Ένας από τους μεγαλύτερους θαλαμοειδείς τάφους της πρώιμης μυκηναϊκής περιόδου (περίπου 1650-1400 π.Χ.) στην περιοχή έφερε στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη στο νεκροταφείο των Αηδονίων στη Νεμέα.
Ο νεοαποκαλυφθείς τάφος με πολύ σημαντικά κτερίσματα διακρίνεται για τον βραχύ πλην ιδιαίτερα φαρδύ δρόμο, το επίσης βραχύ και ευρύ στόμιο και τον κυκλικής-ελλειψοειδούς κάτοψης θάλαμο, με διαστάσεις που κατά τόπους προσεγγίζουν και σε άλλους ξεπερνούν τα έξι μέτρα.
Σύμφωνα με το υπουργείο Πολιτισμού, «τόσο η είσοδος όσο και ο θάλαμος παρουσιάζουν μορφολογικές συγγένειες με τους μεσαίου μεγέθους θολωτούς τάφους της πρώιμης μυκηναϊκής περιόδου. Στο δάπεδο του ταφικού θαλάμου λαξεύθηκαν τέσσερις μεγάλοι λάκκοι, καλυμμένοι με μεγαλιθικές πλάκες, ένα ακόμη στοιχείο που παραπέμπει στους πρώιμους μυκηναϊκούς θολωτούς τάφους.
Στους λάκκους αυτούς ερευνήθηκαν οι παλαιότερες ταφές, που συνοδεύονταν από πήλινα επιτραπέζια και αποθηκευτικά αγγεία, ορισμένα εκ των οποίων μνημειώδη, όπως ένα σύνολο από πιθαμφορείς του “ανακτορικού ρυθμού” με συμβολική διακόσμηση, εμπνευσμένη από τον φυτικό και τον θαλάσσιο κόσμο. Βρέθηκαν ακόμη χάλκινα μαχαίρια, εγχειρίδια και ξίφη καθώς και πολυάριθμες αιχμές βελών από χαλκό, οψιανό και πυριτόλιθο. Συνελέγησαν επίσης κοσμήματα, χάντρες περιδεραίων από ποικίλες πρώτες ύλες, περόνες και άλλα αντικείμενα γοήτρου, όπως σφραγιδόλιθοι.
Το ΥΠΠΟΑ ανέφερε πως «η χρήση του μνημείου εξακολουθεί και κατά την ύστερη μυκηναϊκή περίοδο (περίπου 1400-1200 π.Χ.), οπότε χρονολογούνται οι ταφές που βρέθηκαν απευθείας επί του δαπέδου του τάφου, απλούστερα κτερισμένες συγκριτικά με αυτές της πρώιμης μυκηναϊκής. Η ανασκαφή τεκμηρίωσε ακόμη ότι μετά τη χρήση του τάφου κατά την μυκηναϊκή περίοδο ακολούθησε η κατάρρευση τμήματος της οροφής του θαλαμοειδούς τάφου και ο σχηματισμός βραχοσκεπής, που ήταν ορατή πριν από την έναρξη της έρευνας.
Το υπουργείο επεσήμανε ότι «η εντατική χρήση της θέσης αυτής τόσο στην αρχαϊκή-πρώιμη κλασική περίοδο όσο και στους ρωμαϊκούς αυτοκρατορικούς χρόνους καθώς και στην μετάβαση από την μέση στην ύστερη βυζαντινή περίοδο συντέλεσε στην συσσώρευση παχύτατων αποθέσεων, οι οποίες εν πολλοίς διατήρησαν το μυκηναϊκό μνημείο απαραβίαστο.
«Η ανεύρεση του ασύλητου θαλαμοειδούς τάφου στα Αηδόνια και η διεπιστημονική μελέτη των ταφικών συνόλων θα ρίξουν νέο φως στον χαρακτήρα της τοπικής άρχουσας τάξης της πρώιμης μυκηναϊκής περιόδου. Ο αρχαιολογικός χώρος των Αηδονίων εμπλουτίζεται με έναν επί πλέον, μνημειώδη, θαλαμοειδή τάφο και με τεκμήρια για την χρήση του χώρου σε επιμέρους περιόδους των αρχαίων και μεσαιωνικών χρόνων» καταλήγει η ανακοίνωση.
