Η γνωριμία με τον Γιάννη Ρίτσο έδινε νόημα, περιεχόμενο στη ζωή σου. Οταν συζητούσες μαζί του, διαπίστωνες την απέραντη ανθρωπιά του.
Οι φίλοι τον εμπιστευόμασταν. Κουβεντιάζαμε τα προβλήματά μας, τα μυστικά μας, γιατί ήταν εχέμυθος. Ηταν ο παρηγορητής μας. Θυμάμαι, όταν με συμβούλευε, προσέγγιζε πάντα τη θετική πλευρά της υπόθεσης. Αν δεν είχε να πει κάτι καλό, δεν σχολίαζε ποτέ. Η κόρη του, Ερη, που ζει μόνιμα στη Σάμο, μου είχε πει:
«Οποιοσδήποτε άνθρωπος του χτύπαγε την πόρτα και του έλεγε: “Γιάννη, έχω ένα πρόβλημα”, παρόλο που ο ίδιος ήταν παθιασμένος με τη δουλειά του, θα τα άφηνε όλα στην άκρη και θα καθόταν να κουβεντιάσει το πρόβλημα αυτό, να προσπαθήσει να δώσει κατευθύνσεις, πάρα πολύ διακριτικά και χωρίς να επιβάλει την άποψή του. Είχε έναν τρόπο, ακόμη κι εμένα που, ως έφηβη, είχα όλα μου τα νεύρα, τα άγχη και τις ανησυχίες, πάντα με δυο κουβέντες του με ηρεμούσε».
Εκατόν δέκα χρόνια από τη γέννησή του Γιάννη Ρίτσου
Είχε την ικανότητα να μεταστρέφει το κακό σε καλό. Κι όπως είχε γράψει στις «Γειτονιές του Κόσμου», «Ευχαριστώ, Τζον, για τη Μακρόνησο». Αυτές οι αρνητικές εμπειρίες, αν δεν υπήρχαν, δεν θα τον είχαν πλουτίσει σαν άνθρωπο, δεν θα του είχαν δώσει το εύρος της οπτικής που είχε απέναντι στον κόσμο. Χρωστάει ευγνωμοσύνη στις δοκιμασίες που πέρασε, στους δήμιους και στα βασανιστήρια που του κάνανε. Ολες αυτές τις δύσκολες στιγμές τις μετέφερε μέσω της ποίησής του, μεταστρέφοντάς τες σε θετικές.
Αγαπούσε υπερβολικά τους ανθρώπους. Η μοίρα της ποίησης είναι να ερωτεύεται τον κόσμο. Ο Γιάννης Ρίτσος το απέδειξε στη ζωή του με τη στάση του, το έργο του, τους αγώνες του. «Εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο».
Εκατόν δέκα χρόνια συμπληρώνονται φέτος από τη γέννησή του (1 Μαΐου 1909 – 11 Νοεμβρίου 1990). Δεν περιγράφεται εύκολα ο όγκος του έργου του ούτε τα ταλέντα του. Χορευτής στη Λυρική Σκηνή, ηθοποιός στο Εθνικό Θέατρο, συνθέτης, έπαιζε μαντολίνο, πιάνο, ζωγράφιζε μικρά πράγματα που στα χέρια του έπαιρναν διαστάσεις, στις ακουαρέλες του τα χρώματά του είναι μια πανδαισία. Παρ’ όλα τα ταλέντα του, θεωρούσε τον εαυτό του εργάτη του λόγου.
