Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Σπουδαία προσωπικότητα της γαλλικής διανόησης, η συγγραφέας και δημοσιογράφος Φρανσουάζ Ξενάκη, σύζυγος του πρωτοποριακού Ελληνα συνθέτη και αρχιτέκτονα Ιάννη Ξενάκη, άφησε την τελευταία της πνοή την Κυριακή, σε ηλικία 87 ετών, έπειτα από μακρά ασθένεια, όπως ανακοίνωσε η κόρη της -επίσης συγγραφέας αλλά και γλύπτρια- Μάχη.

Από το 1963 που έγραψε το πρώτο της βιβλίο, η Ξενάκη διήνυσε σχεδόν μισό αιώνα πλούσιο με λογοτεχνικούς καρπούς, τα βιβλία της διαβάστηκαν από το γαλλικό κοινό και μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες.

Πάντα μαχητική και με άποψη, διατηρούσε για χρόνια στήλη με χρονογραφήματα σε καθημερινή γαλλική εφημερίδα, ενώ περίπου για μια εικοσαετία παρουσίαζε την πρωινή ενημερωτική εκπομπή του καναλιού France 2, κερδίζοντας την εμπιστοσύνη του κόσμου.

Στα ελληνικά έχουν κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Πατάκη τα βιβλία της «Μαμά, δε θέλω να γίνω αυτοκράτορας» (2002), «Λυπάμαι πολύ, αυτό δε γίνεται» (1997), «Να με περιμένεις» (1995) και από τις εκδόσεις Χατζηνικολή τα «Χρυσό μου, έρχεσαι για τη φωτογραφία;» (1991) και «Να πάρει η οργή πάλι ξεχάσαμε την κυρία Φρόυντ» (1987).

Συγκλονιστικό είναι το αυτοβιογραφικό «Κοίτα πώς έκλεισαν οι δρόμοι μας» (Πατάκης, 2003), το «τρυφερό χρονικό» της αρρώστιας του Ιάννη Ξενάκη, που του αφαιρούσε σιγά σιγά τη μνήμη και τον απομόνωσε στη σιωπή, μέχρι τον θάνατο στις 4 Φεβρουαρίου 2001.

Η συγγραφέας διηγείται αυτή την πορεία προς την αποπροσωποποίηση και τον θάνατο και θυμάται στιγμές χαράς, θυμού, θλίψης και πανικού που πέρασε μαζί του.

Η Φρανσουάζ Γκαργκουίγ ήταν μόλις 17 ετών το 1950 όταν γνώρισε τον Ξενάκη, ενώ παντρεύτηκαν τρία χρόνια αργότερα.

Εχτισαν τη σχέση τους στον αλληλοσεβασμό, ενώ από τον ίδιο κόλλησε την εργασιομανία, όπως είχε πει η ίδια σε συνέντευξή της.

Στο «Κοίτα πώς έκλεισαν οι δρόμοι μας» γράφει για τον Ξενάκη: ««Οταν αρχίσει κανείς να μαθαίνει πώς να ζει, είναι ήδη πολύ αργά». Ξαπλωμένη δίπλα του, του διαβάζω αυτή τη φράση. Συχνά διαβάζω μεγαλόφωνα κάτι που μου φαίνεται σημαντικό και, εξίσου συχνά, εκείνος απαντάει μ’ ένα ειρωνικό “και λοιπόν;”, που με αποθαρρύνει και μου θυμίζει πόσο ελλιπείς είναι οι γνώσεις μου. Αλλά τώρα, ενώ νόμιζα πως μισοκοιμόταν, μου απαντάει: “Ναι, και γι’ αυτό δεν έχασα ποτέ τον καιρό μου μαθαίνοντας να ζω (αληθεύει αυτό), αλλά δούλεψα, δούλεψα μονάχα. Ο χρόνος ήταν μετρημένος, γι’ αυτό έκανα την επιλογή μου…”».