ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το θέμα της ανάρτησης από την πρόεδρο του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων, Δέσποινα Κουτσούμπα, σατιρικού meme όπου αναγραφόταν η περιβόητη φράση εναντίον του πρωθυπουργού στον προσωπικό της λογαριασμό στο Facebook, η φήμη (που όμως έχει βάση απ’ ό,τι φαίνεται) ότι λόγω αυτού η κ. Κουτσούμπα θα κληθεί να περάσει από Πειθαρχικό στο υπουργείο Πολιτισμού, η δημοσίευση του «Liberal» και η ανακοίνωση της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εργαζομένων ΥΠΠΟ που ζητούσαν την κεφαλή της επί πίνακι, έχουν ανοίξει έναν διάλογο μεταξύ των αρχαιολόγων. Κάποιοι εξ αυτών δημοσιοποιούν επισήμως τη θέση τους όπως οι Γιάννης Θεοχάρης και Αγγελική Κατσιώτη, αρχαιολόγοι, μέλη του Δ.Σ., «εκλεγμένα μάλιστα σε σχήμα άλλο από αυτό της προέδρου» όπως διευκρινίζουν.

Σε επιστολή που έστειλαν με τίτλο «Υβρις και Υβρεις» ξεκαθαρίζουν δύο πράγματα: α) πως «είναι σαφές ότι η διακινούμενη βωμολοχία παραμένει μία σεξιστική τοποθέτηση, υποτιμητικού περιεχομένου, και ως τέτοια είναι απορριπτέα», αλλά και β) πως «είναι επίσης ξεκάθαρο ότι η επίμαχη ανάρτηση (κοινοποίηση) έγινε από προσωπικό λογαριασμό και δεν αφορά σε επίσημη τοποθέτηση είτε του Συλλόγου, είτε της ίδιας της προέδρου με τη χρήση της συνδικαλιστικής της ιδιότητας. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν υποκαθιστούν θεσμικά όργανα· παραμένουν ένας διαδικτυακός χώρος οργανωμένος με φίλους/ες, προφανώς περισσότερους/ες από αυτούς/ές που μπορεί κάποιος πλέον να συναντήσει διά ζώσης».

Και προειδοποιούν: «Είναι επικίνδυνη η όποια επιχειρούμενη σύνδεση της δραστηριότητας στον χώρο αυτό με τυχόν πειθαρχικά αδικήματα των δημοσίων υπαλλήλων, όχι απλά γιατί έτσι παραβιάζεται η ιδιωτικότητα, αλλά κυρίως γιατί εν τοιαύτη περιπτώσει τον ρόλο του ελεγκτικού μηχανισμού θα αναλαμβάνει ουσιαστικά μία οργισμένη κοινή γνώμη, η ίδια που διεγείρεται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να εκφράζει έναν λόγο μίσους. Αυτή η διέγερση μπορεί να πηγάζει από προσωπικά κίνητρα, τα οποία δύσκολα ανιχνεύονται στο παρασκήνιο του διαδικτύου».

Τα δύο μέλη του Δ.Σ. του ΣΕΑ κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου και για κάτι ακόμα εξίσου σοβαρό: «Ο θόρυβος που έχει προκληθεί με τη συγκεκριμένη υπόθεση συνδέεται», γράφουν, «επίσης με επιθέσεις προς τους αρχαιολόγους, οι οποίες έχουν εκδηλωθεί το τελευταίο διάστημα. Ακούσαμε ότι ο Σύλλογος αποτελεί παράρτημα συγκεκριμένου, εξωκοινοβουλευτικού μάλιστα, κομματικού χώρου. Αυτές οι επιθέσεις είναι άκρως ανησυχητικές για τον δημόσιο βίο, καθώς σε αυτές ελλοχεύει ο εξής κίνδυνος: η ταύτιση ενός επιστημονικού κλάδου του Δημοσίου με ορισμένο κομματικό χώρο, ο χαρακτηρισμός αυτού του χώρου ως επικίνδυνου και η καλλιέργεια ενός κλίματος κατηγοριών, στις οποίες οι υπάλληλοι θα καλούνται σε πολιτική απολογία. Με τον δόλιο αυτό τρόπο στήνεται ένα ύποπτο παιχνίδι, το οποίο η χώρα το είχε ζήσει στη μεταπολεμική περίοδο. Ως δημόσιοι λειτουργοί θεωρούμε ότι δεν έχουμε την υποχρέωση να καταθέτουμε πιστοποιητικά πολιτικών φρονημάτων».

Και συνεχίζουν επισημαίνοντας: «Αλλά γιατί γίνεται αυτή η επίθεση στους αρχαιολόγους; Σκοπός της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας είναι η εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος μέσω της εφαρμογής ενός νόμου που απορρέει από το άρθρο 24.1 του Συντάγματος: “Η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους και δικαίωμα του καθενός”. Οι αρχαιολόγοι, μαζί με άλλους επιστημονικούς κλάδους, υπερασπίζονται την προστασία του περιβάλλοντος, όπως αυτό έχει παραδοθεί στον τόπο μας από τη φύση και την ιστορία. Οι πολιτικές που εφαρμόζονται εδώ και χρόνια στο ελληνικό περιβάλλον δεν μας βρίσκουν σύμφωνους ως επιστήμονες και ως πολίτες. Πρέπει να σημειώσουμε ότι η Δασική Υπηρεσία δέχθηκε μεταρρυθμιστικό πλήγμα το 1998 με την αφαίρεση της δασοπυρόσβεσης από τις αρμοδιότητές της και την ακόλουθη υποστελέχωση και υποχρηματοδότησή της. Στην ίδια γραμμή δρομολογούνται αλλαγές και στην Αρχαιολογική Υπηρεσία.

Στην εποχή της διαταραγμένης περιβαλλοντικής, κοινωνικής και οικονομικής ισορροπίας η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος δεν μπορεί παρά να αποτελεί πραγματική προτεραιότητα για την αειφόρο ανάπτυξη. Δυστυχώς, η τελευταία σχετική τοποθέτηση του πρωθυπουργού για “πρωτοφανή επίθεση της φύσης” περιγράφει τη στρεβλή εικόνα που έχει η πολιτική ηγεσία του τόπου για την οικολογική κρίση και το περιβάλλον. Η αντιμετώπιση της φύσης ως του επελαύνοντος εχθρού της ανθρωπότητας δείχνει την αλλοτρίωση του ανθρώπου, τη διάρρηξη της οργανικής του σχέσης με τη φύση. Οι προσεγγίσεις αυτές πηγάζουν από εξουσιαστικές αντιλήψεις του ανθρώπου απέναντι στο περιβάλλον, οι οποίες καλλιεργούνται συστηματικά τα τελευταία χρόνια με συγκεκριμένα σχέδια οικονομικής ανάπτυξης. Πρόκειται για την πηγή του κακού, μία θεώρηση που έχει ως πυρήνα της την ύβριν».