Οταν τον επισκέφθηκα στο σπίτι του για πρώτη φορά στην οδό Μιχαήλ Κόρακα, στον Αγιο Νικόλαο Αχαρνών, με εντυπωσίασε ο μικρός χώρος όπου ζούσε. Ηταν σαν ένα καταφύγιο που αποτελούνταν από ένα μικρό χολ, σαλόνι, υπνοδωμάτιο και κουζίνα. «Σ’ αυτή τη γειτονιά», μου είπε, «έζησα μια ολόκληρη ζωή. Διατηρούνται όλα ολοζώντανα στη μνήμη μου. Μπροστά στο σπίτι μου, ήταν η πλατεία του Ατλαντος. Εδώ κατέβαιναν την Πρωτομαγιά οι Αθηναίοι για να μαζέψουν αγριολούλουδα. Εδώ έγιναν οι συλλήψεις μου. Την αγαπώ αυτή τη γειτονιά. Εξοικειώθηκα και μ’ αυτόν τον χαρούμενο θόρυβο που κάνουν τα παιδιά στο προαύλιο του σχολείου που είναι ακριβώς απέναντι. Ακούγοντας τα παιδιά, βλέπω να ετοιμάζεται το μέλλον μπροστά στα μάτια μου. Πολλές φορές άκουγα που έλεγαν: “Μη φωνάζετε, ησυχία, εδώ μένει ο ποιητής”…».
Μη φανταστείτε τον Γιάννη Ρίτσο μπροστά σ’ ένα μεγάλο γραφείο να γράφει τα ποιήματά του. Δεν αποχωριζόταν μια τετράγωνη σανίδα που ακουμπούσε στα γόνατά του και πάνω σ’ αυτήν αποτύπωνε τι σκέψεις του, τους στίχους του, αλλά και τα σχέδιά του σε πέτρες και ρίζες δέντρων.
«Πώς γράφω;», μου είπε, «απλώς γράφω γιατί δεν μπορώ να μη γράφω. Θυμάστε τι είπε ο Ρίλκε σ’ έναν νέο ποιητή που του έθεσε υπό την κρίση του τα γραπτά του; Τον ρώτησε: “Δάσκαλε, κοιτάχτε τα γραπτά μου και πείτε μου, αξίζει τον κόπο να συνεχίσω;” κι ο Ρίλκε του απάντησε: “Ρώτησε τον εαυτό σου: αν δεν γράψεις θα πεθάνεις; Και τότε ν’ αρχίσεις να γράφεις χωρίς να ρωτάς κανέναν”. Ετσι λοιπόν, η γραφή της ποίησης είναι μια βαθύτατη, καθολική αναγκαιότητα. Είναι η ανάγκη της επαφής, της επικοινωνίας, της μετάδοσης μιας βαθύτατης εμπειρίας και της δημιουργίας ενός πλατύτατου κλίματος αδερφοσύνης πέρα από τις διαφορές: πολιτικές, ιδεολογικές, παραδοσιακές, θρησκευτικές, φυλετικές. Η ποίηση είναι εκείνη που παραμερίζει εκείνα τα στοιχεία που χωρίζουν τους ανθρώπους, ανακαλύπτει και αναδεικνύει αυτά τα στοιχεία που τους ενώνουν. Οι ποιητές είναι οι οργανωτές του κοινωνικού συναισθήματος. Είναι οι αρχιτέκτονες της ανθρώπινης ψυχής».
Δίπλα του, οι δύο γυναίκες της ζωής του, η Φαλίτσα -διακεκριμένη γιατρός που άφησε εποχή στη Σάμο- και η Ερη -συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων, παραμυθιών, πεζογραφημάτων-, τον φώτιζαν αθόρυβα και διακριτικά στη ζωή του.
Ακόμα και τ’ άστρα που φωτίζουν τον ουρανό τη νύχτα τα έβλεπε με το φως της μέρας. Στο «Πρωινό Αστρο», που είναι αφιερωμένο στην κόρη του, τελειώνοντας γράφει: «Είναι να γίνεις ό,τι ζητάει η ευτυχία του κόσμου, είναι να φτιάχνεις κοριτσάκι την ευτυχία του κόσμου». Ο κόσμος του Γιάννη Ρίτσου βρισκόταν πάντα στο ξημέρωμα.
Μέσα από τη γνωριμία μου με τον Γιάννη Ρίτσο, διαπίστωσα ότι πρέπει να μαζέψουμε τα καλά, τα σημαντικά που εμπεριέχονται στον χρόνο. Τη θυσία, την αλληλεγγύη, την πίστη στον άνθρωπο, ώστε να ενωθούν όλα αυτά για να δώσουν περιεχόμενο στη ζωή μας.
