Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μπορεί το μαύρο, κατάμαυρο δέρμα να καταδικάσει ένα μικρό παιδί στην απόρριψη και το μίσος της ίδιας της μαύρης μητέρας του, επειδή αυτή είναι πιο ανοιχτόχρωμη, πιο κοντά στους λευκούς; Αυτό είναι το θέμα του νέου, ενδέκατου μυθιστορήματος της Τόνι Μόρισον, που μόλις κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ με τίτλο «God Help the Child».

Η πρώτη Αφροαμερικανή νομπελίστα (1993), η γυναίκα που έχει αφιερώσει κάθε λέξη της στην υπεράσπιση της φυλής της, στα 84 χρόνια της διαλέγει μια πιο σύνθετη προσέγγιση. Ηθελε να εστιάσει, όπως είχε εξαρχής δηλώσει, «στο πώς κάτι τόσο γκροτέσκο, όπως η δαιμονοποίηση μιας ολόκληρης φυλής, μπορεί να ριζώσει στο πιο ευαίσθητο μέλος μιας κοινωνίας, το παιδί. Στο πιο ευάλωτο μέλος μιας κοινωνίας, το κορίτσι».

Η ηρωίδα της, η Bride, κουβαλάει σε όλη τη ζωή της τα τραύματα της παιδικής της ηλικίας -η μητέρα της, η Sweetness, τρομοκρατημένη από το κατάμαυρο χρώμα του μωρού, είχε σκεφτεί να το σκοτώσει. Αποκτά εμμονή με την ομορφιά. Κάνει καριέρα στον χώρο της μόδας και της βιομηχανίας καλλυντικών, αποκτά χρήματα, γίνεται διάσημη εκμεταλλευόμενη ακριβώς αυτό που την έχει πληγώσει: το υπέροχο, σκούρο δέρμα της. Με τη Μόρισον, όμως, δεν ξεμπερδεύεις με μασημένα συμπεράσματα. Η φετιχοποίηση του μαύρου χρώματος μπορεί να είναι επίσης μια προκατάληψη, λέει.

Η ηρωίδα της αναγκάζεται από τους στιλίστες να φορά μόνο λευκά ρούχα, νιώθοντας «εξωτική», κάτι σαν «πάνθηρας προς επίδειξη». Ο λευκός φίλος της την αντιμετωπίζει σαν τρόπαιο. Την πηγαίνει σε γεύμα με τους γονείς του και η Bride συνειδητοποιεί ότι μοναδικός σκοπός του είναι να «τρομοκρατήσει το ευγενικό, ηλικιωμένο ζευγάρι». «“Δεν είναι όμορφη;”, ρωτάει συνέχεια, τα μάτια του λάμποντας από δόλο».

«Το να ξεχωρίζεις το χρώμα -ανοιχτό, μαύρο και ενδιάμεσο- σαν σημάδι της φυλής μας είναι λάθος», είπε η Μόρισον σε συνέντευξή της. «Στην πραγματικότητα οδηγεί σε διακρίσεις: από δω οι προνομιούχοι ανοιχτόχρωμοι, από κει οι υποτιμημένοι κατάμαυροι». Η ρίζα αυτής της λεπτής επισήμανσης βρίσκεται στα παιδικά της χρόνια. Η μαμά της αδιαφορούσε εντελώς για το χρώμα των ανθρώπων, ποτέ της δεν επηρεάστηκε από τη φυλή, το χρώμα ή τη θρησκεία. «Γι’ αυτήν κάθε άνθρωπος ήταν ξεχωριστός, τον ενέκρινε ή απέρριπτε ανάλογα με τον χαρακτήρα του», λέει η Μόρισον. Προφανώς δεν τη σφράγισε ο πατέρας της, που «μισούσε τους λευκούς», ίσως γιατί είχε δει σαν παιδί να λιντσάρουν δυο μαύρους επιχειρηματίες και να τους κρεμάνε από δέντρο.

Πέρα από τα θέματα της ομορφιάς, του χρώματος και της εικόνας που αποκτά ο καθένας μας για τον εαυτό του, η Τόνι Μόρισον στο «God Help the Child»μιλά και για τα παιδικά τραύματα, που μας ακολουθούν πάντα. Γράφοντας το μυθιστόρημα σκεφτόταν συνεχώς τους δυο γιους της -ο δεύτερος, ο Σλέιντ, πέθανε το 2010 από καρκίνο του παγκρέατος. Οταν ήταν νέα, λέει, ένιωθε «άξια και επαρκής» μητέρα, δεν της πέρναγε από το μυαλό ότι θα μπορούσε να πληγώσει τα παιδιά της. «Μετά, όμως, άρχισα να θυμάμαι κάθε λάθος, κάθε σκληρή λέξη που δεν κατάφερα να συγκρατήσω, κάθε φορά που δεν τα προστάτευσα όπως έπρεπε. Τώρα που είμαι 84 χρόνων, όλο λάθη θυμάμαι και για όλα μετανιώνω».

Οι συνεντεύξεις για την προώθηση του μυθιστορήματός της συμπίπτουν με την προετοιμασία για τις προεδρικές εκλογές του 2016. Η νομπελίστα, σε αντίθεση με πολλούς μεμψίμοιρους, μόνο καλά λόγια έχει για τον Ομπάμα. «Πιστεύω ότι οι θητείες του ήταν εκπληκτικές», λέει. «Θα περάσει στην ιστορία ως ένας από τους καλύτερους προέδρους των ΗΠΑ, όχι μόνο γι’ αυτά που έκανε, αλλά και λόγω της αντίστασης που δέχτηκε». Η ίδια, βέβαια, παραμένει πιστή στη Χίλαρι Κλίντον. Είναι πασίγνωστο ότι την είχε στηρίξει και όταν διεκδικούσε το χρίσμα των Δημοκρατικών από τον Ομπάμα. «Τη σέβομαι και την εκτιμώ», λέει. «Μου ήταν δύσκολο στην αρχή να διαλέξω μεταξύ των δυο τους. Από τη μια μεριά ήταν το γυναικείο μου φύλο, από την άλλη η φυλή μου… Ναι, θα είμαι κι αυτήν τη φορά στο πλευρό της με όλη μου τη δύναμη».