Την αποκαλούσαν ιερό τέρας του κλασικού χορού, αλλά εκείνη είχε καταλάβει από νωρίς πως η ουσία κρύβεται στη στιγμή που ραγίζουν τα στερεότυπα και αρχίζει ο πειραματισμός. Εμεινε «απροσπέλαστη» στις σειρήνες της Δύσης, αλλά τα τελευταία χρόνια μίλησε ξεκάθαρα και με θάρρος για την αλλοτινή της ατολμία. Ηταν η σημαία μιας ολόκληρης χορευτικής κουλτούρας, αλλά αμειβόταν με 5 δολάρια. Επί πέντε δεκαετίες γέμιζε τα θέατρα σαν ροκ σταρ, αλλά τρεφόταν με σκυλοτροφή που ζέσταινε με το σίδερο των ρούχων. Υπήρξαν στιγμές που χόρευε χωρίς να ακούει τη μουσική, γιατί οι επευφημίες του κοινού και το χειροκρότημα κάλυπταν τα πάντα. Αποθεώθηκε ως ο κορυφαίος λευκός «Κύκνος» όλων των εποχών, αλλά μέσα της παραμόνευε πάντα η μαύρη πλευρά του ρόλου. «Ναι, ήµουν περισσότερο Μαύρος Κύκνος, γιατί μου έδινε τη δυνατότητα να αποκαλύπτω τον χαρακτήρα μου, το πνεύµα, τον εαυτό μου», παραδεχόταν.
H Mάγια Πλισέτσκαγια έζησε μια ζωή γεμάτη δόξα και μεγάλες αντιθέσεις. Η καρδιά της, που άντεξε τόσες συγκινήσεις, την πρόδωσε στα 89. Ο διευθυντής του θεάτρου Μπολσόι, Βλαντίμιρ Ουρίν, ανακοίνωσε το Σάββατο πως η κορυφαία χορεύτρια πέθανε από ανακοπή στη Γερμανία. «Ενημερώθηκα από τον σύζυγό της, Ρώσο συνθέτη Ρόντιον Σεντρίν, ότι υπέστη ισχυρή καρδιακή προσβολή. Οι γιατροί έκαναν τα πάντα, αλλά δεν τα κατάφεραν», δήλωσε.
Γεννημένη στις 20 Νοεμβρίου 1925 στη Μόσχα από Εβραίους γονείς, η Μάγια έζησε νωρίς τη θηριωδία του σταλινικού καθεστώτος: ο πατέρας της, μηχανικός στο επάγγλεμα, σκοτώθηκε στη διάρκεια εκκαθαρίσεων το 1938 και η μητέρα της (που εργαζόταν ως ηθοποιός) εξορίστηκε σε στρατόπεδο εργασίας στο Καζακστάν. Τη μικρή ανέλαβε μια θεία της, μπαλαρίνα και χορογράφος, κι αυτή πρώτη εμφύσησε στη Μάγια την αγάπη για τον χορό. Το 1943 έγινε μέλος των Μπολσόι και πολύ γρήγορα αναδείχθηκε σε μία από τις καλύτερες χορεύτριες της γενιάς της.
Παρέμεινε στους κόλπους του θεάτρου για πέντε δεκαετίες, ξεπερνώντας κατά πολύ τα ηλικιακά όρια στα οποία αποσύρονται οι μπαλαρίνες. Ευκαιρίες να εγκαταλείψει τη Σοβιετική Ενωση είχε αρκετές. Αλλά η φιλοδοξία δεν νίκησε ποτέ τον φόβο. Ετρεμε στην ιδέα πως το καθεστώς θα τη βρει και θα της «σπάσει τα πόδια» αν αυτομολήσει στη Δύση. Η παραμονή της, βέβαια, δεν ήταν ανώδυνη. Οι καβγάδες της με τον σκληρό διευθυντή των Μπολσόι, Γιούρι Γκριγκορόβιτς, ήταν ομηρικοί. Το πρώτο «σκάνδαλο» δημιουργήθηκε το 1967, όταν επετράπη στον Κουβανό χορογράφο Aλμπέρτο Αλόνσο (ως πολίτη φιλικής κομμουνιστικής χώρας) να δημιουργήσει για εκείνη και να παρουσιάσει στη Μόσχα το έργο «Carmen Suite». «Κάθε χειρονομία, κάθε βλέμμα, κάθε κίνηση της Κάρμεν είχε νόημα. Ηταν διαφορετική από όλα τα μπαλέτα. Ομως, η Σοβιετική Ενωση δεν ήταν έτοιμη για τέτοιες χορογραφίες. Ηταν αιτία πολέμου, με κατηγόρησαν για προδοσία του κλασικού χορού», έλεγε η διψασμένη για πρωτοπορία Πλισέτσκαγια.
Ο Μορίς Μπεζάρ είχε εντοπίσει αυτή την πλευρά της: «Η Μάγια είναι ο τελευταίος ζωντανός θρύλος του χορού. Ο,τι κι αν χορεύει, αισθάνομαι ότι μέσα της υπάρχει μια τεράστια δύναμη και αισθησιασμός, αλλά πάνω απ’ όλα μια σύγχρονη προσέγγιση». Είναι ο ίδιος που το 2005 (μόλις δύο χρόνια πριν από τον θάνατό του) την είδε να επιστρέφει στη σκηνή, στα 80 της χρόνια, μόνο και μόνο για να χορέψει το «Ave Maya», τη χορογραφία που της αφιέρωσε.
Στην Ελλάδα την είχαμε απολαύσει αρκετές φορές. Ο θρυλικός παραγωγός Θόδωρος Κρίτας έλεγε και ξανάλεγε ότι πάντα του ζητούσε να της έχει λευκά τριαντάφυλλα και να την πάει σε καλά κοσμηματοπωλεία να ψωνίσει. Στιγμιότυπα από θρυλικές παραστάσεις, φωτογραφίες με τα πλούσια κόκκινα μαλλιά της, εικόνες που έκαναν ζουμ στην ασύλληπτη πλαστικότητα των χεριών της σάρωσαν τα social media όλο το Σαββατοκύριακο. Ο Μιχαήλ Μπαρίσνικοφ την αποχαίρετησε απο τους πρώτους μέσα από το facebook. Τι παρόδοξο και συγκινητικό: της υποκλίθηκε πρώτος αυτός, που έχει τα ίδια ρωσικά κύταρα με εκείνη, αλλά στη ζωή του τα έκανε όλα διαφορετικά…
