ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ιωάννα Σωτήρχου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Καμία λιγότερη. Καμία μόνη. Δεν είναι συνθήματα-αιτήματα. Είναι δέσμευση και προειδοποίηση. Είναι αλληλεγγύη και υποστήριξη. Είναι οι λόγοι που δεν μπορούμε να εφησυχάζουμε όταν η σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκων έχει γίνει σχεδόν καθημερινότητα και δεν υπάρχει κανένα πλαίσιο προστασίας για αυτά. Οταν οι γυναικοκτονίες τείνουν να γίνουν κανονικότητα, μια «φάση που στράβωσε» και μετέτρεψε σε δολοφόνο τον σύντροφο ή κάποιον που νόμισε ότι μπορεί να έχει δικαιώματα ιδιοκτησίας πάνω σε μια γυναίκα και μπορεί να εξασκεί κάθε είδους βία πάνω της.

Δύο είδη τέχνης ντοκουμέντου, θέατρο και κινηματογράφος, αφουγκράζονται το τραύμα, υπηρετούν τη δημόσια μνήμη, μας αποκαλύπτουν τις ανθρώπινες υπάρξεις σε βάρος των οποίων διαπράχθηκαν αποτρόπαια εγκλήματα, δίνοντας παρηγορητικό ρόλο στην αλληλεγγύη και αποτρεπτικό ρόλο στην ενημέρωση, ψηλαφώντας τη δικαιοσύνη σε μια κοινωνία που αδυνατεί να αναγνωρίσει το θύμα, αδυναμία που την καθιστά εν δυνάμει συνένοχη.

8 Μαρτίου δεν είναι μια μέρα, αλλά ένας διαρκής αγώνας, μέχρι να μη χρειάζεται πια, μέχρι να είναι μια γιορτή ελευθερίας και ισότητας, μέχρι να μην υπάρχει ούτε μία γυναίκα λιγότερη λαβωμένη από τον σύντροφό της, μέχρι να μην υπάρχει καμία μόνη απέναντι στην εξουσία και την ισχύ όσων πιστεύουν ότι μπορούν να γλιτώνουν εκμεταλλευόμενοι τη θέση ισχύος τους σε βάρος παιδιών. Είναι το κουράγιο αυτών που κατάφεραν να σπάσουν τον νόμο της σιωπής, το κουράγιο αυτών που μείναν πίσω και αγωνίζονται για το δίκιο των παιδιών τους που σκότωσαν. Είναι το κουράγιο της αξιοπρέπειας όταν αναμετράται με τον βόρβορο που ανοίγει μια χαραμάδα φωτός τα τελευταία χρόνια αφήνοντας την ελπίδα να φανεί: αυτό το μονοπάτι φωτίζει η τέχνη καταφέρνοντας να μιλά για το ανείπωτο…

«TACΚ»-Το νοτκιμαντέρ

Ποιος εφησυχασμός μάς αφήνει στην αδιαφορία μέχρι το κακό να μας χτυπήσει την πόρτα, για να συνειδητοποιήσουμε τι συμβαίνει; Είναι η κακιά η χ-ώρα που δεν παρέχει καμία προστασία στα ανήλικα; Είναι οι εμπεδωμένες σεξιστικές αντιλήψεις που δεν επιτρέπουν να αναγνωρίσουμε και να υποστηρίξουμε το θύμα; Πόσο θάρρος χρειάζεται για να αναμετρηθεί ένας άνθρωπος, ένα παιδί με το τραύμα; Φταίει το γεγονός ότι οι θύτες βρίσκονται σχεδόν πάντα σε θέση ισχύος; Κάπως έτσι αφήνονται ανυπεράσπιστα τα θύματα, να νιώθουν εκείνα λες κι έχουν κάνει κάτι κακό.

