Δεν μπόρεσα να ακούσω χθες την είδηση για τον θάνατο του Αργύρη Ζήλου, χωρίς να σκεφτώ και τον Γιώργο Χαρωνίτη που κι εκείνος μας άφησε αιφνιδίως 7 μήνες νωρίτερα. Οι δυο τους ήταν ο λόγος που τρέχαμε να αγοράσουμε (πολύ προ ιστοσελίδων) το «Αθηνόραμα» για να ξεκινήσουμε την ανάγνωσή του από τις σελίδες της μουσικοκριτικής.
Προσωπικά αρκετά απ΄ όσα έγραφαν, ανακάλυπταν κι επεσήμαιναν δεν τα γνώριζα, αλλά έχοντάς τους εμπιστοσύνη, στοιχείο απολύτως απαραίτητο στις σχέσεις του αναγνώστη με τον κριτικό, έσπευδα και να τα βρω για να τα ακούσω και να τ΄ αγοράσω. Δεν συμφωνούσα βεβαια πάντα στα γούστα και δη με τον Ζήλο που το εκπαιδευμένο αυτί του έρεπε συχνά στα πιο παράδοξο, πειραματικά, ατονάλ ακροάματα της «νεοσυμφωνικής» μουσικής ή της free jazz-που απαιτούν και τα δύο πεπαιδευμένο ακροατήριο.
Κι όμως. Δεν σταματούσα να αποζητώ τα «μαθήματά» του για δισκογραφίες, κινήματα, τάσεις ή να απολαμβάνω τις διάσημες αποδομητικές ατάκες του. Ή τα κείμενά του, ακόμα κι ως δημοσιογραφικό μάθημα ενός σοφά αρχιτεκτονημένου λόγου που με μάθαινε –εκτός από μουσική– τί θα πει «προσωπικό, δημοσιογραφικό ύφος». Θα πει ν αναγνωρίζεις το κείμενο του Ζήλου ή του Χαρωνίτη ακόμα κι αν δεν έχει υπογραφή. Αργότερα θα μπορούσα πια ν αναγνωρίσω και τις μουσικές τους εμμονές – δημιουργικές εμμονές απαραίτητες στους ανθρώπους με άποψη που την υπερασπίζονται.
Αν είχαμε ταυτίσει τον Χαρωνίτη (μέχρι τέλους άλλωστε) με τη λατρεία πχ για τον Μορικόνε και τη στέρεη επιχειρηματολογία στην οποία το συναίσθημα συχνά-πυκνά παρεισέφρεε, στον Ζήλο εισέπραττα την λιτότητα, την αυστηρότητα. Όταν αποφάσιζε δε να αποδομήσει ένα μουσικό έργο ή (το καλύτερό μου) την πιο πρόσφατη δισκογραφική δουλειά ενός υπερπροβεβλημένου ειδώλου της ποπ ή και της πίστας, το έκανε σ΄ αυτά τα κείμενα της απόλυτης και θαυμαστής συμπύκνωσης με μία ειρωνεία σαν καλογυαλισμένη λεπίδα που κόβει αμετάκλητα τη σφαγίτιδα φλέβα χωρίς να καταδέχεται να στραπατσάρει τη «φάτσα» (με πολλά-πολλά λόγια ή κατωτέρου επιπέδου προσβολές).
Συχνά μάλιστα δεν αναλωνόταν καν σε κείμενο και επέλεγε μία δηλητηριώδη ατάκα-εκεί αποθέωνε και το ύφος του, «κληροδοτώντας» μας ιστορικές φράσεις οριστικής αποδόμησης και στυλ. Δεν τον συνόδευσε τυχαία μέχρι τέλους ο χαρακτηρισμός του «πιο αυστηρού» κριτικού, ούτε αυτός του πιο αμερόληπτου, ούτε κι αυτού που τα κείμενά του –όπως και αρκετοί απ΄ τους δίσκους για τους οποίους έγραφε– απαιτούσαν αναγνωστική παιδεία και αφοσίωση για να πιάσεις το νόημα. Και εκτός απ΄ όλα αυτά όταν τον διάβαζες ήσουν βέβαιος πώς όσα έγραφε δεν ήταν απότοκα μίας βιαστικής ακρόασης που θα μετακινούσε μπροστά τη βελόνα (ή θα κατέφευγε στο fast forward) ακόμα κι αν αυτό σήμαινε ότι θα έπρεπε να υποστεί μέχρι τέλους και το πιο απεχθές του ακρόαμα. Ήταν όμως ακροατής.
Τα άλλα θα τα διαβάσατε. Γεννημένος το 1952 στην Αθήνα, ο Αργύρης Ζήλος ξεκίνησε την καριέρα του το 1973 από το ιστορικό περιοδικό Ήχος του Κώστα Καββαθά, όπου εργάστηκε μέχρι το ΄92 και ως δισκοκριτικός και ως αρχισυντάκτης. Ήταν αυτός που πρώτος αντιμετώπισε και την ποπ μουσική ως είδος που οφείλει επίσης ν αντιμετωπίζεται σοβαρά από την κριτική. Το ίδιο έκανε αργότερα και στο Ποπ & Ροκ, στο Δίφωνο, το Sonik και το MiC, με τα οποία συνεργάστηκε. Και βέβαια στο «Αθηνόραμα» που εγραψε ιστορία με τις μινιμαλ, κοφτερές κριτικές του, αλλά κατέληξε –όπως κι ο Χαρωνίτης– να απολυθεί το 2011 για «λόγους περικοπών». Τα τελευταία χρόνια είχε αποσυρθεί από την ενεργό δημοσιογραφία.
Σε μία συνέντευξή του στον M.Hulot και τη Lifo είχε εξηγήσει τη φιλοσοφία του, λέγοντας: «Όταν ξεκίνησα αυτήν τη δουλειά δεν υπήρχε αυτό που λέμε «μουσική κριτική» στην Ελλάδα, ήμουν ο πρώτος που το έκανε. Πρότυπα δεν είχα, αλλά διάβαζα πάρα πολλές ξένες κριτικές και κατάλαβα εγκαίρως ότι είναι ανώφελο και βλακώδες να αντιγράψεις το ύφος ενός Εγγλέζου ή ενός Αμερικανού κριτικού, διότι εδώ, όταν γράφει κανείς μια κριτική, είτε το συνειδητοποιεί είτε όχι, στο μυαλό του έρχονται φάτσες ντόπιες και γούστα ντόπια. (…) Πολλοί με έχουν κατηγορήσει ότι έγραφα δύσκολα. Ομολογώ ότι πήρα στα σοβαρά τη δουλειά και θεώρησα ότι, μαζί με τις προτάσεις που κάνει ο γραφιάς με βάση τη μουσική –στην ουσία με βάση τη δισκογραφία–, πρέπει να πείσει ότι δεν κάνει την πλάκα του, ότι υπερασπίζεται όχι μόνο ένα γούστο αλλά και μια γλώσσα, ένα επίπεδο. Η διεθνής μουσική στην Ελλάδα ήταν παρεξηγημένη ως νεανική, ως κάτι ελαφρύ. Αισθάνθηκα ότι αυτό δεν ισχύει, αντιθέτως πρέπει να ξεκινάς από τη γλώσσα, ούτως ώστε να πείσεις, ή να υποδείξεις, ότι δεν είναι απλώς κάτι ελαφρύ».
