ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιάννης Σβώλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στις 19/7/2025 παρακολουθήσαμε στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών το ρεσιτάλ που έδωσε στο Ηρώδειο ο Δανιήλ Τριφόνοφ. Γεννημένος και μεγαλωμένος στις όχθες του Βόλγα, στο μακρινό Νίζνι-Νόβγκοροντ επί Σοβιετικής Ενωσης, με σπουδές αρχικά στη γενέτειρα του, μετά στη διάσημη Σχολή Γκνέσιν της Μόσχας και τελικά στο Ινστιτούτο Μουσικής του Κλίβελαντ των ΗΠΑ, ο Τριφόνοφ ζει από τα 17 του στις ΗΠΑ.

Πολυβραβευμένος, υπερδραστήριος και από το 2013 με εντυπωσιακή αύξουσα δισκογραφία στην Deutsche Grammophon, o σήμερα 34χρονος Ρώσος πιανίστας λογίζεται ως ένας από τους κορυφαίους ανά τον κόσμο. Συνεπώς μπορούμε να αισθανθούμε καταφανώς τυχεροί που μέσα σε λιγότερο από μια εβδομάδα ακούσαμε ζωντανά στο Ηρώδειο δύο από τους διασημότερους πιανίστες του παρόντος: Γιούτζα Ουάνγκ, Δανιήλ Τριφόνοφ, πιο διάσημοι δεν γίνεται!

Βέβαια για λόγους που πιθανότατα έχουν να κάνουν με αφανή, πρακτικά θέματα του καλλιτεχνικού χώρου, το Φεστιβάλ Αθηνών προγραμμάτισε το ρεσιτάλ του Τριφόνοφ ακριβώς επάνω στη συναυλία του Θεόδωρου Κουρεντζή στην Επίδαυρο. Ο 53χρονος Ελληνορώσος αρχιμουσικός επέλεξε να διευθύνει την πολυεθνική Utopia, «την ανεξάρτητη ορχήστρα που ίδρυσε το 2022», σε ένα πρόγραμμα αποκλειστικά με συνθέσεις του Μάλερ: τη «Συμφωνία αρ.4», σύμφωνα με ανάρτηση στον ιστότοπο του Φεστιβάλ Αθηνών τη «δημοφιλέστερη του Αυστριακού μουσουργού», και τα λυπητερά, χαμηλόφωνα «Τραγούδια για τα νεκρά παιδιά».

Η συναυλία διαφημίστηκε και αντιμετωπίστηκε ως μέγιστο καλλιτεχνικό γεγονός, προσελκύοντας άπαν το πιστό ακροατήριο του Κουρεντζή. Εν προκειμένω 15.000 ακροατές -δηλαδή τρία Ηρώδεια ή 7,5 αίθουσες του Μεγάρου Μουσικής- ανταποκρίθηκαν στην ακατανίκητη έλξη του αρχιμουσικού αστέρα και παρέστησαν ως ένθερμοι λάτρεις του Μάλερ! Τι κι αν η όλη κοσμοαντίληψη του Αυστροβοημού συνθέτη και το έργο του ουδεμία συνάφεια έχουν προς τα ακραιφνώς ελληνοκεντρικά συμφραζόμενα του αργολικού αρχαίου θεάτρου, τι κι αν η ώριμη ρομαντική μουσική του είναι προφανέστατα γραμμένη για να ακούγεται σε κλειστό χώρο! Ολα αυτά, που θα έπρεπε να είναι απολύτως αυτονόητα, αγνοήθηκαν δίχως τον παραμικρό δισταγμό εμπρός στο δέλεαρ του ακατανίκητου πειρασμού να συνδυαστούν σε αβασάνιστη σύζευξη οι δύο πολιτιστικοί «τόποι». Και βεβαίως τις αμέσως επόμενες μέρες διαβάσαμε στον έντυπο και διαδικτυακό Τύπο τις αναμενόμενες δοξολογίες για το «event». Ας είναι: έκαστος εφ’ ω ετάχθη… Απλά είναι χρήσιμο -είναι;- να γνωρίζουμε πού πατάμε, πού βρισκόμαστε και τι κάνουμε.

Οσοι φιλόμουσοι λοιπόν δεν έσπευσαν να ακούσουν Μάλερ με τον Κουρεντζή στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου γέμισαν σχεδόν στο ακέραιο το αναμαρμαρωμένο κοίλο του ρωμαϊκού ωδείου. Μαζί τους προσήλθε ένα κυρίαρχο, εντελώς τυχαίο, ετερόκλητο τουριστικό κοινό˙ δεν είναι κακό αυτό. Ο απίστευτα πολυβραβευμένος, υπερταλαντούχος Τριφόνοφ πρότεινε ένα έντονα πιανιστικό ρεπερτόριο που τίμησε ευθαρσώς τη σχέση του με τις ΗΠΑ όπου έχει πλέον εγκατασταθεί.

Ωστόσο αυτή ήταν μια μάλλον παραπλανητικά εκκεντρική και γι’ αυτό όχι τόσο ελκυστική ανθολογία επιλογών. Ξεκίνησε με τη «Σονάτα για πιάνο, έργο 80» που συνέθεσε ο 25χρονος Τσαϊκόφσκι την τελευταία του χρονιά ως μαθητής στο Ωδείο της Αγίας Πετρούπολης˙ έργο μέτριου ενδιαφέροντος, στιλιστικά κάπως στη σκιά του Σούμαν, αλλά με προδρομικά εκκολαπτόμενη αυτή που θα γινόταν αργότερα απόλυτα αναγνωρίσιμη ως υπογραφή του συνθέτη. Ακολούθησαν έξι «Βαλς» του Σοπέν, η επίσης ήσσονος ενδιαφέροντος «Σονάτα για πιάνο» (1947/49) του Αμερικανού Σάμιουελ Μπάρμπερ και η συναυλία έκλεισε με την επίσης ελάχιστα ενδιαφέρουσα «Σουίτα κοντσέρτου από το χορόδραμα Ωραία κοιμωμένη του Τσαϊκόφσκι» στη διασκευή για πιάνο του Ρώσου πιανίστα Μιχαήλ Πλετνιόφ.

Από έναν πιανιστικό αστέρα τόσο προβεβλημένο και τέτοιου διαμετρήματος σίγουρα θα άξιζε να ακούγαμε κάτι πιο ουσιαστικό και ζόρικο… Από την άλλη, οι ερμηνείες που ακούσαμε επαλήθευσαν στο ακέραιο όλους τους καταγραμμένους, υπερθετικούς χαρακτηρισμούς που έχουν συνοδεύσει διεθνώς τα ρεσιτάλ, τις συναυλίες και τις ηχογραφήσεις του Τριφόνοφ.

Στο ακρόαμα κυριάρχησαν άνεση και υπεράνθρωπη δεξιοτεχνία που κυριολεκτικά έκοβαν την ανάσα: ιλιγγιώδεις ταχύτητες, ριψοκίνδυνα κοφτές και έντονες αλλά τέλεια δοσμένες μεταπτώσεις που προσέδιδαν μια κάπως κυκλοθυμική επίγευση στις ερμηνείες, αυτάρεσκα λαμπερός ήχος, αισθαντικό πλάσιμο της μελωδικής γραμμής στον λυρικό Σοπέν, συνδυασμένο με κρυστάλλινη καθαρότητα στην άρθρωση, κορυφώσεις δυναμικής που προκαλούσαν δέος.