Οσες φορές και να μετρήσεις μία μία τις ταινίες που ο Αλεξάντρ Ντεσπλά έντυσε με τις μουσικές του, κάποια θα σου ξεφύγει. Η λίστα είναι ατελείωτη, οι σκηνοθέτες οι πιο διαφορετικοί, οι συνθέσεις εντελώς ετερόκλητες. Το σίγουρο είναι πως αυτή η απίστευτη καριέρα ξεκίνησε το 1986 με το γαλλικό φιλμ «Le souffleur» και κορυφώθηκε πριν από μερικούς μήνες όταν ο Ελληνογάλλος συνθέτης -ύστερα από επτά υποψηφιότητες- κράτησε επιτέλους στα χέρια του το πρώτο του Οσκαρ για την εκπληκτική μουσική του στην ταινία «Ξενοδοχείο Grand Budapest», του Γουές Αντερσον.
Τριάντα χρόνια τώρα, αυτός ο χαρισματικός δημιουργός διαπρέπει γιατί μπορεί να γράφει την πιο απόκοσμη μουσική για το «Zero Dark Thirty» της Κάθριν Μπίγκελοου, την πιο σπαρακτική για την «Απίστευτη Ιστορία του Μπέντζαμιν Μπάτον», την πιο υπαινικτική και τρομακτική για τον «Χάρι Πότερ», εξαίσιες σουίτες για το «Syriana», μουσικές τρόμου με άρωμα ανατολής για το «Argo», elegant μινιμαλιστικές για πολιτικά θρίλερ («Aι ειδοί του Μαρτίου»), σπουδαία και τρυφερή συμφωνική για το «Philomena» ή το «Κορίτσι με το μαργαριταρένιο σκουλαρίκι».
Είναι βέβαιο πως από αυτή την τεράστια καριέρα λίγες μόνο στιγμές θα χωρέσουν στη συναυλία του στο Ηρώδειο. Την ερχόμενη Τετάρτη 9 του μηνός ο Ντεσπλά συνοδευόμενος από την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών θα παρουσιάσει μερικές από τις μουσικές που τον ανέδειξαν σε έναν από τους σημαντικότερους σύγχρονους κινηματογραφικούς συνθέτες. Λίγο πριν φτάσει, τον αναζητήσαμε στο Παρίσι, την πόλη όπου γεννήθηκε το 1961 από Γάλλο πατέρα και Ελληνίδα μητέρα. Κι από εκεί πιάσαμε το νήμα της κουβέντας μας.
• Για να αγαπήσετε τόσο την Ελλάδα, πάσχισε πολύ η μητέρα σας;
Αντιθέτως, δεν χρειάστηκε να μας πει τίποτα. Ολα έγιναν με βιωματικό τρόπο. Tη σχέση της με την Ελλάδα, την αγάπη της, τις συνήθειές της, τις ζούσαμε μέσα στο σπίτι. Δεν χρειάζονται λόγια για να νιώσεις. Αρκούσε το παιχνίδι με τα ξαδέρφια και η επαφή με τους παππούδες τα καλοκαίρια για να καταλάβουμε τι είναι η Ελλάδα. Αφήστε που την επισκεπτόμασταν πολύ συχνά ως παιδιά, οπότε καθένας μας απέκτησε αυτόνομη σχέση με τη μισή μας πατρίδα. Τα μόνα πράγματα για τα οποία χρειάστηκε να μας μιλήσει -και όχι πάντοτε με μεγάλη ευκολία- ήταν τα σκληρά γεγονότα της Ιστορίας: το πώς έφυγαν οι πρόγονοι από τη Σμύρνη και την Ανατολία, πώς έφτασαν στην Ελλάδα, τι απέγινε καθένας τους.
• Αρα κάποιες ελληνικές λέξεις τις θυμάστε.
«Ντεν μιλάω πολύ καλά», λέει γελώντας. «Ξέρω εστιατόριο, φούρνο, αυτά», συνεχίζει στα ελληνικά. «Αλλά μη μου ζητήσετε κάτι πιο απαιτητικό, δεν είμαι καλός. Θέλω πολύ practice ακόμα».
