ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ναταλί Χατζηαντωνίου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μέσα στο προηγούμενο διήμερο έφυγε εκείνη που έγινε κατ’ αρχάς γνωστή ως ερμηνεύτρια του Μίκη, ως ηθοποιός και τελικά ως συγγραφέας μυθιστορημάτων που γνώρισαν τεράστια επιτυχία όταν γυρίστηκαν σε σειρές για την τηλεόραση, η σπουδαία αρχαιολόγος των Κυκλάδων και ιδιαίτερα της Αμοργού και η -πολιτογραφημένη Μεσσήνια- τραγουδίστρια και τραγουδοποιός που λάτρεψε τη χώρα μας και τη μουσική της

Τρεις σπουδαίες γυναίκες, τρεις μεγάλες απώλειες «μέτρησε» αυτές τις ημέρες ο χώρος της τέχνης και της αρχαιολογικής επιστήμης. Η πολύπλευρη και πολυτάλαντη Ντόρα Γιαννακοπούλου πέθανε στα 88 της χρόνια. Η καθηγήτρια Αρχαιολογίας, με σημαντικότατο έργο στο πεδίο και στην έρευνα, Λίλα Μαραγκού, πέθανε στα 87 της χρόνια. Και η ερμηνεύτρια και μουσικός Klaudia Delmer «έφυγε» πολύ γρήγορα από επιθετικό καρκίνο στο πάγκρεας και κηδεύτηκε χθες αφήνοντας πίσω της τον σύζυγό της, εικονογράφο, σκιτσογράφο και graphic designer Λαυρέντη Χωραΐτη και τα τέσσερα παιδιά τους με τα οποία ζούσαν μόνιμα στη δυτική ακτή της Μεσσηνίας.

Το όνομα της Ντόρας Γιαννακοπούλου ίσως να ανακαλεί στους περισσότερους τη μουσική και τα τραγούδια που είχε γράψει ο Μίκης πάνω στην ποίηση του Brendan Behan για την ιστορική παράσταση «Ενας όμηρος» του 1962 στο Κυκλικό Θέατρο, σε σκηνοθεσία Λεωνίδα Τριβιζά και σκηνικά Γιάννη Τσαρούχη, ή την «Ομορφη Πόλη» και τις ιστορικές βραδιές στις μπουάτ της Πλάκας. Εχουμε την «αέρινη» φωνή της στα αυτιά μας καθώς ερμηνεύει το «Γελαστό Παιδί» ή «Του Μικρού Βοριά» από τις «Μικρές Κυκλάδες» σε ποίηση Ελύτη. Δεν ήταν όμως μόνον τραγουδίστρια η Γιαννακοπούλου. Ηταν μια πολύπλευρη καλλιτεχνική προσωπικότητα που έβρισκε χώρο έκφρασης άλλοτε στη θεατρική σκηνή και τη δισκογραφία, άλλοτε στο σινεμά και άλλοτε στη συγγραφή: μην ξεχνάμε ότι δικά της μυθιστορήματα ήταν «Η πρόβα του νυφικού» (Καστανιώτης, 1993) και «Ο μεγάλος θυμός» (Καστανιώτης, 1996), που έγιναν πολύ επιτυχημένες σειρές για την τηλεόραση, το πρώτο στον ΑΝΤ1 και το δεύτερο στο MEGA, σε σκηνοθεσία Κώστα Κουτσομύτη.

H Nτόρα Γιαννακοπούλου γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Mυτιλήνη ως Θεοδώρα Κοτοπούλη. Σπούδασε θέατρο και μόλις ολοκλήρωσε τις σπουδές της στην Αθήνα, εμφανίστηκε στο σινεμά, ενώ επιλέχθηκε για να παίξει και να τραγουδήσει στο «Ενας όμηρος». Κι ήταν αυτή η παρουσία της εκεί που αποδείχτηκε καταλυτική για τη συνέχεια. Ετσι η Γιαννακοπούλου άρχισε μια παράλληλη καριέρα στο θέατρο και στο τραγούδι, με εμφανίσεις στη σκηνή, στις μπουάτ της Πλάκας, αλλά και στο σινεμά όπου έπαιξε κατά καιρούς στις ταινίες «Τα σκαλοπάτια της ζωής», «Οι σκανδαλιάρηδες», «Το μεροκάματο του πόνου», «Εκλαψα πικρά για σένα», κλείνοντας την κινηματογραφική της παρουσία το 1965 με τις ταινίες «Καταιγίδα» και «Ξαναγύρισε κοντά μου».

