Ακόμα κι αν δεν λάμβανε κανείς υπ’ όψιν του τις αντικειμενικές δυσκολίες λόγω πανδημίας, αλλά και άλλων αστάθμητων παραγόντων, το φετινό MIR Festival θα δικαιούνταν να χαρακτηριστεί θρίαμβος. Μέσα σε μόλις μία εβδομάδα, κατόρθωσε να αναστατώσει τους ορίζοντες κάθε θεατή των παραστατικών τεχνών που αναζητά το καινούργιο.
Για ακόμα μια φορά, οι παραστάσεις του φεστιβάλ έριξαν φως σε αυτό που συμβαίνει σήμερα. Τόσο οι διεθνείς όσο και οι ελληνικές συμμετοχές όχι μόνο ήταν υψηλότατου επιπέδου, αλλά κατόρθωσαν να συνδυάσουν την πρωτοποριακή ματιά τους με την ευφυή εκμετάλλευση του εξωτερικού χώρου όπου υποχρεωτικά, λόγω κορονοϊού, έλαβαν χώρα.
Εναρκτήρια παράσταση του MIR ήταν το «Anubi III» των Ζapruder, μια περφόρμανς μοτοσικλετιστών που κινηματογραφήθηκε σε πραγματικό χρόνο, ενώ ο ήχος τους μιξαριζόταν ταυτόχρονα δημιουργώντας μια ακουστική εγκατάσταση. Δύσκολο να περιγραφεί το εγχείρημα της καταξιωμένης ομάδας από την Ιταλία σε όσους δεν ήταν παρόντες: έπρεπε να το δει και κυρίως να το ακούσει κανείς για να το πιστέψει.
Το «Will you marry me?» της επίσης Ιταλίδας Sara Leghissa ήταν μια περφόρμανς δρόμου στα όρια του ακτιβισμού, αλλά -όπως κι η ίδια δήλωνε- και στα όρια της νομιμότητας. Η ρηξικέλευθη καλλιτέχνιδα εμφανιζόταν αιφνιδιαστικά με στολή αφισοκολλητή καταμεσής μιας πολυσύχναστης πλατείας (πλατεία Αυδή, πλατεία Εξαρχείων) κι έκανε τη διάλεξη-πολιτική παρέμβαση-καλλιτεχνική πράξη της σιωπηλή, μέσα από τρεις σειρές αφίσες που διαβάζονταν για λίγο πριν καλυφθούν από τις επόμενες, ενώπιον προειδοποιημένου κοινού και τυχαίων περαστικών και παρισταμένων. Το μεγαλείο της απλότητας συνάντησε τη διεισδυτικότητα μιας τέχνης τόσο ευφυούς όσο και άμεσης.
Πολύ ξεχωριστή η «Ουτοπία», που παρουσιάστηκε στην είσοδο του κτιρίου του Αστεροσκοπείου Αθηνών. Ισορροπώντας σε τεντωμένο σχοινί χωρίς στιγμή να πέσει στους κοινούς τόπους του ναΐφ και του queer, ο σκηνοθέτης και ηθοποιός Αντώνης Αντωνόπουλος κατόρθωσε να δημιουργήσει έναν κόσμο αληθινά ουτοπικό, μια στιγμή προσωπικής ευτυχίας, με ελάχιστα μέσα: τα χολιγουντιανά κοστούμια των τριών χορευτών και τις στοιχειώδεις, αφελείς σχεδόν κινήσεις της χορογραφίας. Ιδανικός συνοδοιπόρος του ο Κώστας Τσιούκας, ταίριαξε γάντι σε ένα σύμπαν πολύ κοντά στο δικό του.
Το τρίο συμπλήρωσε άψογα η υπέροχη χορεύτρια Λένα Μοσχά, συνδυάζοντας την ομορφιά μιας σταρ με μια αθωότητα κοριτσίστικη. Φυσικά, και οι τρεις ερμήνευσαν με απόλυτη συνείδηση πως για να σταθεί ένα τόσο εύθραυστο εγχείρημα, πρέπει και η παραμικρή χειρονομία να εννοείται πλήρως, χωρίς κανένα κλείσιμο ματιού, χωρίς το δηλητήριο της ειρωνείας και της αυτοϋπονόμευσης. Ναι: η Ουτοπία μπορεί να είναι μια ξένοιαστη βραδιά χορού σε ένα κλαμπ, με εμάς στους ρόλους τον χορευτών ενός κλασικού μιούζικαλ.
