Μπορεί κανείς να φανταστεί την Ελλάδα χωρίς τον Παρθενώνα και την Ολυμπία; Χωρίς τους Δελφούς, τη Δήλο, την Ελευσίνα, την Κνωσό ή τις Μυκήνες; Τα μνημεία και τα αρχαία ιερά, τα θέατρα, τα στάδια, οι αγορές και τα τείχη των ακροπόλεων βρίσκονται σε κάθε σημείο της χώρας, απτά δείγματα του πολιτισμού του τόπου όπου γεννήθηκαν και άνθησαν η φιλοσοφία, οι τέχνες, οι πολιτικές ιδέες, η δημοκρατία.
Η διαφύλαξη και η ανάδειξη των μνημείων και των κινητών ευρημάτων της πολιτιστικής κληρονομιάς μας, σύμβολα της ακτινοβολίας του ελληνικού πολιτισμού και διαβατήριο για τον έξω κόσμο, αποτέλεσαν πρωταρχικό μέλημα των επαναστατημένων Ελλήνων. Μάλιστα, ο Iωάννης Kαποδίστριας στο σύντομο διάστημα της διακυβέρνησής του ίδρυσε, το 1829, με τα λιγοστά μέσα της εποχής, την Aρχαιολογική Yπηρεσία, με προϊστάμενο και μοναδικό υπάλληλο τον Kερκυραίο Aνδρέα Mουστοξύδη.
Τι σημαίνει για τους σύγχρονους Ελληνες η πολιτιστική κληρονομιά; Πώς συνδέονται μαζί της; Σε επίπεδο θεσμικό πώς εξασφαλίζονται η διαφύλαξη και η ανάδειξή της; Μπορεί να αποτελέσει πηγή βιώσιμης ανάπτυξης; Πώς ερμηνεύεται το γεγονός ότι η συντριπτική πλειονότητα των τουριστών που περνούν κάθε χρόνο από τη χώρα επισκέπτονται τουλάχιστον έναν αρχαιολογικό χώρο;
Αυτά και άλλα ερωτήματα μπαίνουν στο επίκεντρο της συζήτησης που ανοίγει με πρωτοβουλία της υπουργού Πολιτισμού Μυρσίνης Ζορμπά. Με κεντρικό ερώτημα «Τι ρωτάμε την αρχαία πολιτιστική κληρονομιά;» καλούνται να απαντήσουν Ελληνες αρχαιολόγοι και ιστορικοί, στην ειδική εκδήλωση που διοργανώνεται την Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου στο Μουσείο της Ακρόπολης.
Αναπτύσσοντας το σκεπτικό της, η υπουργός Πολιτισμού τονίζει την ανάγκη να εξεταστεί εκ νέου ο ρόλος της πολιτιστικής κληρονομιάς στο γενικότερο πλαίσιο διαμόρφωσης της σύγχρονης πολιτικής για τον πολιτισμό. «Η Ελλάδα μπήκε στον εικοστό πρώτο αιώνα με μια πορεία από τη δόξα των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, όπου παρουσίασε σε όλο τον κόσμο την αρχαία της δόξα και τα σύγχρονα επιτεύγματά της, στην καταισχύνη και την περιφρόνηση εξαιτίας της τρομερής κρίσης, όπου πάλι οι αρχαιότητες και τα Μάρμαρα αποτέλεσαν το στοιχείο της σύγκρισης στις εικονογραφήσεις της Ελλάδας στα διεθνή ΜΜΕ.
Σήμερα ο τουρισμός, που οφείλεται σε μεγάλο μέρος στις αρχαιότητες, είναι από τους βασικούς οικονομικούς μοχλούς της εξόδου από την οικονομική κρίση. Ωστόσο, σε μια πορεία επανεκκίνησης, οι σχέσεις μας με τις αρχαιότητες πρέπει να συζητηθούν σε βάθος και σε έκταση με τα καινούργια δεδομένα, ελληνικά και παγκόσμια, πολιτισμικά, παιδείας, οικονομικά, αλλά και εκείνα που υπαγορεύονται από τις ριζικές τεχνολογικές αλλαγές. Χρειάζεται να επαναδιατυπώσουμε τα ερωτήματά μας» σημειώνει η κ. Ζορμπά.
Οπως αναφέρει η υπουργός Πολιτισμού, «ενώ οι κλασικές σπουδές και η αρχαιογνωσία έχουν υποχωρήσει αισθητά στον παγκοσμιοποιημένο κόσμο που δεν βρίσκεται πλέον υπό τη δυτική ηγεμονία, εντούτοις η επισκεψιμότητα των ελληνικών αρχαιολογικών τόπων αυξάνεται αλματικά. Περίπου 4,5 εκατομμύρια άνθρωποι επισκέφθηκαν την Ακρόπολη και το νέο μουσείο της τον περασμένο χρόνο. Στη συνολική ζωή δυόμισι χιλιάδων χρόνων ποτέ δεν διάβηκαν τόσοι πολλοί άνθρωποι τα Προπύλαια. Τι μπορεί να σημαίνει αυτό;» αναρωτήθηκε και πρόσθεσε:
«Η επαναδιατύπωση των ερωτημάτων για τη σημασία των αρχαιοτήτων στην καθημερινότητα των πολιτών οφείλει να γίνει μέσα από ένα διπλό πρίσμα: αφενός μέσω της συμβολής των αρχαιοτήτων στη διαμόρφωση της νεοελληνικής ταυτότητας και αφετέρου του κομβικού τους ρόλου στην ανάπτυξη του τουρισμού. Στον 21ο αιώνα όπου όλα γύρω μας αλλάζουν πρέπει να υπάρξει χάραξη των στρατηγικών ώστε η πολιτιστική κληρονομιά να συνδεθεί άμεσα με την κοινωνία, τις παραγωγικές δυνάμεις, την ανάπτυξη».
Τη δημόσια αυτή συζήτηση θα συντονίσουν ο υφυπουργός Πολιτισμού και Αθλητισμού, Κώστας Στρατής, και η γενική γραμματέας του υπουργείου Πολιτισμού, Μαρία Ανδρεαδάκη-Βλαζάκη, αρχαιολόγοι και οι δύο, όπως και όλοι οι ομιλητές που συμμετέχουν. Θα μιλήσουν οι: Δημήτρης Παντερμαλής, Αγγελος Βλάχος, Μιμίκα Γιαννοπούλου, Στέλιος Λεκάκης, Γιάννης Παπαδάτος, Δημήτρης Πλάντζος.
