Η παραμονή ενός υπουργού και ενός υφυπουργού στο υπουργείο τους μετά τη διενέργεια ενός ανασχηματισμού ένα πράγμα σημαίνει ασφαλώς: την επιβράβευση της πολιτικής τους. Κι όταν αυτή έχει κριθεί δημοσκοπικά, μέχρι εδώ, απολύτως ατυχής; Κι όταν αυτή έχει ξεσηκώσει αντιδράσεις διαφορετικών προσώπων και φορέων πολιτισμού όχι μόνο εντός Ελλάδας, αλλά και εκτός; Προφανώς, ειδικά τότε, είναι ακόμα ισχυρότερη και σαφέστερη επιβράβευση.
Η Λίνα Μενδώνη μπορεί, λοιπόν, δημοσκοπικά να βρίσκεται εδώ και πολλούς μήνες σταθερά στις πρώτες θέσεις από το τέλος ως προς την κατάταξη που επεφύλαξαν οι πολίτες στους υπουργούς για την πολιτική που άσκησαν. Μπορεί τον τελευταίο καιρό να δέχτηκε και τα πυρά χώρων «φίλιων» στη Ν.Δ. κυρίως για τον χειρισμό της στο Τατόι, για τον οποίο «αδειάστηκε» κομψά αλλά ευδιάκριτα και από τον ίδιο τον πρωθυπουργό (στο Τατόι «δεν έγιναν πραγματικές ζημίες» κατά την υπουργό, «δεν τα καταφέραμε όπως θα θέλαμε στο Τατόι» κατά τον Κ. Μητσοτάκη). Μπορεί να ακούγεται όλο και συχνότερα ότι με τους κατά καιρούς χειρισμούς της σε διάφορα θέματα έχει δυσαρεστήσει ένα κομμάτι βουλευτών και ψηφοφόρων του ίδιου του κυβερνώντος κόμματος. Μπορεί να έχει δεχτεί σφοδρά πυρά ακόμα κι από ένα μέρος εκείνου του Τύπου που κατά τα άλλα στηρίζει την παρούσα κυβέρνηση.
Μπορεί να έχει δυσαρεστήσει και εντός αλλά και εκτός Ελλάδας, από αρχαιολόγους, επιστήμονες, εργαζόμενους στον Πολιτισμό μέχρι τον τεχνικό «βραχίονα» της UNESCO, το περίφημο ICOMOS και μάλιστα δις (για την Ακρόπολη και τη Θεσσαλονίκη που έχουν βρεθεί και οι δυο πρώτες-πρώτες στα «heritage alerts» του Διεθνούς Συμβουλίου Μνημείων και Τοποθεσιών – ICOMOS), αλλά και σύμφωνα με το πρόσφατο ρεπορτάζ του αμερικανικού δικτύου PBS και την ίδια την UNESCO. Παρέμεινε όμως στη θέση της κατά τον χθεσινό ανασχηματισμό. Κι αυτό παρότι είναι εξωκοινοβουλευτική επιλογή, μη εκλεγμένη και πρόσωπο που, όπως αποδεικνύουν οι δημοσκοπήσεις, επιφέρει πολιτικό κόστος για το κυβερνών κόμμα.
Δικαιούμαστε λοιπόν να σκεφτούμε ότι σε αυτήν την περίπτωση δεν πρόκειται απλά για επιβράβευση της πολιτικής της, αλλά για πρόσωπο που εφαρμόζει πιστά μια πολιτική για τον πολιτισμό που δεν αποφασίζεται στο κτίριο του ΥΠΠΟ στην οδό Μπουμπουλίνας, αλλά στο Μαξίμου.
Αναρωτιόμαστε, τελικά, αν ουσιαστικά χθες δεν επιβεβαιώθηκε ακόμα μία –ευρέως διαδεδομένη– φήμη που αφορά τη συγκεκριμένη υπουργό: ότι για την πολιτιστική πολιτική και δη για τα μεγάλα ζητήματα που έχουν απασχολήσει τον χώρο από την έναρξη της θητείας της μέχρι σήμερα (αρχαία Θεσσαλονίκης, Ακρόπολη, πυρκαγιές στο Τατόι, αντιμετώπιση των εργαζομένων στον πολιτισμό μέσα στην πανδημία, υπόθεση Λιγνάδη) οι αποφάσεις λαμβάνονται από τον ίδιο τον πρωθυπουργό και το στενό του περιβάλλον.