Αντιδικτατορική δράση

Εντυπωσιακότερη είναι η πορεία της στο τραγούδι όπου συμμετείχε βέβαια και στην ηχογράφηση των τραγουδιών του «Ομήρου». Συνέχισε με την «Ομορφη Πόλη» των Θεοδωράκη – Mποστ – Kακογιάννη, τη «Μαγική Πόλη», όταν στο «κάδρο» των μοναδικών και εκλεκτικών καλλιτεχνικών της συναντήσεων μπήκε και ο Μάνος Χατζιδάκις, και λίγο αργότερα με τις «Mικρές Kυκλάδες», πάνω στην ποίηση του Oδυσσέα Eλύτη. Στη διάρκεια της χούντας έφυγε στο εξωτερικό, όπου με μια μικρή αντιστασιακή ομάδα αντιδικτατορικής δράσης έκανε περιοδεία σε χώρες της Δυτικής και Aνατολικής Eυρώπης, αλλά και στη Ρωσία, στον Καναδά και, κυρίως, στην Ολλανδία, όπου πρωτοηχογραφήθηκαν τα «Τραγούδια της Ζάτουνας» του Μίκη. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα με τη Μεταπολίτευση, σταμάτησε σχεδόν αμέσως το θέατρο και το τραγούδι. Νωρίτερα είχε παντρευτεί σε δεύτερο γάμο τον ηθοποιό και θεατρικό κριτικό Μηνά Χρηστίδη (1925-2015) και μαζί απέκτησαν έναν γιο, τον -αργότερα επίσης γνωστό συγγραφέα- Λένο Χρηστίδη. Από τη δεκαετία του ’90 και μετά η Γιαννακοπούλου αφιερώθηκε σχεδόν αποκλειστικά στη συγγραφή, κυκλοφορώντας και τα μυθιστορήματα «Με τα μάτια του έρωτα» (1999), «Οι τρεις χήρες» (2001), που έγινε σειρά στον Alpha, «Αμαρτωλέ μου άγγελε» (2002), «Ερως μετ’ εμποδίων» (2004), «Το μενταγιόν» (2007), «Ενοχα μυστικά» (2009) και «Πεθαίνω για σένα» (2011), όλα αυτά από τις εκδόσεις Καστανιώτη, και «Στον Γκρεμό» (2013) από τις εκδόσεις Διόπτρα. Τελευταίο της βιβλίο έμελλε να είναι η αυτοβιογραφική της αφήγηση «Μια ζωή σαν πρόβα» (Καστανιώτης, 2015), γραμμένο «σαν χρονικό μιας οικογένειας, αλλά και σαν απόσπασμα από το αφήγημα της σύγχρονης Ελλάδας», με αφετηρία τη Μυτιλήνη στην οποία εγκαταστάθηκε η οικογένειά της μετά την Καταστροφή του ’22. «Η Ντόρα Γιαννακοπούλου», ανέφερε μεταξύ άλλων στη συλλυπητήρια δήλωσή της η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδωνη, «υπήρξε συνειδητή πολίτης, με κορυφαία, αναμφίβολα, στιγμή τον αγώνα της στο εξωτερικό, σε μια διεθνή σταυροφορία κατά της δικτατορίας, τραγουδώντας Μίκη Θεοδωράκη, σε όλη την Ευρώπη».

Η αρχαιολόγος Ευαγγελία-Λίλα Μαραγκού με καταγωγή από τον Μουντάδο της Τήνου είχε γεννηθεί το 1938. Σπούδασε αρχαιολογία και έκανε διδακτορική διατριβή το 1969 στο Τίμπιγκεν της Γερμανίας. Η αγάπη της για τις Κυκλάδες καθόρισε και την επιστημονική της πορεία: μαζί με τους Colin Renfrew, Φωτεινή Ζαφειροπούλου, Κωνσταντίνο Τσάκο, Χρίστο Ντούμα είχε πάρει μέρος στις έρευνες που πραγματοποιήθηκαν τις δεκαετίες του ’60 και του ’80 στο νοτιοδυτικό άκρο της Κέρου, συνέδεσε όμως κυρίως το ερευνητικό και ανασκαφικό της έργο με την Αμοργό, όπου υπήρξε επί σειρά ετών διευθύντρια των ανασκαφών στη Μινώα. Ομότιμη καθηγήτρια Κλασικής Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και μέλος του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου, αφήνει πίσω της ένα σπουδαίο βιβλιογραφικό έργο για τις Κυκλάδες. Αυτό επισήμαινε μεταξύ άλλων στο συλλυπητήριο μήνυμά της η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη: «Η συμβολή της στην αρχαιολογική έρευνα της Αμοργού υπήρξε ανεκτίμητη και διαρκής. Μετουσιώθηκε σε ένα ογκώδες συγγραφικό έργο, εκκινώντας από την Αμοργό για να εξακτινωθεί σε μια γενική εποπτεία της αρχαιοελληνικής τέχνης.

