Οι νέοι έχουν το προβάδισμα στη 16η Μπιενάλε Αρχιτεκτονικής, που ανοίγει επίσημα τις πύλες της αύριο στη Βενετία και για έξι μήνες φιλοδοξεί να γίνει βήμα διαλόγου για τις παγκόσμιες τάσεις που πλέον έχουν προσαρμοστεί στις κοινωνικές αναζητήσεις και κυρίως στην προστασία του περιβάλλοντος.
Ταιριάζει άλλωστε γάντι με το «Freespace», τον γενικό τίτλο της φετινής διοργάνωσης με σημείο αναφοράς τον ελεύθερο χώρο, που επέλεξε το αρχιτεκτονικό δίδυμο Ιβόν Φάρελ και Σέλεϊ ΜακΝαμάρα, οι οποίες έχουν την επιμέλεια της «γιορτής της Αρχιτεκτονικής». Οι φοιτητές των αρχιτεκτονικών σχολών, με τη συμβολή του Ιδρύματος Μις Βαν Ντε Ρόε, θα έχουν πρώτη φορά τον δικό τους χώρο όπου θα παρουσιαστούν 334 διπλωματικές εργασίες και θα διεκδικήσουν το δικό τους βραβείο. Ανάμεσά τους περιλαμβάνονται 12 μελέτες από την Ελλάδα.
Στους νέους περιλαμβάνεται και ο… Κένεθ Φράμπτον, ο θεωρητικός με τη μεγαλύτερη επιρροή στην αρχιτεκτονική, που θα τιμηθεί για το σύνολο του έργου του με τον Χρυσό Λέοντα. Ο 88χρονος Βρετανός, που έχει στο ενεργητικό του το «ευαγγέλιο» για τη «Μοντέρνα Αρχιτεκτονική» και πολλά βιβλία, υπήρξε καθηγητής στο Columbia της Νέας Υόρκης. Από τη δεκαετία του 1960 διευθύνει το ριζοσπαστικό περιοδικό «Architectural Design» και μετά την εγκατάστασή του στη Νέα Υόρκη το «Oppositions».
Στο κάλεσμα των δύο επιμελητριών ανταποκρίθηκαν 63 χώρες, από τις οποίες έξι συμμετέχουν πρώτη φορά, καθώς και το Βατικανό που θα διαθέτει τους δικούς του χώρους στο νησί Σαν Τζιόρτζιο Ματζόρε. Εντυπωσιακό «παρών» δίνουν και 71 αρχιτεκτονικά γραφεία από όλο τον κόσμο, αλλά με πολύ έντονο… άρωμα Κίνας, που παρουσιάζουν τα έργα τους σε ειδικά διαμορφωμένους χώρους που λειτουργούν ως συνδετικοί κρίκοι στη διαδρομή ανάμεσα σε Τζιαρντίνι και Αρσενάλι.
Η Μπιενάλε πλημμυρίζει την ευρύτερη περιοχή της Βενετίας, με εννιά εθνικά περίπτερα να λειτουργούν εκτός των «συνόρων» της. Δεν είναι τυχαίο ότι το έργο «Forte Marghera», που συμπυκνώνει το όραμα της φετινής διοργάνωσης, βρίσκεται στο Μέστρε. Στις καινοτομίες περιλαμβάνεται η μεταφορά ενός τμήματος της κοινωνικής κατοικίας Robin Hood Gardens στο Ανατολικό Λονδίνο, έργο του 1972 των Αλισον και Πίτερ Σμίθσον.
«Ο χώρος είναι θεμελιώδης παράμετρος στην αρχιτεκτονική και στη “χωρογραφία” της καθημερινότητας των πολιτών», εκτιμούν η Ιβόν Φάρελ και η Σέλεϊ ΜακΝαμάρα, δικαιολογώντας την επιλογή τους για το «Freespace», στοιχείο που δημιουργεί ευκαιρίες στους αρχιτέκτονες να ξεδιπλώσουν τις απόψεις τους για την ποιότητα του δημόσιου και ιδιωτικού τοπίου.
Με κοινή ρίζα την καταγωγή τους από την Ιρλανδία, οι δύο αρχιτεκτόνισσες γνωρίστηκαν τη δεκαετία του 1970 στα φοιτητικά θρανία και από τότε πορεύονται μαζί. Συμμετέχουν στις Μπιενάλε από το 2002 και δέκα χρόνια αργότερα έφυγαν με τον Αργυρό Λέοντα για το πιο αντιπροσωπευτικό έργο τους, την πανεπιστημιούπολη UTEC στη Λίμα του Περού.