Ο ίδιος προβληματισμός αφορά και τον υφυπουργό Νικόλα Γιατρομανωλάκη, που επίσης παραμένει στη θέση του, χωρίς να έχει καταγράψει αξιοσημείωτη πορεία και μάλιστα στον πιο πληττόμενο από την πανδημία χώρο, τον Σύγχρονο Πολιτισμό. Ως προς τον κ. Γιατρομανωλάκη, να θυμίσουμε ότι η τελευταία μεγάλη «επιτυχία» του ήταν η θριαμβευτικά ανακοινωμένη «διάσωση σημαντικού μέρους του ελληνικού σινεμά» από το ιστορικό κτίριο της Φίνος Φιλμ. Εναν μήνα μετά, δεν γνωρίζουμε ακόμα ποιο «πολύτιμο» υλικό διασώθηκε τότε, ενώ ο κ. Γιατρομανωλάκης καλείται να διαχειριστεί, μεταξύ άλλων, ακόμα μία κρίση στο Κέντρο Κινηματογράφου, αυτήν που φέρνει η παραίτηση του γενικού διευθυντή Παντελή Μητρόπουλου (ρεπορτάζ σε άλλες σελίδες). Και φυσικά καλείται άμεσα να ανταποκριθεί στην έναρξη ακόμα μιας χειμερινής καλλιτεχνικής σεζόν σε συνθήκες πανδημίας και υπό τους νέους υγειονομικούς όρους.
Το ίδιο ισχύει και για την υπουργό Πολιτισμού, όσο έχει να ανταποκριθεί και στα άλλα μεγάλα θέματα που παραμένουν «αιχμηρά» για την ίδια: η έναρξη των έργων για την απόσπαση των αρχαιοτήτων στη Θεσσαλονίκη, η συνέχιση των παρεμβάσεων στην Ακρόπολη, η αποκατάσταση του Τατοΐου κ.ά.
Κοντά σε αυτά να θυμίσουμε ότι λίγες ημέρες πριν από την έναρξη της χειμερινής θεατρικής περιόδου εκκρεμεί άμεσα η ανακοίνωση του ονόματος του νέου καλλιτεχνικού διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου και να διευκρινιστεί εάν η τελική επιλογή της Επιτροπής Αξιολόγησης των υποψηφίων υπό τον καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου Νίκο Αλιβιζάτο θα ταυτιστεί με τη δική της επιθυμία.
Ανακοίνωση για την παραμονή της κ. Μενδώνη στο υπουργείο Πολιτισμού εξέδωσε η τομεάρχης Πολιτισμού του ΣΥΡΙΖΑ, Σία Αναγνωστοπούλου. Αναφέρει:
«Μετά την τεράστια επιτυχία της τόσο στον σύγχρονο πολιτισμό όσο και στη διαχείριση της πολιτιστική μας κληρονομιάς, η κ. Μενδώνη παραμένει αμετακίνητη στη θέση της. Δυστυχώς, όμως, αμετακίνητη παραμένει και η έλλειψη ενδιαφέροντος του πρωθυπουργού για τον πολιτισμό και τους ανθρώπους που τον υπηρετούν. Η συνεχής εργαλειοποίηση της πολιτιστικής κληρονομιάς, η απουσία οποιουδήποτε οράματος αλλά και συναισθήματος για τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο σύγχρονος πολιτισμός, είναι τα κριτήρια με τα οποία η κ. Μενδώνη κρίνεται αμετακίνητη στην κεφαλή του ΥΠΠΟΑ, που φέτος γιορτάζει τα 50 χρόνια του.
Για τον κ. Μητσοτάκη αλλά και την κ. υπουργό Πολιτισμού, μόνο τα αρχαία του σταθμού Βενιζέλου μετακινούνται, τα κειμήλια και οι αρχαιολογικοί χώροι καταστρέφονται λόγω ανεπαρκών μέτρων στις πυρκαγιές (Τατόι, Μυκήνες) ή ακόμα χειρότερα αλλοιώνεται η φυσιογνωμία τους (Ακρόπολη). Μόνο ο σύγχρονος πολιτισμός αφήνεται στη μοίρα του, μόνο κορυφαίοι θεσμοί του, όπως το Εθνικό Θέατρο, ταπεινώνονται (Λιγνάδης).
Η κ. Μενδώνη, η χειρότερη υπουργός Πολιτισμού της Μεταπολίτευσης, ΑΜΕΤΑΚΙΝΗΤΗ.
Αμετακίνητη η κ. Μενδώνη, αμετακίνητη και η αδιαφορία του πρωθυπουργού και της κυβέρνησής του για τον Πολιτισμό αυτής της χώρας. Αμετακίνητοι όμως και εμείς στη θέση μας, σε ένα όραμα για τον Πολιτισμό, δημοκρατικό, συμπεριληπτικό, με σεβασμό στους θεσμούς και τους ανθρώπους που υπηρετούν την πολιτιστική κληρονομιά και τον σύγχρονο πολιτισμό».
