«Προτιμώ να αναζητώ τη ζωντανή μνήμη του Αλεξάνδρου. Ηταν ο πρώτος πολίτης της οικουμένης. Πήγε παντού κι έγινε ένας από αυτούς. Θυσίασε στους θεούς τους. “Eλληνας είναι ο καλός άνθρωπος”, είπε και τελείωσε τον ρατσισμό. “Πάμε να ανακατευτούμε μαζί τους”, είπε και παντρεύτηκε τη Ρωξάνη. Αν ο γιος του Αλέξανδρος Δ’ ζούσε, θα ήταν ο πρώτος ημίαιμος. Ο Αλέξανδρος ονειρεύτηκε έναν κόσμο χωρίς εθνικά σύνορα. Να είμαστε Ελληνες είναι δρόμος. Οι Ελληνες μας έμαθαν τη συνύπαρξη, εκεί πρέπει να πάμε», είπε μεταξύ άλλων η αρχαιολόγος Αγγελική Κοτταρίδη, υπεύθυνη του αρχαιολογικού χώρου και των ανασκαφών των Αιγών (Βεργίνα), όπου εργάζεται από το 1977.
Το βράδυ της Δευτέρας βρέθηκε στο βιβλιοπωλείο «Ιανός» και συνομίλησε με τη δημοσιογράφο Μαργαρίτα Πουρνάρα.
Οραμά της είναι το εικονικό Μουσείο του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Εξήγησε ότι στη διαδικτυακή εφαρμογή θα έχουν πρόσβαση εκατομμύρια επισκέπτες από όλο τον κόσμο.
Ενα ντοκιμαντέρ διάρκειας πέντε ωρών, επτά θεματικές ενότητες, 304 αντικείμενα και 3.500 κείμενα θα παρέχουν πληροφορίες από τις απαρχές της Μακεδονίας έως τις σύγχρονες αναφορές στον Μέγα Αλέξανδρο.
Δεν απέφυγε τα βέλη στην Αμφίπολη. «Είναι ενδιαφέρον και περίεργο μνημείο που “μυρίζει” περισσότερες από μία φάσεις. Γι’ αυτό υπάρχει ανάγκη ανάλυσης της στρωματογραφίας», είπε και κατέβασε τη χρονολόγηση των ευρημάτων κατά 100-150 χρόνια.
«Η Αμφίπολη μας έδειξε τι παθαίνει κανείς όταν κάνει τις υποθέσεις του. Διότι η υπόθεση ότι εκεί βρίσκεται η οικογένεια του Μ. Αλεξάνδρου μπορεί να είναι εντυπωσιακή για τον κόσμο, αλλά πρέπει να έχεις ισχυρά στοιχεία για να το πεις. Οταν είμαι αρχαιολόγος και λέω ότι ο τύμβος είναι ο μεγαλύτερος που υπάρχει και δεν είναι καν τύμβος, αλλά φυσικός λόφος, έχω πρόβλημα. Οταν βρίσκω στον τοίχο μια τρύπα να και επί τέσσερις μήνες λέω ότι ο τάφος είναι ασύλητος, τότε έχω πρόβλημα. Το θετικό στην ιστορία είναι ότι ο κόσμος ενδιαφέρεται γι’ αυτά».
Αλλά είπε και κάτι ευρύτερο και σημαντικό.
«Η δουλειά του αρχαιολόγου κρατάει χειροπιαστή τη μνήμη την οποία θέλουν πολλοί να καταστρέψουν, όχι μόνον οι Ταλιμπάν».