Μια πρωταθλήτρια κόσμου, ολυμπιονίκης, η Σοφία Μπεκατώρου, χρειάστηκε δεκαετίες μέχρι να βάλει σε λέξεις το ανείπωτο. «Δεν μπορούσα να με συγχωρέσω που δεν αντέδρασα, δεν τον χτύπησα, δεν το κατήγγειλα άμεσα» ήταν τα πρώτα λόγια της για το βάρος που δεν λέει να φύγει κι ας βρήκε το κουράγιο να ξεπεράσει τη δυσπιστία ακόμη και των δικών της ανθρώπων. «Πώς γίνεται ένας άνθρωπος να σε βιάζει και να μη σε πιστεύει κανένας»: είναι η φράση-κατηγορώ απέναντι σε μια κοινωνία σε εκείνη την πρώτη της συνέντευξη. Αλήθεια, πώς γκρεμίζεις τα στερεότυπα; Πώς διαρρηγνύεις τον φόβο; Πώς σπας τον νόμο της σιωπής;

Η Βάνια Τέρνερ τα τελευταία τρία χρόνια βρέθηκε κοντά στην ολυμπιονίκη που πυροδότησε το κίνημα #MeToo στην Ελλάδα και έγινε μάρτυρας της δύναμης που ενέπνευσε σε μια νεότερη αθλήτρια, την πρωταθλήτρια ιστιοπλοΐας Αμαλία, να σπάσει τη δική της σιωπή, να καταγγείλει τον πρώην προπονητή της για τη συστηματική κακοποίηση που υπέστη από εκείνον όταν ήταν παιδί, 11-13 χρόνων, διαπιστώνοντας ότι «κανείς δεν μένει αλώβητος όταν γίνεται ένας βιασμός». Εγινε μάρτυρας του σύνθετου ψυχικού τραύματος αλλά και του ψυχικού σθένους που απαιτεί ο δύσβατος δρόμος της δικαίωσης: παρακολούθησε τη δίκη-ορόσημο, την πρώτη δίκη του ελληνικού #MeToo, με τις εξουθενωτικές διαδικασίες, την απαξίωση και τα χυδαία σχόλια που βίωσε η Αμαλία, νέα γυναίκα πια, κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, καταγράφοντας όχι μόνο τη δοκιμασία αυτών που τολμούν να σταθούν όρθιες απέναντι σε ένα σαθρό σύστημα, αλλά και έναν αγώνα που μόλις ξεκίνησε.

Στο 95λεπτο ντοκιμαντέρ «TACΚ» που κάνει παγκόσμια πρεμιέρα στο 26ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης την Τρίτη 12 Μαρτίου, συμπύκνωσε αυτή την εμπειρία των τριών χρόνων και ενός υλικού που ξεπερνά τις 200 ώρες.

Tack είναι ένας όρος στη ναυσιπλοΐα που σημαίνει την αλλαγή κατεύθυνσης του σκάφους κόντρα στον άνεμο, έναν ελιγμό ανάμεσα στους αντίθετους ανέμους: σε αυτό το κομβικό σημείο του αγώνα για αλλαγή νοοτροπίας στην ελληνική κοινωνία αλλά και τη δικαστική αντιμετώπιση, δεν θα μπορούσε να βρεθεί πιο εύστοχος όρος.

Πατριαρχία, σεξισμός, έμφυλη βία, σεξουαλική κακοποίηση. Επιθέσεις γίνονταν ανέκαθεν, ωστόσο κανείς δεν τις εξέθετε: «Δεν είχαμε τα εργαλεία, ούτε το λεξιλόγιο» είναι η εξήγηση που μας δίνει η Τέρνερ για ένα βίωμα δεκαετιών που παρέμενε αόρατο.

