H διαδικτυακή αγορά τέχνης από το 2017 κερδίζει συνεχώς έδαφος, τώρα όμως η πανδημία του κορονοϊού, που κλείνει τα μεγάλα μουσεία, τις γκαλερί και τους οίκους δημοπρασιών σε όλο τον κόσμο, κορυφώνει τις οn line αγορές και πωλήσεις έργων τέχνης, δημιουργώντας νέα, πρωτόγνωρα ήθη. Ενδεικτικό είναι ότι η Art Basel, η μεγαλύτερη και πιο γνωστή διεθνώς φουάρ (οργανώνεται κάθε χρόνο σε τρία διαφορετικά μέρη, στη Βασιλεία, το Χονγκ Κονγκ και το Μαϊάμι), για πρώτη φορά δεν γίνεται «ζωντανά» αυτές τις μέρες στο Χονγκ Κονγκ (18 έως 25 Μαρτίου), αλλά κινείται σε διαδικτυακό portal.
Οι 231 έμποροι έργων τέχνης που παίρνουν μέρος προσφέρουν πάνω από 2.000 έργα τέχνης, η αξία των οποίων ξεπερνά τα 250 εκατομμύρια δολάρια. Η περσινή διοργάνωση είχε ρεκόρ επισκεπτών (88.000) από όλο τον κόσμο στο Χονγκ Κονγκ, τη μεγαλύτερη ασιατική αγορά σύγχρονης τέχνης. Φέτος, πρώτα οι VIP πελάτες πέρασαν τις ηλεκτρονικές πύλες της Αrt Basel για να δουν στις διαδικτυακές αίθουσες εξαιρετικά έργα των Antony Gormley, Philippe Parreno, Yayoi Kusama και πολλών άλλων καλλιτεχνών που προσφέρονται από μεγάλα δίκτυα αιθουσών τέχνης, αλλά και από μεμονωμένες γκαλερί.
Το ευρύ κοινό θα έχει πρόσβαση από σήμερα και μέχρι τις 25 Μαρτίου. Για λόγους διαφάνειας, η πλατφόρμα δεν προσφέρει δυνατότητα «click to buy». Οι ερωτήσεις γίνονται μέσω διαδικτυακής φόρμας προς τους εκπροσώπους των γκαλερί, οι οποίοι με τη σειρά τους θα απαντήσουν ή θα ολοκληρώσουν την αγορά με άλλα μέσα (τηλέφωνο, μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή κωδικοποιημένη εφαρμογή chat). Εγγυάται η απάντηση εντός 24 ωρών.
Φυσικά τίποτα δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη μοναδική εμπειρία να βλέπει ή να αγοράζει κάποιος ένα έργο τέχνης «επιτόπου», να έχει τη δυνατότητα να συνομιλεί με τον γκαλερίστα ή τον καλλιτέχνη, αλλά αυτό μοιάζει να είναι ένα «σωτήριο» μέτρο αυτή τη στιγμή για την αγορά που έχει καταποντιστεί. «Η πρωτοβουλία θα προσφέρει κάποια στήριξη και προσβασιμότητα σε όλες τις γκαλερί και τους καλλιτέχνες», δηλώνουν oι διοργανωτές της Art Basel.
Το μέλλον ήρθε πιο γρήγορα, πιο βίαια και στον κόσμο της τέχνης, καθώς οι οn line πλατφόρμες αναλαμβάνουν τον ρόλο των κλασικών εκθετηρίων. Ασφαλώς, όπως επισημαίνουν οι άνθρωποι των αιθουσών τέχνης στους New York Times, τα ιντερνετικά εκθετήρια δεν μπορούν να αντικαταστήσουν την εμπειρία τού να παρατηρείς μπροστά σου, να επεξεργάζεσαι, να θαυμάζεις έναν πίνακα ζωγραφικής ή ένα γλυπτό. Ωστόσο, οι συλλέκτες έχουν εξοικειωθεί με το να αγοράζουν βασιζόμενοι σε pdf εικόνες έργων τέχνης καλλιτεχνών τους οποίους γνωρίζουν από γκαλερί που εμπιστεύονται.