• Βιωματική είναι και η σχέση σας με την ελληνική μουσική;
Περισσότερο εξερευνητική, θα έλεγα. Στο σπίτι η μαμά έπαιζε συνέχεια Ξαρχάκο, Θεοδωράκη και Χατζιδάκι. Νομίζω ότι οι βασικοί και γνωστοί Ελληνες συνθέτες ήταν κι ένας από τους λόγους που αγάπησα τη μελωδία, που συνειδητοποίησα τι σημαίνει μέτρο, γλύκα στη μουσική κι ενορχήστρωση. Αργότερα έψαξα και μόνος μου τα πράγματα, πέρασα μια περίοδο όπου σκάλισα να μάθω την πιο παραδοσιακή πλευρά: το κλαρίνο, το μπουζούκι, τον μπαγλαμά. Θυμάμαι, στα 15 μου τρελαινόμουν να χορεύω κιόλας, όχι μόνο να τα ακούω.
• Στο Ηρώδειο με τι θα ξεκινήσετε και με τι θα τελειώσετε τη συναυλία;
Γενικά θα παίξουμε μόνο δικές μου συνθέσεις. Για την αρχή δεν είμαι βέβαιος ακόμα, θα σας γελάσω. Το τελευταίο κομμάτι θα είναι σίγουρα από τον Χάρι Πότερ, έτσι για να σας αφήσω με λίγη μαγεία. Οσο για το ανκόρ, υπάρχει μια έκπληξη που ετοιμάζουμε αλλά καταλαβαίνετε ότι δεν μπορώ να πω πολλά.
• Ηταν συνειδητή απόφαση η καριέρα στην κινηματογραφική μουσική;
Οταν άρχισα να συνθέτω και να επιχειρώ τα πρώτα μου βήματα δεν υπήρχε καν η σκέψη της καριέρας. Ο κινηματογράφος ήταν ένας χώρος που λάτρευα και την ίδια στιγμή σπούδαζα μουσική. Τρελαινόμουν να βλέπω ταινίες από πολύ μικρή ηλικία (στην εφηβεία πήγαινα 3-4 φορές σινεμά την εβδομάδα) και είχα αδυναμία στα σάουντρακ. Αρα εκεί γύρω στα 15 έγινε η συνάντηση και η σύνδεση δύο μεγάλων αδυναμιών. Τότε συνειδητοποίησα πως δεν με ενδιέφερε τόσο να παίζουν τις συνθέσεις μου σε κοντσέρτα και λαμπερές αίθουσες όσο το να ντύσω με μουσική την κινηματογραφική εικόνα. Είχα για ινδάλματά μου τον Μάιλς Ντέιβις και τον Κόπολα, την Ντόνα Σάμερ και τον Σπίλμπεργκ. Ηθελα το σινεμά πάση θυσία.
• Η ανάγνωση του σεναρίου είναι συνήθως το πρώτο βήμα στη σύνθεση ενός σάουντρακ;
Αυτή είναι πολύ συχνά η αρχή. Αλλά υπήρξαν φορές στο παρελθόν που έγραψα μουσική τη στιγμή που είχε ολοκληρωθεί η ταινία. Δεν σημαίνει τίποτα για το αποτέλεσμα το πότε παίρνεις στα χέρια σου την υπόθεση. Στην κινηματογραφική σύνθεση η εικόνα είναι αυτή που σου προκαλεί την έμπνευση. Αρα είτε έχεις την τύχη να τη φανταστείς σωστά στην αρχή είτε τη βλέπεις τελειωμένη και συμβάλλεις στην ολοκλήρωση.
• Από το 1986 άλλαξε πολύ ο τρόπος που δουλεύετε;
«Ελπίζω να άλλαξε», λέει γελώντας δυνατά. «Ελπίζω να μου το λέτε ως διαπίστωση. Θεωρώ ότι συνεχώς ανακαλύπτω νέους δρόμους, νέους τρόπους να εκφράζομαι, πιο καινοτόμες ιδέες. Και κάτι βασικό: πλέον ρισκάρω περισσότερο και παίρνω περισσότερες πρωτοβουλίες. Με τα χρόνια νομίζω ότι γίνομαι πιο αποτελεσματικός».
