Ακόμα και ο Φιντέλ Κάστρο την υπολόγιζε και την εμπιστευόταν περισσότερο από τον φίλο του τον Γκάμπο. Ο ίδιος ο Κολομβιανός νομπελίστας το είχε πει σε δημοσιογράφο των «Νιου Γιορκ Τάιμς». Τώρα που η σύντροφος και μούσα τού Γκάμπριελ Γκαρσία Μάρκες, η Μερσέντες Μπάρτσα, σύζυγός του από το 1958 μέχρι το τέλος της ζωής του, πέθανε σε ηλικία 82 χρόνων στην Πόλη του Μεξικού, για ακόμα μία φορά βγαίνει από τη σκιά του στο φως.
Ηταν μια σπουδαία, δυναμική και αφοσιωμένη γυναίκα, αρχηγός της οικογένειας, υπεύθυνη για τα πάντα, τα καθημερινά αλλά και τα κρίσιμα, ώστε να τον αφήνει απερίσπαστο στο έργο του. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η ίδια ήταν άσχετη με τον κόσμο του, της γραφής και της πολιτικής. Οι φίλοι τους λένε ότι ήταν πιο ενημερωμένη σε όλα και από τον σύζυγό της, που, μην ξεχνάμε, από δημοσιογράφος ξεκίνησε.
Η ισχυρότερη ιστορία που τη συνοδεύει είναι ότι χωρίς αυτήν, που στεκόταν κέρβερος 18 ολόκληρους μήνες έξω από το γραφείο του στο σπίτι τους στο Μεξικό και έκοβε τον δρόμο σε όλους, ο Μάρκες δεν θα είχε γράψει το «Εκατό χρόνια μοναξιά», το βιβλίο που τον εκτόξευσε στην κορυφή. «Σίγουρα το τελείωσες; Χρωστάμε 12 χιλιαδες δολάρια» του είπε όταν αυτός άνοιξε την πόρτα με τα χειρόγραφα στο χέρι. Και έβαλε ενέχυρο το πιστολάκι για τα μαλλιά της και το μπλέντερ, για να τα στείλουν στον εκδότη του στην Αργεντινή. Ηταν και η ίδια, μια πανέμορφη και αινιγματική γυναίκα, μέρος του περίφημου κόσμου που έπλασε ο άντρας της. «H Μερσέντες διαποτίζει όλα τα βιβλία μου» έλεγε ο Γκάμπο, «υπάρχουν ίχνη της παντού».
Κολομβιανή όπως κι αυτός, γεννημένη το 1932, τον είχε γνωρίσει παιδί, αυτή εννέα χρόνων, αυτός 14 – ο μύθος θέλει ότι ήδη από τότε της είχε κάνει πρόταση γάμου. Τον ξανασυνάντησε και συνδέθηκε μαζί του όταν είχε αρχίσει την περιπετειώδη δημοσιογραφική καριέρα του με τις μεγάλες χρονικά απουσίες του σε Κούβα, Παρίσι, ΗΠΑ. Λέγεται ότι της έγραφε σχεδόν κάθε μέρα, αλλά όταν επέστρεψε στη Λατινική Αμερική, το 1957, της πρόσφερε 500 πέσος (1.200 σημερινά δολάρια) για να του επιστρέψει τα γράμματά του – του τα έδωσε δωρεάν κι αυτός τα κατέστρεψε. Οπως έχει εξηγήσει ο γιος τους, Ροντρίγκο Γκαρσία, αν και ο πατέρας του ήταν ακόμα πολύ μακριά από τη δόξα, «είχε από τότε την έγνοια να κρατήσει τη ζωή τους προστατευμένη, να μην αφήσει πίσω τους γραπτά τεκμήρια».
Εγραψε πάντως γι΄αυτήν στην αυτοβιογραφία του, μοιράστηκε μαζί της τα πάντα (και τα πέντε σπίτια τους σε Αμερική και Ευρώπη, όλα πανομοιότυπα με λευκά μοντέρνα έπιπλα και έργα σύγχρονης τέχνης). «Αν πεθάνει πρώτη, θα πάω σε ξενοδοχείο» έλεγε. Η Μερσέντες πέθανε έξι χρόνια μετά από αυτόν, στις 15 Αυγούστου, από χρόνιο αναπνευστικό πρόβλημα.