Ακόμα και από το Instagram έχουν γίνει σημαντικές πωλήσεις από αίθουσες και οίκους δημοπρασιών. «Από το να μην μπορείς καθόλου να δεις μια εικαστική δημιουργία, καλύτερα να τη δεις σε ψηφιακή μορφή», λένε οι γκαλερίστες και τονίζουν ότι οι αγορές είναι ασφαλείς και κάθε έργο τέχνης συνοδεύεται από πιστοποιητικό γνησιότητας, κείμενα ειδικών, μαζί με το ιστορικό του.
Ισως πλέον στις συνθήκες που επιβάλλει η εξάπλωση του κορονοϊού, οι on line εκθέσεις και φουάρ να γίνουν θεσμός. Η έκθεση Τefaf Maastricht, που εγκαινιάστηκε στις 7 Μαρτίου, έκλεισε άρον άρον, όταν ένας εκθέτης διαγνώστηκε θετικός στον ιό. Η Art Cologne, η αρχαιότερη φουάρ τέχνης, μετατίθεται από τον Απρίλιο στον Νοέμβριο. Καθώς εκθέτες και κοινό διστάζουν ή δεν μπορούν να μετακινηθούν λόγω των έκτακτων απαγορεύσεων, άγνωστη είναι η τύχη άλλων φουάρ, όπως της Frieze New York και της Tefaf New York Spring που έχουν προγραμματιστεί για τον Μάιο στη Νέα Υόρκη, όπως και της Art Basel Switzerland τον Ιούνιο.
Πάντως, η παγκόσμια αγορά τέχνης είχε αρχίσει να νιώθει τους κλυδωνισμούς πριν ακόμα μπούμε στην εποχή του κορονοϊού. Το 2019 συρρικνώθηκε κατά 5%, σημειώνοντας έσοδα 64,1 δισ. δολαρίων, σύμφωνα με τα στοιχεία που έδωσαν η Art Basel και η ελβετική τράπεζα UBS. Eίναι η πρώτη πτώση εδώ και τρία χρόνια (3,3 δισ. δολάρια λιγότερα από το 2018) και, όπως σημειώνει η οικονομολόγος Κλερ ΜακΑντριου, «οι άνθρωποι ανησυχούσαν ήδη για τις μακροσκοπικές αντιδράσεις, αλλά ο κορονοϊός θα έχει ευρύτερο οικονομικό αντίκτυπο που θα φιλτράρει την αγορά της τέχνης».
Πιο συγκεκριμένα, οι πωλήσεις στην Κίνα, την τρίτη μεγαλύτερη αγορά για έργα τέχνης και αντίκες μετά τις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο, έπεσαν κατά 10% πέρυσι, σημειώνοντας τη μεγαλύτερη κάθοδο. Οι πωλήσεις στις ΗΠΑ, οι οποίες αντιπροσώπευαν το 44% της αγοράς τέχνης, υποχώρησαν κατά 5% και στο Ηνωμένο Βασίλειο, που είχε μερίδιο 20% το 2019, οι πωλήσεις μειώθηκαν κατά 9%. Πολιτικές και οικονομικές αβεβαιότητες, όπως οι μεταρρυθμίσεις στην Κίνα, η πολιτική του Τραμπ, το Brexit, επηρέασαν και την αγορά τέχνης, η οποία δεν δρα ανεξάρτητα, ούτε βρίσκεται σε μια γυάλινη σφαίρα, σύμφωνα με τους Financial Times.
Με την κατάσταση που επικρατεί, πιθανότατα θα αλλάξουν τις συνήθειές τους και οι νέοι, πλούσιοι συλλέκτες ηλικίας 23 έως 38 ετών, οι οποίοι θεωρούνται, σύμφωνα με την έρευνα της Art Basel, οι μεγαλύτεροι καταναλωτές. To 2019 δήλωναν πως σκόπευαν να αυξήσουν τα ταξίδια τους το 2020 για να δουν και να αγοράσουν τέχνη. Σίγουρα τώρα θα το ξανασκεφτούν.