Στο ντοκιμαντέρ αφηγείται τους σκοπέλους που συνάντησαν αυτές οι γενναίες γυναίκες, πέρα από τη διαχείριση του τραύματος, όπως είναι η μακρόσυρτη πορεία των καταγγελιών σε αρχές και αρμοδίους που, παρά τον σάλο που ξεσήκωσαν, μπορεί να μην άλλαξαν τίποτα στην Ομοσπονδία της Ιστιοπλοΐας, ταρακούνησαν όμως την ελληνική κοινωνία και τη Δικαιοσύνη, επιφέροντας ένα πλήγμα στο τείχος της σιωπής που αφήνει τους βιαστές στο απυρόβλητο. Πηγαίνοντας πέρα από τη ζωή των πρωταγωνιστριών, αναδεικνύει ένα σαθρό σύστημα ποινικής δικαιοσύνης που ουδέποτε εκπαιδεύτηκε σε θέματα έμφυλης βίας και παιδικής κακοποίησης με αποτέλεσμα, αντί να αποτελεί καταφύγιο, να επαναθυματοποιεί τα θύματα. Και εκθέτει το πόσο ευάλωτα είναι τα παιδιά και τα θύματα καθώς είναι πλήρης η απουσία προστασίας τους, γεγονός το οποίο επιτείνει η κυρίαρχη κουλτούρα, ιδίως στις επαρχιακές πόλεις, στιγματίζοντάς τα και τελικά φιμώνοντάς τα… Ρωτήσαμε τη Βάνια Τέρνερ:

● Υπάρχει κάτι μέσα σε όλη αυτή την ιστορία που κατέγραψες και το οποίο σε «σημάδεψε»;

Δεν μπορώ να ξεχωρίσω μια στιγμή. Eίναι τόσα πολλά αυτά που με σημάδεψαν. Η δικαστική οδός στην οποία μπήκε η Αμαλία ξεκίνησε τον Ιανουάριο του ‘21, το ντοκιμαντέρ ολοκληρώθηκε τον Φεβρουάριο του 2024 και τρία χρόνια αργότερα, ο αγώνας της για δικαίωση δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί. Είναι μια εξαιρετικά επώδυνη και τραυματική διαδικασία. Δυστυχώς δεν υπάρχει καμία προστασία για τα θύματα. Το θύμα αναγκάζεται να καταθέτει για ώρες και να έχει δίπλα τον βιαστή του… οι οικογένειες είναι επιθετικές – οι δικηγόροι συχνά χρησιμοποιούν τακτικές αποδόμησης της προσωπικότητας των θυμάτων αλλά και απαξίωσής τους. Ετσι εκείνα συνεχίζουν να εισπράττουν βία, με διαφορετική μορφή πια, ακόμη και πολλά χρόνια μετά, μέσα στη δικαστική αίθουσα. Το βασικό είναι ότι οι δικαστές και οι συνήγοροι δεν έχουν την κατάλληλη παιδεία, αλλά ούτε και την ευαισθησία και την κουλτούρα. Οφείλουν να αντιμετωπίζουν τα θύματα με σεβασμό, με φροντίδα, όχι να τους επιτίθενται και να τους προσβάλλουν, αλλά να τους παρέχουν την προστασία που χρειάζονται για να καταθέτουν το βίωμά τους με ασφάλεια. Αυτό θα έπρεπε να είναι αναφαίρετο δικαίωμά, όμως δεν συμβαίνει.

Σε μεγάλο βαθμό είναι θέμα τύχης. Αν έχεις καλή έδρα, τότε θα σε προστατεύσουν, αν όχι την πάτησες. Το αποτέλεσμα είναι η δευτερογενής θυματοποίηση και ο επανατραυματισμός, όχι μόνο των θυμάτων, αλλά και των οικογενειών τους. Γι’ αυτό και πολλοί άνθρωποι δεν τολμούν ποτέ να φτάσουν στην καταγγελία. Δεν ξέρω πώς θα γίνει αυτό να αλλάξει, γιατί βλέπουμε ότι ακόμα και οι μηχανισμοί και οι φορείς που υποτίθεται ότι πρέπει να κρατούν υπόλογους τους συνηγόρους και τους δικαστές, π.χ. δικηγορικός σύλλογος, δεν λειτουργούν αποτελεσματικά έως και καθόλου.