Πίσω από τον αινιγματικό τίτλο «(Though a silent orchestra they were full of) Elegies» κρύβεται ένα δρώμενο που πραγματοποιήθηκε σε έναν χώρο απρόσμενο και ονειρικό: σε ένα σημείο στον κήπο του Αστεροσκοπείου, στον Λόφο των Νυμφών, όπου την κλασική εποχή ήταν το εργαστήριο ενός γλύπτη και τη ρωμαϊκή περίοδο υπήρξε νεκροταφείο. Η Γαλλίδα χορογράφος Νίνα Σάντες καθοδήγησε τους ερμηνευτές της να ανακρίνουν την ολιγομελή κάθε φορά ομάδα των θεατών σχετικά με την εμπειρία του εγκλεισμού, τη στέρηση και τις προσδοκίες τους, και να δημιουργήσουν αυτοστιγμεί μια ελεγεία γι’ αυτές. Ομολογώ πως ένιωσα αμηχανία, οδύνη και λύτρωση βλέποντας τα μύχια αντικείμενα της οδύνης μου να γίνονται Τέχνη.
Με το «Ενας πολύ Eιρηνιρικός ωκεανός» η Αγνή Παπαδέλη-Ρωσσέτου κατοχυρώνει μια εντελώς προσωπική χορογραφική γλώσσα, ένα στίγμα εντελώς δικό της: βλέποντας κανείς τη δουλειά της, καταλαβαίνει αμέσως ποια είναι η δημιουργός της, πράγμα σημαντικό και σπάνιο. Η φιλόξενη ταράτσα του Γαλλικού Ινστιτούτου αποτέλεσε το ιδανικό σκηνικό. Μια χορογράφος που αξίζει να παρακολουθήσει κανείς στο μέλλον.
Απρόσμενο το «Too Much» της Φωτεινής Σταματελοπούλου, αποτέλεσε ίσως την πεμπτουσία τού τι μας επιφυλάσσει χορευτικά το αύριο. Δυο πλάσματα θα συναντηθούν, θα συγκρουστούν, θα παίξουν ένα παιχνίδι αποπλάνησης, όλα μέσω του χορού, και πάντα κάτω από το βλέμμα των άλλων. Ο χορός του κλαμπ ή του δρόμου συναντά τη σύγχρονη δημιουργία και μια συναρπαστική νέα χορογράφος μάς αποκαλύπτεται με τη φρέσκια κινητική της γλώσσα.
Στο «Alex(a)» της Γιώτας Αργυροπούλου, έργο εν εξελίξει, η γνωστή φωνή της τεχνητής νοημοσύνης Alexa, η καθημερινότητα ενός σημερινού εφήβου και η δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου και το ξέσπασμα που επακολούθησε διασταυρώνονται με τόλμη, χιούμορ και φαντασία στο γραφείο μιας ερευνήτριας. Από τις περιπτώσεις όπου το δείγμα σε κάνει να αδημονείς για το ολοκληρωμένο αποτέλεσμα.
Κορυφαία στιγμή του MIR υπήρξε το «Rave to Lament» της Κατερίνας Ανδρέου, που δημιουργήθηκε ειδικά για το φεστιβάλ. Η εγκατεστημένη στη Γαλλία χορεύτρια και χορογράφος συνεχίζει να εξελίσσεται ταχύτατα με κάθε καινούργια της δουλειά, αποτελώντας ίσως την πιο μεγάλη παρακαταθήκη του ελληνικού χορού για το μέλλον. Η Ανδρέου εστίασε σε ένα πρόσωπο από το πλήθος ενός rave, καταδεικνύοντας τη μοναξιά ανάμεσα σε πολλούς και τη θλίψη εν μέσω μιας γιορτής. Ο σχεδόν επιθετικός δυναμισμός που εμφανίζουν τα τελευταία της έργα συνδυάστηκε με τον εσωτερικό θρήνο του ατόμου που οι εξωτερικοί παράγοντες οδηγούν όλο και περισσότερο στην απομόνωση. Μια στιγμή υψηλής τέχνης και ταυτόχρονα μια στιγμή διεισδυτικής παρατήρησης – και όχι σχολίου αφ’ υψηλού.
Ο εξωτερικός χώρος που βρέθηκε ad hoc θα μπορούσε να έχει φιλοξενήσει rave και χρησιμοποιήθηκε σοφά από μια καλλιτέχνιδα με δαιμονικό ένστικτο και σπαρακτική ευαισθησία. Το -δανεισμένο- «φτιαγμένο» αυτοκίνητο με το εκκωφαντικό ηχοσύστημα έμοιαζε να έχει κατασκευαστεί ειδικά για την περίσταση. Η βραδιά θα μείνει σίγουρα αξέχαστη σε όσους τυχερούς την παρακολούθησαν.
Το πλήθος και η ένταση των εμπειριών που μας χάρισε το φετινό MIR Festival υπήρξαν απολύτως δυσανάλογα με τον απίστευτα συμπυκνωμένο χρόνο της μιας εβδομάδας που διήρκεσε. Μοναδικό αρνητικό το ότι θα πρέπει να περιμένουμε σχεδόν δύο χρόνια μέχρι το επόμενο. Κρίνοντας από όσα είδαμε αξίζει τον κόπο να ξεκινήσει κανείς από τώρα να μετράει τις μέρες.
