη μεγάλη καλλιτέχνιδα, την εξέχουσα ερμηνεύτρια της ελληνικής λαϊκής μουσικής, αλλά ταυτόχρονα κι έναν εξαιρετικά ευαίσθητο άνθρωπο, που για σχεδόν 70 χρόνια κυριάρχησε στο λαϊκό μας τραγούδι, το οποίο της χρωστά πολλά, ακόμη και την ανανέωσή του. […] Οι ερμηνείες της Μαρινέλλας που διέτρεξαν 70 χρόνια καλλιτεχνικής δημιουργίας θα αποτελούν ψηφίδες της σύγχρονης ιστορίας μας. Μας αφήνει ένα βαθύ καλλιτεχνικό αποτύπωμα, ένα τεράστιο ερμηνευτικό έργο, αλλά και τη μνήμη μιας ζωντανής και θαρραλέας γυναίκας, που έγραψε ιστορία, διευρύνοντας και επιβάλλοντας τη γυναικεία παρουσία στην ποιοτική λαϊκή διασκέδαση».

Συλλυπητήριες δηλώσεις έκαναν και ο πρόεδρος της Βουλής, Νικήτας Κακλαμάνης, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, Νίκος Ανδρουλάκης, ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ., Σωκράτης Φάμελλος, το ΚΚΕ κ.ά.

Η καλλιτεχνική «οικογένεια»

Ισως ακόμα μεγαλύτερη σημασία έχει ο τρόπος, γνήσια συναισθηματικός, που υποκλίθηκε σε εκείνη για τελευταία φορά το «σινάφι» της. «Μαρινέλλα μου, δε θα χαθείς ποτέ από τις ζωές μας. Θυμάμαι πάντα με αγάπη τα πρώτα μας βήματα. Καλό ταξίδι, αγαπημένη μου, με απέραντο θαυμασμό, Νάνα», έγραψε η Νάνα Μούσχουρη σε ποστ της που το συνόδευσε με φωτογραφίες τους από την εμφάνισή τους μαζί στην εκπομπή του BBC «Presenting Nana Mouskouri» το 1971, όταν τραγούδησαν το «Μινόρε της αυγής». «Δεν ξέρω τι λόγια να πω για να σε αποχαιρετήσω λατρεμένη μορφή. Ολα είναι κατώτερα του μεγέθους σου. Αιώνια η μνήμη σου αδελφή μας» έγραψε και η Χαρούλα Αλεξίου. Ανάλογης τρυφερότητας, θαυμασμού και εκτίμησης ήταν οι αποχαιρετισμοί των Στ. Κραουνάκη, Ελ. Αρβανιτάκη, Αλ. Πρωτοψάλτη κ.ά.