Ακόμη μία δυσκολία είναι πως η ιδιαιτερότητα αυτών των εγκλημάτων είναι ότι διαπράττονται στην απολύτως ιδιωτική σφαίρα… και γι’ αυτό ο βιασμός είναι τόσο δυσαπόδεικτος. Δεν υπάρχουν μάρτυρες. Είναι ο λόγος του θύματος ενάντια στον λόγο του θύτη. Αυτό που με συγκλόνισε περισσότερο είναι ότι υπάρχει η λανθασμένη εντύπωση πως ένας άνθρωπος που έχει κακοποιηθεί σεξουαλικά θα πρέπει να φέρει σημάδια και εξωτερικά. Να είναι διαρκώς δυστυχισμένος, να μην έχει πετύχει τίποτα στη ζωή του, να μην έχει ερωτικές σχέσεις, να μην έχει φίλους. Ακόμη και στην περίπτωση της Αμαλίας, που ο δράστης ομολόγησε δημοσίως ότι είχε ολοκληρωμένες σεξουαλικές σχέσεις με ένα παιδί 12 χρόνων –που δεν αμφισβητούμε δηλαδή το αν το θύμα κακοποιήθηκε– η κατανόηση των γύρω, δυστυχώς, δεν είναι δεδομένη.

Αναπτύσσουμε μηχανισμούς άμυνας για να επιβιώσουμε, για να προστατευτούμε από ό,τι δεν μπορούμε να αντέξουμε. Μου φαίνεται αδιανόητο ότι οι δικαστές και οι δικηγόροι που χειρίζονται τέτοια εγκλήματα δεν κατέχουν βασικές έννοιες της ψυχολογίας, της έμφυλης βίας και του τραύματος. Είναι αποκαρδιωτικό.

● Απαιτεί πολύ σθένος και δύναμη ψυχής για να μην ισοπεδωθείς. Αξίζει τον κόπο ή είναι εντελώς μάταιο όλο αυτό;

Φυσικά δεν μπορώ να απαντήσω για όλους. Αυτό που διαπίστωσα αυτά τα χρόνια είναι ότι η ανάγκη για δικαίωση είναι απίστευτη κινητήριος δύναμη. Οχι μόνο για να τιμωρηθούν οι θύτες, αλλά και για βαθύτερους πνευματικούς λόγους που έχουν να κάνουν με την ίδια την αντίληψη του εαυτού και την επούλωση της ψυχής. Μπορεί να είναι σάπιο το σύστημα, αλλά μέσα σε αυτό αγωνίζονται άνθρωποι για να κερδίσουν τις ζωές τους πίσω. Κάτι λοιπόν πρέπει να αλλάξει μέσα σε αυτό… γιατί όπως έχει πει και ο Μπρεχτ: «Θα προτιμούσα να ζω σ’ έναν κόσμο στον οποίο δεν απαιτείται τέτοιου είδος θάρρος».

Πληροφορίες: Το «TACΚ», μια παραγωγή του Onassis Culture που διεκδικεί τον Χρυσό Αλέξανδρο «Δημήτρης Εϊπίδης» στο διαγωνιστικό τμήμα Newcomers, κάνει πρεμιέρα την Τρίτη 12/3 στις 21.00 (Αίθουσα «Τζον Κασσαβέτης») και δεύτερη προβολή την Τετάρτη 13/3 στις 14.00 (Αίθουσα «Σταύρος Τορνές»).
Συντελεστές:
Σκηνοθεσία, κινηματογράφηση & μοντάζ: Βάνια Τέρνερ.
Παραγωγή έρευνας: Μαρία Σιδηροπούλου.
Μοντάζ: Νικολέτα Λεούση.
Εικονογράφηση: Γεωργία Ζάχαρη.
Animation & compositing: Φωκίων Ξένος, Στέφανος Πλέτσης, Γιάννης Ράλλης.
Μουσική: Νίκος Βελιώτης.
Σχεδιασμός & μίξη ήχου: Δημήτρης Μυγιάκης

«Pietà»-Η παράσταση

Στο άκουσμα της λέξης Pietà έρχεται στον νου η εικόνα της Παναγιάς που κρατά στην αγκαλιά της το πεθαμένο κορμί του παιδιού της, η συντριβή όπως την αποτύπωσε σε γλυπτό ο Μιχαήλ Αγγελος. H συντριβή από τη σκέψη και μόνο κάθε μάνας και γονιού που αξιώθηκε την πιο πικρή μοίρα στη ζωή…