• Είναι που έρχεται η ωριμότητα και φεύγει η ανασφάλεια;
Μα πότε φεύγει η ανασφάλεια και δεν το έχω μάθει ακόμα; Δεν υπάρχει περίπτωση να φύγει ποτέ η ανασφάλεια από έναν δημιουργό που του δίνουν μια ταινία και του λένε: «Σε 2-3 εβδομάδες θέλουμε έτοιμη τη μουσική της». Μιλάμε για ασύλληπτη πίεση και έλλειψη χρόνου. Οπότε ποτέ δεν θα είναι εύκολη αυτή η διαδικασία για μένα, όσα βραβεία, καταξίωση και ωριμότητα κι αν έχω. Αυτό που αλλάζει είναι πως με τα χρόνια, τη στιγμή που δέχεσαι να ντύσεις μια ταινία, έχεις μεγαλύτερη σιγουριά ότι θα φέρεις εις πέρας την ευθύνη. Η σύνθεση κινηματογραφικής μουσικής είναι μια σκληρή δουλειά, δεν είναι μόνο λάμψη και βραβεία. Οφείλεις να βρεις τον τρόπο να κατανοήσεις το ζητούμενο του σκηνοθέτη, να ακολουθήσεις τη γραμμή που σου δίνει και να το εκφράσεις μένοντας συγχρόνως πιστός στις δικές σου απαιτήσεις.
• Πρώτη φορά που νιώσατε τη μαγεία της μουσικής σε μια κινηματογραφική ταινία πότε ήταν;
Οταν είδα τον «Σπάρτακο» του Στάνλεϊ Κιούμπρικ. Ημουν πιτσιρίκος και τρελάθηκα από τη δυναμική παρουσία του Κερκ Ντάγκλας και τη φοβερή σύνθεση του Αλεξ Νορθ.
• Στη δική σας πορεία ποιος σκηνοθέτης σάς χάρισε περισσότερη ελευθερία;
Ελάχιστοι σε αφήνουν ελεύθερο να κάνεις ό,τι θες. Αλλά να σας πω και κάτι; Η ελευθερία δεν σε κάνει καλό συνθέτη. Η γόνιμη συνεργασία με τον σκηνοθέτη σε κάνει. Η ιδανική συνθήκη για μένα εμπεριέχει καλή ενέργεια με τον δημιουργό, υψηλή ποιότητα της ταινίας και αλληλεπίδραση που θα μου ξυπνήσει την έμπνευση. Ο Ζακ Οντιάρ είναι εκείνος που μου άνοιξε έναν νέο κόσμο, ο Στίβεν Φρίαρς μού έμαθε για τον εαυτό μου πράγματα που δεν είχα την ευκαιρία να ανακαλύψω νωρίτερα και με τον Ρομάν Πολάνσκι είχα όλα τα παραπάνω.
• Είναι ο τρόπος που κάνουν σινεμά ή ο τρόπος που συνεργάζεστε που τους κάνει σημαντικούς για σας;
Είναι το ταλέντο που έχουν στην αφήγηση και η εμπιστοσύνη που σου δείχνουν. Είναι το γεγονός ότι είναι σπουδαίοι, σίγουροι για την τέχνη τους και όχι μόνο δίνουν χώρο στη μουσική, αλλά την αφήνουν να πει όσα εκείνοι δεν θέλουν να σχολιάσουν. Eίναι σαν να σου λένε: «Πάρε το κλειδί και πήγαινε να βρεις πού είναι κρυμμένος ο θησαυρός που θέλουμε για να κάνουμε μαζί την ταινία πιο ολοκληρωμένη».
• Από τον Πολάνσκι και τον Λεκόντ στην Αντζελίνα, τον Κλούνεϊ και την Μπίγκελοου. Νιώσατε ποτέ να διχάζεστε μεταξύ ευρωπαϊκού σινεμά και Χόλιγουντ;
Οχι βέβαια. Είναι σαν να διαλέγω ανάμεσα στη Γαλλία και την Ελλάδα. Δεν υπάρχει μέρος στον πλανήτη που να έχει την ίδια κουλτούρα, ήθη και τρόπο ζωής με κάποιο άλλο. Την κινηματογραφική Ευρώπη και την Αμερική καταλαβαίνω ότι τις χωρίζει ένα μεγάλο κενό στην αισθητική, στον τρόπο παραγωγής, στην κινηματογραφική ανάπτυξη, αλλά αυτό δεν είναι δικό μου θέμα.