»Η Λίλα Μαραγκού αντιπροσώπευε εκείνο το σπάνιο είδος επιστήμονα, που διακρίθηκε εξίσου στην έρευνα και τη διδασκαλία, καθώς διέπλασε γενιές νέων αρχαιολόγων στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, το οποίο υπηρέτησε με αφοσίωση. Παράλληλα, χρημάτισε και η πρώτη επιστημονική υπεύθυνη του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης, καταγράφοντας και μελετώντας συστηματικά πλήθος αντικειμένων από τις συλλογές του».

Μεσόγειος

Η Klaudia Delmer, γεννημένη στη Βαρσοβία και μεγαλωμένη στη Μαδρίτη, ξεκίνησε από μικρή ηλικία τον χορό και τα μαθήματα φωνητικής. Ηρθε για πρώτη φορά σε επαφή με τον ελληνικό μουσικό πολιτισμό στη Νέα Υόρκη, όταν σπούδαζε στο Mannes College of Music κλασική μουσική και λυρικό τραγούδι και στο HB Studios υποκριτική. Κατά τη διάρκεια των σπουδών της παρακολούθησε σημαντικά master class προσωπικοτήτων της λυρικής τέχνης, όπως η Victoria de los Angeles και ο Κώστας Πασχάλης. Συμμετείχε επίσης σε παραγωγές όπερας, κέρδισε σε διαγωνισμούς τραγουδιού (όπως π.χ. στον Rosa Ponselle στο Lincoln Center της Νέας Υόρκης), ενώ πραγματοποίησε συναυλίες και ρεσιτάλ τόσο στις ΗΠΑ όσο και σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες.

Στην πορεία έχοντας τις μεσογειακές καταβολές λόγω της ισπανικής της «θητείας» ανέπτυξε μια ιδιαίτερη αγάπη για τη μεσογειακή μουσική παράδοση και κυρίως για την παράδοση της Ελλάδας. «Ετσι ήρθε στη χώρα μας όπου τραγούδησε όπερα, μιούζικαλ, έργα για φωνή και ορχήστρα, εμφανίστηκε στη Λυρική Σκηνή, στο Μέγαρο Μουσικής και στο Ηρώδειο και συνεργάστηκε με τη Συμφωνική Ορχήστρα, την Ορχήστρα Σύγχρονης Μουσικής της ΕΡΤ, την Ορχήστρα των Χρωμάτων και το Σύνολο Σύγχρονης Μουσικής της Ενωσης Ελλήνων Μουσουργών.

Υπήρξε καλλιτεχνική διευθύντρια του Φεστιβάλ Πολιτισμικών Διαλόγων Ικαρος στην Ικαρία, υπεύθυνη καλλιτεχνικού προγράμματος στην Costa Navarino, καθηγήτρια σύγχρονου τραγουδιού και ενεργή παιδαγωγός, συνεχίζοντας παράλληλα με όλα αυτά την καλλιτεχνική της έρευνα προς ένα fusion που αξιοποιούσε καίρια την ελληνική παράδοση. Το 2006 κυκλοφόρησε τον πρώτο προσωπικό της δίσκο με τίτλο Ainola, σε μουσική του Βαγγέλη Φάμπα και του Νίκου Ξυδάκη, με τραγούδια στα ελληνικά, τα ιταλικά και τα ισπανικά. Ακολούθησε ο δίσκος La Mar – Δρόμοι της Θάλασσας, σε μουσική του Μίμη Πλέσσα, με τραγούδια αφιερωμένα στη θάλασσα. Τελικά μαζί με τον σύντροφό της Λευτέρη Χωραΐτη εγκαταστάθηκαν στη Μεσσηνία όπου έζησαν αρμονικά. Εκεί στη Μαραθόπολη, στο κοιμητήριο Πετροχωρίου, έγινε χθες η κηδεία της «δίπλα στη μικρή παραλία που τόσο της άρεσε να περπατάει».