Την έρευνα, δραματουργία και σκηνοθεσία κάνει, με όπλο το θέατρο ντοκουμέντο, η Μάρθα Μπουζιούρη, η οποία και πριν από το ελληνικό #ΜeΤoo, με την «Αμάρυνθο» είχε επιδιώξει να ανασυστήσει τη δημόσια μνήμη γύρω από ακόμη ένα επεισόδιο έμφυλης βίας, με πρωταγωνιστές μαθητές Λυκείου αντιμέτωπους με μια αλλοδαπή μαθήτρια και μια κοινωνία που υπερασπίστηκε τα δικά της παιδιά.

Αυτή τη φορά φέρνει στο επίκεντρο το εκκωφαντικά επείγον θέμα των γυναικοκτονιών ψηλαφώντας την απώλεια, δημιουργώντας έναν τόπο δημόσιου πένθους, καταθέτοντας μια χειρονομία στοργής και αλληλεγγύης, μνήμης που διατηρείται ζωντανή, διεκδίκησης αλλά και αναγέννησης. Μια παράσταση-φόρο τιμής στις αδικοχαμένες, από το δολοφονικό χέρι του συντρόφου και όχι μόνο, συχνά μέσα από τα λόγια τους ή τα λόγια των αγαπημένων τους, αφού είχε έμπνευση και οδηγό της πέντε γυναίκες-μητέρες που βίωσαν την υπέρτατη απώλεια, τη δολοφονία του παιδιού τους, τις: Κούλα Αρμουτίδου (μητέρα Ελένης Τοπαλούδη), Ελένη Κρεμαστιώτη (μητέρα Ερατώς Μανωλακέλλη), Κατερίνα Κώτη (μητέρα Ντόρας Ζαχαριά), Αλεξάνδρα Μάκου (μητέρα Γαρυφαλλιάς Ψαρράκου) και Ρόζα Φωτιάδου (μητέρα Σοφίας Σαββίδου).

Η βιωματική παράσταση που ανεβαίνει για δεύτερη σεζόν στη σκηνή του Σύγχρονου Θεάτρου, τον Απρίλιο, ισορροπεί με γενναιότητα και ευαισθησία ανάμεσα στο πολιτικό και το ανθρώπινο, ντύνοντας με πρόσωπα και προσωπικές ιστορίες το «καμία λιγότερη».

● Τι αντίκτυπο είχε σε εσένα ως δημιουργό η εμπειρία της παράστασης; ρωτήσαμε τη σκηνοθέτρια.

Η «Pietà» είναι η πιο προσωπική μου δουλειά μέχρι σήμερα. Πρώτα ως γυναίκα και μετά ως σκηνοθέτις ξεκίνησα αυτό το ταξίδι με οδηγό την ανάγκη και την επιθυμία μου να συνδημιουργήσω μια παράσταση παρέα με άλλες γυναίκες για άλλες γυναίκες, ψάχνοντας μαζί έναν τρόπο να αρθρώσουμε όσα μας πονάνε, να διεκδικήσουμε, να μην ξεχάσουμε. Να πενθήσουμε και να γιορτάσουμε ταυτόχρονα.

Η «Pietà» ήταν ένα επίπονο ταξίδι και παράλληλα ένα τεράστιο δώρο. Μου επέτρεψε να πλησιάσω και να αφουγκραστώ την ανεπούλωτη πληγή και την ανεξάντλητη δύναμη και τρυφερότητα πέντε σπουδαίων γυναικών. Να εμπνευστώ από την αξιοπρέπεια και το θάρρος τους. Να βουτήξω στα δικά μου βιώματα, γυρνώντας πίσω σε στιγμές που το «κακό» θα μπορούσε να έχει συμβεί σε εμένα, σε κάθε μια από εμάς. Να χαρτογραφήσω και να επικοινωνήσω μέσα από την πολιτικά αιχμηρή και βαθιά παρηγορητική γλώσσα του θεάτρου όλα εκείνα τα συστατικά που εκκολάπτουν την έμφυλη βία, αναγνωρίζοντας πόσο βαθιά ριζωμένα είναι στις κοινωνίες μας: την πατριαρχική αντίληψη του γυναικείου σώματος ως ιδιοκτησίας, τον καθοριστικό ρόλο της οικογένειας, την αντιστροφή της ευθύνης μέσα από την ενοχοποίηση των θυμάτων, την αποσόβηση της πολιτικής, έμφυλης διάστασης του εγκλήματος της γυναικοκτονίας μέσω παραπλανητικών αφηγημάτων που μιλούν για «οικογενειακές τραγωδίες» και «εγκλήματα πάθους», την εκκωφαντική, τέλος, απουσία της πολιτείας σε επίπεδο πρόληψης και υποστήριξης.