Δεν θέλω να σταματήσω για κανέναν λόγο να κάνω ευρωπαϊκό σινεμά, γιατί νιώθω κομμάτι της μεγάλης του ιστορίας και το θεωρώ σπάνιο δώρο. Αλλά από την άλλη, το Χόλιγουντ και οι Αμερικανοί δημιουργοί είναι ένα αχανές πεδίο δημιουργικότητας που δεν θα ήθελα με τίποτα να χάσω.
• Αλήθεια, σε όλη αυτή την ατελείωτη λίστα, δεν χώρεσε ποτέ ένας Ελληνας σκηνοθέτης;
Δεν χώρεσε γιατί δεν μου τηλεφώνησε κανείς τους. Αν με είχε καλέσει ο Γιώργος Λάνθιμος, πιστέψτε με, θα είχα συνεργαστεί με Ελληνα δημιουργό. Ο Γιώργος είναι το μέλλον, είναι ένας φανταστικός καλλιτέχνης και κεφάλαιο στο οποίο πρέπει να πιστέψετε βαθιά. Το σινεμά του είναι υψηλής ποιότητας, νομίζω ότι τα επόμενα χρόνια θα μας απασχολήσει πολύ. Λέτε να με πάρει μετά τη συναυλία στο Ηρώδειο;
Για τον Ξενάκη και τη σύζυγό του Ντομινίκ Λεμονιέ
«Υπάρχει μια φήμη που έχει διαδοθεί στην Ελλάδα ότι υπήρξα μαθητής του Ιάνη Ξενάκη. Ισως η γαλλική καταγωγή, ίσως τα διάφορα workshops στα οποία συμμετείχα σε ένα μουσείο που είχε ιδρύσει να είναι που την πυροδότησε. Η αλήθεια είναι ότι ουδέποτε συναντηθήκαμε στη ζωή μας. Τον θαύμαζα, αλλά δεν τον γνώριζα. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν είχα σημαντικούς δασκάλους. Ο άνθρωπος που περισσότερο με ενέπνευσε ως ένας πολύτιμος δάσκαλος ήταν η σύζυγός μου. Είναι σολίστ του βιολιού και μου έμαθε τον κόσμο από μια πλευρά που μόνος δεν θα έβλεπα».
Η γυναίκα του Αλεξάντρ Ντεσπλά, βεβαίως, δεν είναι μια οποιαδήποτε μουσικός αλλά η σπουδαία βιολονίστρια Ντομινίκ Λεμονιέ, με την οποία έχει δύο υπέροχες κόρες. «Η Ντομινίκ μού μίλησε για το τι σημαίνει αυτοσχεδιασμός, μου έδειξε την ψυχολογία και λειτουργία μιας ορχήστρας εγχόρδων, με βοήθησε να εντάξω το βιολί (συνήθως με εκείνη ερμηνεύτρια) στις συνθέσεις μου, να γίνω λίγο πιο λυρικός. Γνωριστήκαμε την πρώτη φορά που μπήκα στο στούντιο για να ηχογραφήσω, γι’ αυτό και της αφιέρωσα το πρώτο μου Οσκαρ, πρόσφατα στο Κόντακ Θίατερ».
Info:
Τιμές εισιτηρίων για το Ηρώδειο: 10 ευρώ ανέργων, φοιτητικά, 23 Ανω διάζωμα, 30 Γ Ζώνη, 40 Β Ζώνη, 50 A Ζώνη, 65 Διακεκριμένη. Στις 21.00. Εκτός από τη συναυλία του Ηρωδείου, ο Αλ. Ντεσπλά θα παραστεί στην προβολή της ταινίας του Γουές Αντερσον «Ο απίθανος κύριος Φοξ» με την οποία ολοκληρώνεται απόψε το φετινό Athens Open Air Film Festival. Στις 21.00, Ταινιοθήκη της Ελλάδος: Ιερά Οδός 48 & Μεγ. Αλεξάνδρου. Είσοδος ελεύθερη με επίδειξη ατομικού δελτίου εισόδου.