Το Ελληνικό Περίπτερο
Με γενικό τίτλο «Η Σχολή των Αθηνών», το Ελληνικό Περίπτερο εξετάζει τη θεματική του «ελεύθερου χώρου» με δύο παράλληλες προσεγγίσεις, όπως την οραματίστηκαν οι δύο επιμελητές, η Χριστίνα Αργυρού και ο Ryan Neiheiser. Η πρώτη αναδεικνύεται από 52 τρισδιάστατες μακέτες που εστιάζουν σε ακαδημαϊκούς χώρους από όλο τον κόσμο.
Η δεύτερη αφορά τη μετατροπή του ίδιου του φυσικού χώρου σε ένα είδος ακαδημαϊκού, κοινού και ελεύθερου χώρου μάθησης, ο οποίος ενθαρρύνει τις ανεπίσημες συνομιλίες και τη δημόσια συζήτηση. Στο εσωτερικό του περιπτέρου έχει δημιουργηθεί ένα προσβάσιμο βαθμιδωτό τοπίο, ένα αμφιθέατρο που αποκλίνει από την κλασική μορφή, προκειμένου να υποστηρίξει τόσο τα επίσημα γεγονότα όσο και τις περιστασιακές συγκεντρώσεις.
«Φανταζόμαστε το περίπτερο σαν έναν χώρο για ατομική μελέτη, για συζητήσεις μικρών ομάδων και δημόσιες διαλέξεις» εξηγούν οι δύο επιμελητές στην «Εφ.Συν.». «Το έργο υιοθετεί την αρχιτεκτονική κοινοτοπία της σκάλας ή του αμφιθεατρικού τοπίου, ευρέως διαδεδομένα στον σχεδιασμό πανεπιστημιακών χώρων σήμερα, εξετάζοντας και δοκιμάζοντας την αξία και τα όρια αυτής της αρχιτεκτονικής μορφής. Μέσα σε αυτό το τοπίο, τρισδιάστατες αρχιτεκτονικές μακέτες τοποθετημένες σε κάνναβο γεμίζουν το περίπτερο προς όλες τις κατευθύνσεις.
Οι μακέτες εκτίθενται με ομοιόμορφο τρόπο για εύκολη σύγκριση από το κοινό και τοποθετούνται σε χαλύβδινες ράβδους σε ύψος ενός μέτρου για εύκολη θέαση. Αντιμετωπίζουμε τις μακέτες σαν αρχιτεκτονικά δείγματα, αντικειμενικά προσδιορισμένα, καθιστώντας τα ευανάγνωστα για ανάλυση, ταξινόμηση και συζήτηση.
Η έκθεση είναι συμμετοχική και μη γραμμική, προσκαλώντας τους επισκέπτες να κινηθούν σε ένα πεδίο αντικειμένων, διαλέγοντας μόνοι τους το βάθος και τον χρόνο ενασχόλησής τους με το κάθε έργο ξεχωριστά. Δεν υπαγορεύουμε το περιεχόμενο της έκθεσης, αντ’ αυτού δημιουργούμε μια χωρική εμπειρία με την οποία ο επισκέπτης μπορεί να συσχετιστεί και να εμπλακεί με ποικίλους τρόπους και μέσα, όπως αυτός επιθυμεί».
Το αρχιτεκτονικό δίδυμο, που επιλέχθηκε από το υπουργείο Περιβάλλοντος για τη διαμόρφωση της ελληνικής πρότασης, διαθέτει ήδη αξιόλογη πορεία στην αρχιτεκτονική. Με σπουδές στο Πρίνστον και μεταπτυχιακό στο Γέιλ, η Χριστίνα Αργυρού διδάσκει στην περίφημη ΑΑ του Λονδίνου και έχει εργαστεί σε κορυφαία γραφεία στη Νέα Υόρκη και το Παρίσι. Μαζί με τον Ryan Neiheiser, ίδρυσαν το αρχιτεκτονικό τους γραφείο με έδρα το Λονδίνο που έχει ήδη στο ενεργητικό του σημαντικά έργα στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ.