Γιατί αποφάσισες να την ξανανεβάσεις;

Ηταν επιθυμία όλων μας –δική μου, των μητέρων, των δημιουργικών συντελεστών–, αλλά και του κόσμου που ήρθε να την παρακολουθήσει, η «Pietà» να συνεχίσει τον δρόμο της. Βλέποντας ή νιώθοντας, πιο σωστά, τον αντίκτυπο που είχε επάνω στους ανθρώπους που έγιναν κομμάτι αυτής της εμπειρίας, αλλά και σε όσους την αγκάλιασαν με πρωτοφανή συγκίνηση κι ευγνωμοσύνη ως αποδέκτες, δεν υπήρχε περίπτωση να μην επιδιώξουμε να συνεχίσουμε αυτό το ταξίδι. Είναι χρέος μας απέναντι στις γυναίκες που έφυγαν, στις γυναίκες που είναι ακόμα εδώ, σε εμάς τις ίδιες. Θέλουμε, σε αυτόν τον δεύτερο κύκλο ζωής της, να ανοίξουμε την «Pietà» σε έφηβους μαθητές. Να διοργανώσουμε κι άλλες συζητήσεις-εστίες προβληματισμού και διαλόγου. Να φέρουμε στην αίθουσα περισσότερους άντρες από αυτούς που προβλέπουν τα στατιστικά του «θεατρόφιλου κοινού». Να την ταξιδέψουμε και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας, ξεκινώντας από τους τόπους των δολοφονημένων γυναικών. Η δύναμη που αποκτά ο πολιτικός λόγος μέσα από τη βιωματική, συναισθηματική «εκφορά» του, όπως και η συλλογική εμπλοκή σε αυτό που αποκαλούμε ιδιωτικό πένθος και που συχνά αποσιωπάται ή εκτοπίζεται από τον δημόσιο χώρο, μας έδειξαν πως η «Pietà» έχει νόημα να συνεχίσει με το ίδιο θάρρος, με την ίδια δύναμη και τρυφερότητα με τα οποία ξεκίνησε.

Πληροφορίες: Pietà.
Ερευνα – Δραματουργία – Σκηνοθεσία: Μάρθα Μπουζιούρη.
Κείμενο: Η Ομάδα, με την πολύτιμη συνδρομή των μητέρων: Κούλας Αρμουτίδου, Ελένης Κρεμαστιώτη, Κατερίνας Κώτη, Αλεξάνδρας Μάκου και Ρόζας Φωτιάδου.
Σκηνικά-Κοστούμια: Αρτεμις Φλέσσα.
Σχεδιασμός φωτισμών: Σεμίνα Παπαλεξανδροπούλου.
Πρωτότυπη μουσική: Αννα Στερεοπούλου.
Επιμέλεια κίνησης: Μαριέλα Νέστορα.
Βοηθός σκηνοθέτη: Παρασκευή Λυπημένου.
Παίζουν: Νικολίτσα Αγγελακοπούλου, Μαρία Μοσχούρη, Μάρθα Μπουζιούρη, Μαριάνθη Παντελοπούλου, Δώρα Παρδάλη.
Σύγχρονο Θέατρο (Ευμολπιδών 45, Αθήνα). Πρεμιέρα: 5 Απριλίου, Εισιτήρια 14-17€, ομαδικά (10+) στο 210 3464380. Προπώληση more.com